Ετεροφυλοφιλία – Ομοφυλοφιλία – Αμφισεξουαλικότητα

 

του Udo Rauchfleisch

 

Πηγή: Handbuch psychoanalytischer Grundbegriffe, Kohlhammer Verlag, S. 335-364.

 

Α. Ορισμός

 

Θα μπορούσαμε να δούμε τις ετεροφυλίες, ομοφυλοφιλίες και αμφισεξουαλικότητες ως αποκρυσταλλώσεις πάνω σε ένα συνεχές του σεξουαλικού προσανατολισμού, το οποίο εκτείνεται ανάμεσα στις ακραίες θέσεις ‘’αποκλειστικά ετεροφυλόφιλο’’ – ‘’αποκλειστικά ομοφυλόφιλο’’.

 

Οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί συνιστούν τα αποτελέσματα διαφορετικών πλευρών της προσωπικότητας όπου τον τόνο δεν δίνει μόνον η προφανής συμπεριφορά αναζήτησης επαφής με τους σεξουαλικούς συντρόφους. Εξίσου σημαντικές είναι οι σεξουαλικές φαντασιώσεις, η σεξουαλική ελκυστικότητα, οι συναισθηματικές και κοινωνικές προτιμήσεις, ο τρόπος ζωής και ο αυτοπροσδιορισμός. Πέρα από αυτά οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί πρέπει να ιδωθούν ως διαδικαστικά γεγονότα. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη εκτός από τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές στο παρόν – το παρελθόν και τα μελλοντικά προσχέδια. Ο Freud είχε ήδη αναφερθεί στο ότι δεν μπορούμε να παρατηρούμε τους σεξουαλικούς προσανατολισμούς ως ανεξάρτητους τον έναν από τον άλλον, όταν τόνιζε πως το ζήτημα της γέννησης της ομοφυλοφιλίας δεν μπορούμε να το διευκρινίσουμε αν δεν δούμε ταυτόχρονα με ποιο τρόπο οι ετεροφυλόφιλοι καταλήγουν στο αποκλειστικό ενδιαφέρον για συντρόφους του άλλου φύλου.

 

Ξεκινώντας από το κριτήριο της σεξουαλικής συμπεριφοράς στο παρελθόν και στο παρόν, βρίσκουμε στις δυτικές χώρες σχετικά σταθερά μεγέθη μέσα στο χρόνο. Οι λεσβίες αποτελούν το 1-3%, οι ομοφυλόφιλοι 4-16%, οι αμφισεξουαλικοί 4-11% στις γυναίκες και 9-32% στους άνδρες. Ετερόφυλοι  88% στις γυναίκες και 79% στους άνδρες (Kinsey 1948, 1953). Στις κατηγορίες αυτές δεν εμπίπτουν άνθρωποι που θα έπρεπε να τους κατατάξουμε σε ενδιάμεσες κατηγορίες όπως οι ‘’κυρίως ετεροφυλόφιλοι’’ με  μεμονωμένα περιστατικά ομοφυλοφιλίας και οι ‘’κυρίως ομοφυλόφιλοι’’ με μεμονωμένα περιστατικά ετεροφυλοφιλίας.

 

Β. Η κλασσική άποψη

 

Το φαινόμενο ετεροφυλοφιλία ορίζεται έμμεσα από τον Freud διαμέσου της θεωρίας της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης, για παράδειγμα στις ‘’Τρεις πραγματείες για την σεξουαλική θεωρία (1905). Μετά από το πέρασμα μέσα από την στοματική, την πρωκτική και την γενετήσια φάση και την θετική λύση του οιδιπόδειου συμπλέγματος (στο αγόρι παραίτηση από την μητέρα ως αντικείμενο αγάπης κάτω από την πίεση του άγχους ευνουχισμού και ταύτιση με το επίφοβο πατέρα, πράγμα που ισοδυναμεί με ταύτιση με τον επιτιθέμενο) – για τον Freud και τους μαθητές του η σύναψη ετεροφυλόφιλων σχέσεων αποτελεί περισσότερο ή λιγότερο μια αυτονόητη, αδιαμφισβήτητη συνέπεια.

 

Στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας ο Freud υπεισέρχεται σε συνάρτηση με εντελώς διαφορετικά θέματα. Γενικά την κατανοεί ως έκφραση μιας διαταραγμένης ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Αυτή η αρνητική αποτίμηση που καθιστά την ομοφυλοφιλία παθολογική δεν αποτελεί ένα καθολικό δεδομένο στην σκέψη του, όπως όταν ο Freud σε μια συνέντευξη του στις 28 Οκτώβρη 1903 στην αυστριακή εφημερίδα ‘’Die Zeit’’ δηλώνει ρητά πως ‘’οι ομοφυλόφιλοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς’’. Σε μία υποσημείωση στην εργασία του ‘’Τρεις πραγματείες για την θεωρία της σεξουαλικότητας’’ γράφει: «Η ψυχαναλυτική έρευνα αντιστέκεται με αποφασιστικότητα στην προσπάθεια να διαχωριστούν οι ομοφυλόφιλοι από τους άλλους ανθρώπους ως μια ιδιαίτερη ομάδα. Η ανάλυση ανακαλύπτει πως όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για μια ομοφυλόφιλη επιλογή αντικειμένου και πως την έχουν ήδη ολοκληρώσει στο ασυνείδητο.

 

Μια παρόμοια στάση που ξεκάθαρα δεν παθολογικοποιεί την ομοφυλοφιλία πήρε ο Freud στην αλληλογραφία του με τον Ernest Jones όταν σε κάποια στιγμή τέθηκε το ζήτημα της αποδοχής ή απόρριψης ενός ομοφυλόφιλου υποψηφίου για ψυχαναλυτική εκπαίδευση. Σε σχέση με την αμφισεξουαλικότητα ο Freud ήταν της άποψης πως είναι γενετικά διαθέσιμη και πως την βρίσκουμε σε όλους τους ανθρώπους. Το ότι η θεώρηση του γύρω από την αμφισεξουαλικότητα δεν εξαιρείται από κάθε αμφιβολία φαίνεται στην ακόλουθη διατύπωση:

 

«Η διδασκαλία της αμφισεξουαλικότητας βρίσκεται ακόμη στο σκοτάδι και το γεγονός πως δεν έχει βρει ακόμη σύνδεση με την θεωρία των ενορμήσεων θα πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε στην ψυχανάλυση ως βαριά διαταραχή». Ο Rado (1940) αντίθετα απορρίπτει την φροϋδική σύλληψη μιας γενετικά διαθέσιμης αμφισεξουαλικότητας ως μια υπόθεση που δεν μπορεί να σταθεί στην βιολογία και τονίζει τις πρώιμες συνθήκες της παιδικής ηλικίας που οδηγούν στην ομοφυλοφιλία.

 

Γ. Ιστορικός ορίζοντας των απόψεων

 

Αφότου κατά την διάρκεια πολλών αιώνων οι σχέσεις ατόμων του ίδιου φύλου καθώς και οι σχέσεις και με τα δύο φύλα δεν αποτέλεσαν κάποιο σημαντικό ζήτημα, εμφανίζονται στον 18ο και κυρίως στον 19ο αιώνα αμφιβολίες γύρω από αυτήν την ανοιχτή συμπεριφορά του ανθρώπου στη βάση μιας επεκτατικής αστικοποίησης και επιστημονικοποίησης της ζωής. Η ελληνική-λατινική ερμαφρόδιτη έννοια ‘’ομοφυλοφιλία’’ διαμορφώνεται το 1869 από τον αυστριακής-ουγγρικής καταγωγής συγγραφέα Karoly Maria Kertbeny ενώ σε παλαιότερες εποχές χρησιμοποιούνταν άλλοι χαρακτηρισμοί όπως ‘’ελληνική αγάπη’’, ‘’παιδεραστία’’ και ‘’σοδομία’’. Από τις επιστήμες του ανθρώπου του 19ου αιώνα αξίζει να θυμηθούμε τους ακόλουθους συγγραφείς: ο Karl Heinrich Ulrichs διατυπώνει την δική του θεωρία για το θέμα, στην οποία εντοπίζει μια ασυμφωνία ανατομίας και ψυχής. O Carl Westphal αντιλαμβάνεται την ομοφυλοφιλία ως μια αίσθηση που έρχεται σε αντίθεση με το αναμενόμενο και την κατανοεί ως ένα ψυχοπαθητικό   φαινόμενο με παρόμοιο τρόπο όπως ο Richard von Krafft-Ebing στο έργο του psychopathia sexualis. Είναι κυρίως όμως ο Magnus Hirschfeld ο συγγραφέας που αναπτύσσει  μια έντονη δραστηριότητα γύρω από την εξερεύνηση και αναγνώριση του ‘’τρίτου φύλου’’. Ενώ από την μία πλευρά έχουμε εργασίες που χαρακτηρίζονται από την μέριμνα τους να καταστήσουν παθολογικό φαινόμενο τις σχέσεις ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου (Charcot, Moll, Westphal, Krafft-Ebing),  ανακαλύπτουμε από την άλλη πλευρά σε αυτήν την ιστορική περίοδο δημόσιες τοποθετήσεις από έγκριτους φυσικούς επιστήμονες και επιστήμονες του πνεύματος, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται τους ομοφυλόφιλους προσανατολισμούς  ως παθολογικές παραλλαγές και τοποθετούνται ενάντια στην τάση να χαρακτηριστούν  αυτές οι τάσεις εγκληματικό φαινόμενο. Το 1930 δημοσιεύτηκε μια έκκληση – προς την υπεύθυνη για ποινικά ζητήματα εθνική επιτροπή της Αυστρίας – να μην αντιμετωπιστεί η ομοφυλοφιλία ως έγκλημα, από ονομαστές προσωπικότητες όπως οι Arthur Schnitzler, Stefan Zweig, Franz Werfel, Jacob Wassermann και Sigmund Freud.

 

Δ. Σημαντικές διευρύνσεις, διαφοροποιήσεις και τροποποιήσεις.

 

Οι αρχικές συλλήψεις του Freud γύρω από το θέμα δεν έγιναν αντικείμενο διεύρυνσης και διαφοροποίησης από τους μαθητές του.  Αντίθετα βρίσκουμε περιορισμούς και μονόπλευρες κινήσεις κυρίως προς την κατεύθυνση που καθορίζει – κατασκευάζει  την ομοφυλοφιλία ως μια παθολογική συνθήκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η αναφορά γύρω από την διαβούλευση της αμερικανικής ψυχαναλυτικής ένωσης το 1953. Το θέμα της συζήτησης ήταν η διαστροφή, όμως με αυτήν την λέξη εννοούσαν κυρίως την ομοφυλοφιλία.  Για κάποιες εποικοδομητικές εξελίξεις θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι την δεκαετία του 70. Σε σχέση με τις παροντικές επεξεργασίες αξίζει να αναφερθούμε στους ακόλουθους συγγραφείς (Morgenthaler 1987, Isay 1990, Friedman 1993, Gissrau 1993, Rauchfleisch 2011), η εργασία των οποίων βρίσκεται στην κατεύθυνση μιας αυξανόμενης αποδοχής των ομοφυλόφιλων και αμφισεξουαλικών προσανατολισμών, πράγμα που βρίσκεται σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην συνολική κοινωνία. Στους επίσημους ψυχαναλυτικούς θεσμούς μοιάζει να κυριαρχούν όπως και στο παρελθόν μοντέλα παθολογίας και ως εκ τούτου στάσεις απόρριψης. Τις βλέπουμε επί τω έργω όταν πρόκειται για την συχνή απόρριψη των υποψηφίων για ψυχαναλυτική εκπαίδευση  στην περίπτωση που αυτοί είναι ομοφυλόφιλοι ή λεσβίες (Rauchfleisch 1993, Frank 2006).

 

Οι εξελίξεις στην θεωρία σε ότι αφορά την διαμόρφωση της ταυτότητας φύλου εκκινούν  από τρία διαφορετικά στοιχεία τα οποία επηρεάζονται αμοιβαία: την πυρηνική ταυτότητα φύλου, την ταυτότητα ρόλων που συνδέονται με το φύλο και τον προσανατολισμό στην αναζήτηση του φύλου του ερωτικού συντρόφου. Η πυρηνική ταυτότητα φύλου απεικονίζει ‘’το αρχέγονο, συνειδητό και ασυνείδητο βίωμα να είναι κανείς αγόρι ή κορίτσι σε συσχετισμό με το βιολογικό του φύλο’’ (στα αγγλικά sex σε αντίθεση με το gender). Η πυρηνική ταυτότητα φύλου εξελίσσεται στη βάση της περίπλοκης επίδρασης και συνέργειας βιολογικών και ψυχικών επιρροών από την στιγμή της γέννησης του παιδιού. Οι γονείς καταλογίζουν στο παιδί ένα φύλο ακολουθώντας τις περισσότερες φορές  την στερεοτυπία που συνδέει ανδρικούς και γυναικείους ρόλους, δίνοντας την απάντηση τους κάθε φορά σε ένα αγόρι ή σε ένα κορίτσι. Μέσα από αυτά γύρω στο τέλος  του δεύτερου έτους της ζωής έχει εγκατασταθεί μια σχετική βεβαιότητα χωρίς συγκρούσεις. Πρόκειται για μια δομή η οποία ακόμα και υπό το καθεστώς βαρύτατων ψυχικών επιβαρύνσεων αναδεικνύεται ως άρρηκτη (Kuenzler 1992).

 

Αυτό το βιωματικό σύμπλεγμα εγκαθιδρύεται πάνω σε μια πληθώρα εμπειριών που αποκτά το παιδί στο αισθητηριακό-κινητικό καθώς και στο ψυχοσεξουαλικό πεδίο. Με τον ίδιο τρόπο που αποκτά εμπειρίες αλληλεπιδρώντας με τους γονείς του. Σε αυτό ανήκουν, για παράδειγμα, απτικές μορφές συσχετισμού καθώς και – όπως στο κλασσικό ψυχαναλυτικό θεώρημα – αισθήσεις του σώματος και εμπειρίες που προέρχονται από τον στοματικό, πρωκτικό, ουρηθρικό, κλειτοριδικό-κολπικό ή φαλλικό γεννητικό τομέα. Όλες αυτές οι ποιότητες του βιώματος οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά από την σχέση του παιδιού με τους γονείς του, συμπυκνώνονται μέσα στο σώμα και σε μια κατάσταση που εγγράφεται στις αισθήσεις, με έναν τρόπο ασυνείδητο  που δεν επιδέχεται αναστοχασμό. Με αυτόν τον τρόπο αντιπροσωπεύουν το θεμέλιο της πυρηνικής ταυτότητας φύλου. Στην βάση αυτής της πρώιμα διαμορφωμένης ταυτότητας η λεσβία ή η αμφισεξουαλική γυναίκα δεν αμφιβάλλει για την θηλυκότητα της με τον ίδιο τρόπο που ο ομοφυλόφιλος ή αμφισεξουαλικός άνδρας δεν αμφιβάλλει σε καμία περίπτωση σε ότι αφορά τον ανδρισμό του.

 

Κατά κάποιο τρόπο ως συνέχεια της πυρηνικής ταυτότητας φύλου, χτίζοντας πάνω σε αυτήν, ο ρόλος του φύλου απεικονίζει ένα ακόμη συστατικό της ταυτότητας του φύλου, η οποία διακρίνεται από ένα υψηλότερο συμβολικό/γλωσσικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον Mertens, ο ρόλος του φύλου διαμορφώνει ‘’το σύνολο των προσδοκιών’’ που έχουμε από την δική μας συμπεριφορά αλλά και από την συμπεριφορά του συντρόφου με τον οποίο αλληλεπιδρούμε – αναφορικά και σε σχέση με το φύλο του.  Επίσης αυτό το συστατικό της ταυτότητας φύλου περιέχει ασυνείδητα κομμάτια, χωρίς πρόσβαση στο στοχασμό. Είναι βέβαια στην πλειοψηφία τους περιεχόμενα από την πρώιμη κοινωνικοποίηση, τα οποία  είναι τουλάχιστον ικανά να γίνουν συνειδητά και δεν είναι τόσο βαθιά εγγεγραμμένα στις σωματικές-ψυχικές απαρτιώσεις όπως τα συστατικά της πυρηνικής ταυτότητας φύλου.

 

Οι ρόλοι των φύλων προσδιορίζονται πάνω από όλα μέσα από τις ειδικές πολιτισμικές εντολές και κανόνες καθώς και τις κοινωνικές προσδοκίες. Αυτές καθορίζουν και προσδιορίζουν ποια συμπεριφορά αλλά και ποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας – σε αναφορά με την βιολογία του ανδρικού ή του γυναικείου σώματος – είναι επιθυμητά ή ανεπιθύμητα στις διάφορες συνθήκες της κοινωνικής ζωής και σε διάφορα μοντέλα σχέσεων. Αυτοί οι ρόλοι που αποδίδουμε στα φύλα χαρακτηρίζονται στον πολιτισμό μας κυρίως μέσα από μια διχοτομημένη σχάση ανάμεσα σε δύο αμοιβαία αποκλείουσες παραστάσεις. Του ‘’τυπικά γυναικείου’’ και του ‘’τυπικά ανδρικού’’. Επί του παρόντος οι ρόλοι των φύλων υπόκεινται σε μια ισχυρή μεταβολή μιας και τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες αναλαμβάνουν στην σημερινή εποχή ρόλους, τους οποίους θα ήταν αδύνατον να τους φανταστούμε μέχρι πριν λίγες δεκαετίες (Rauchfleisch 1997).

Το τρίτο στοιχείο που διαμορφώνει την ταυτότητα του φύλου είναι ο προσανατολισμός ως προς το φύλο του ερωτικού συντρόφου. «Ο προσανατολισμός αυτός συσχετίζεται  με την προτίμηση ως προς το φύλο του ερωτικού αντικειμένου ή του αντικειμένου αγάπης. Η επιλογή συντρόφου είναι το αποτέλεσμα πολλαπλών επιρροών:  Στηρίζεται στην πυρηνική ταυτότητα φύλου και προσδιορίζεται από τον ρόλο του φύλου που έχουμε εσωτερικεύσει (και στον οποίο ανήκουν μαζί με άλλα στοιχεία, οι παραστάσεις γύρω από την ετεροφυλία, την ομοφυλοφιλία και την αμφισεξουαλικότητα). Στην ουσία μορφοποιείται μέσα από τις εμπειρίες που αποκτά το παιδί με τους γονείς του καθώς και μέσα από το πρότυπο που του προσφέρουν οι γονείς του με το να συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον και να συμπεριφέρονται ως άνδρας ή γυναίκα αντίστοιχα. Μεγάλη σημασία έχουν ακόμη οι ερωτικές και σεξουαλικές φαντασιώσεις της ύστερης παιδικής ηλικίας και κυρίως της εφηβείας, οι οποίες οδηγούν τους εφήβους να αισθάνονται με σαφή τρόπο την σεξουαλική τους προτίμηση. Οι ερωτικές παραστάσεις ασκούν πάλι από την πλευρά τους μεγάλη επιρροή στην οργάνωση των εσωτερικών βιωμάτων και με αυτόν τον τρόπο συνεισφέρουν σημαντικά στην αυτοκατανόηση του κάθε ανθρώπου.

 

Οι δομές της ταυτότητας φύλου που αναφέρθηκαν εδώ διατρέχουν στους ετερoφυλόφιλους, αμφισεξουαλικούς και ομοφυλόφιλους ανθρώπους μια κάθε φορά εξειδικευμένη πορεία, γύρω από την οποία ακόμη γνωρίζουμε σχετικά λίγα πράγματα. Με σημείο εκκίνησης την κλασσική ψυχαναλυτική θεωρία μερικοί συγγραφείς (Morgenthaler 1987, Gissrau 1989, Friedman1993, Isay 1990, Rauchfleisch 2011) ανέλαβαν την προσπάθεια να διατυπώσουν μια εξελικτική θεώρηση της υγιούς λεσβιακής, ομοφυλόφιλης και ετεροφυλόφιλης ανάπτυξης. Ξεκινάμε από την παραδοχή πως το παιδί καλείται στην πρώιμη φάση της ζωής του να επιλύσει δύο ζητήματα. Να αναπτύξει μια ταυτότητα (Erikson 1966), δηλαδή να συναρμόσει σε ένα σύνολο τις διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας του και να οριοθετηθεί  από τους άλλους ανθρώπους με σκοπό να γίνει αυτόνομο. Εδώ πρόκειται για την ικανότητα να αποφασίζει και να πράττει αυτόνομα. Για λόγους -που πράγματι δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε πέρα από ένα σημείο (πιθανόν κληρονομικές προδιαθέσεις παίζουν εδώ κάποιο σημαντικό ρόλο) – η ανάγκη για αυτονομία κατέχει μια κεντρική θέση στην εξέλιξη ενός ομοφυλόφιλου άνδρα. Ανεξάρτητα από το αν θα μπορούσαμε να βρούμε στα αναδυόμενα βιώματα αυτών των παιδιών και μετέπειτα ενηλίκων συναισθήματα ανεπάρκειας, απογοητεύσεις, προσβολές και άλλες συναισθηματικές επιβαρύνσεις – ‘’διασώζουν’’, και ρυθμίζουν την ενδοψυχική τους ισορροπία μέσω μιας ισχυρής επιδίωξης για αυτονομία. Πράγμα που στην πρώιμη παιδική ηλικία είναι γι αυτούς τους ανθρώπους στενά συνδεδεμένο με αυτοερωτικές δραστηριότητες. Οι ομοφυλόφιλοι άνδρες είναι προσωπικότητες που θέτουν την σεξουαλικότητα τους σε μια εικόνα εαυτού, εντός της οποίας είναι εγγυημένη ως πρώτη προτεραιότητα η εσωτερική και εξωτερική αυτονομία. Αντίστοιχα οι ετεροφυλόφιλοι είναι προσωπικότητες που δίνουν μεγάλη προτεραιότητα  – σε ότι αφορά την εικόνα εαυτού – στην συνείδηση και στην αίσθηση της ταυτότητας τους. Προσανατολίζονται (οι ετερόφυλοι) με βάση πολωμένα ζεύγη αντιθέτων για να γνωρίζουν και να αισθάνονται ποιοι ακριβώς είναι. Και οι ομοφυλόφιλοι έχουν την ανάγκη να ξέρουν και να αισθάνονται ποιοι είναι, ωστόσο κατά δεύτερο λόγο. Η αίσθηση που έχουν για την ταυτότητα τους μπορεί να είναι πιο ήπια οριοθετημένη χωρίς αυτό να τους προκαλεί ανασφάλεια. Και οι ετερόφυλοι επενδύουν τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική αυτονομία αλλά σπάνια τόσο εκτεταμένα ώστε να αισθάνονται πως διακυβεύεται η ταυτότητα τους. Έτσι μπορούν να αφήνονται χαλαρότερα σε μια σχέση που προκαλεί εξάρτηση γιατί στην βάση αυτής της προοπτικής είναι λιγότερο ευάλωτοι στην σύγκρουση από ό,τι οι ομοφυλόφιλοι (Morgenthaler, 1987).

 

H Gissrau αντιλαμβάνεται ως κεντρικό στοιχείο στις ομοφυλόφιλες γυναίκες τον τρόπο που αυτές ως παιδιά ‘’βίωσαν το ερωτικό βλέμμα της μητέρας τους’’, ένα βλέμμα που εσωτερίκευσαν ως συναισθηματικό πρότυπο αλληλεπίδρασης, το οποίο προκαλεί έντονη ευχαρίστηση’’. Οι μητέρες γυναικών που αργότερα έγιναν λεσβίες είχαν επιτρέψει στα παιδιά τους, σε μία φάση της ανάπτυξης πριν την λεκτική επικοινωνία, την ερωτική απόλαυση στον θηλασμό και την απόλαυση που προσφέρουν οι μητρικές φροντίδες. Μέσα από αυτά το αποτέλεσμα ήταν μια πρόωρη ερωτική διέγερση των κοριτσιών. Η πρώτη δίοδος στην κατεύθυνση μιας λεσβιακής εξέλιξης είναι ‘’το μέτρο της ερωτικής αναγνώρισης, το οποίο η μητέρα είναι σε θέση να επιτρέψει στις αλληλεπιδράσεις της με το παιδί κατά την διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής’’(Gissrau 1993, S. 317). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της μετέπειτα ομοφυλόφιλης γυναίκας είναι, το ότι στις στιγμές ανησυχίας που βιώνει στην πρώτη παιδική ηλικία,  προσπαθεί να διασώσει την ενδοψυχική της ισορροπία μέσα από μια ιδιαίτερα στενή δέσμευση (κι αυτό συμπεριλαμβάνει ερωτικά – σεξουαλικά συναισθήματα), αναζητώντας στήριξη από την μητέρα ως μια όμοια της. Διαμέσου της ταύτισης με μία μητέρα που την βιώνει ως παντοδύναμη, το κορίτσι δοκιμάζει να μειώσει την αίσθηση της αδυναμίας και του αβοήθητου που βιώνει ως μικρό παιδί.  «Φαίνεται πως δεν είναι η αυτοερωτική οριοθέτηση και η επιθυμία – που προκύπτει αργότερα μέσα από αυτήν – για αυτονομία, το ουσιώδες στην λεσβιακή επιλογή, αλλά η επιθυμία για το ξεδίπλωμα του εαυτού στην σχέση με έναν όμοιο» (Gissrau, 1989). Με τα λόγια του Morgenthaler: η επιδίωξη για ταυτότητα.

 

Στην εξέλιξη προς έναν αμφισεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να ξεκινάμε από την παραδοχή πως σε αυτά τα παιδιά οι ανάγκες για ταυτότητα και αυτονομία είναι με τον ίδιο τρόπο περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως οι αμφισεξουαλικοί άνθρωποι στο ζήτημα του προσανατολισμού τους γύρω από την επιλογή ερωτικού συντρόφου αισθάνονται λιγότερο καθορισμένοι (από τους ομοφυλόφιλους και τους ετερόφυλους), μπορούμε να συμπεράνουμε πως σε αυτούς, είτε πρόκειται για άνδρες είτε για γυναίκες, η επιδίωξη της αυτονομίας αποτελεί ένα έντονο χαρακτηρολογικό στοιχείο. Ο Morgenthaler περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνθήκη οδηγεί σε μια εσωτερική ευελιξία.

 

Στην βάση αυτής της εξελικτικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα στην πρώιμη παιδική ηλικία οδηγούμαστε σε εντελώς εξειδικευμένους αστερισμούς κατά την διάρκεια της οιδιπόδειας φάσης. Οι διαδρομές είναι διαφορετικές για ετερόφυλους, ομοφυλόφιλους και αμφισεξουαλικούς ανθρώπους. Η ανάπτυξη των ετερόφυλων ανδρών και γυναικών προχωρά σύμφωνα με το γνωστό αξίωμα της παραίτησης από την εγγύτητα με τον γονέα του άλλου φύλου για χάρη της ταύτισης με το γονέα του ίδιου φύλου. Μέσα από την ανακάλυψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του φύλου, στο προ-ομοφυλόφιλο αγόρι αμβλύνεται η οιδιπόδεια σύγκρουση μιας και η αιμομικτική επιθυμία χάνει τα περιεχόμενα της. Με αυτόν τον τρόπο παρακμάζει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Στην θέση του μπαίνει μια παιγνιώδης συναναστροφή με εν δυνάμει αντικείμενα αγάπης, το διπλό πρόσωπο των οποίων έχει για τον ομοφυλόφιλο άνδρα κατά την διάρκεια της ζωή του κάτι που το βιώνει ως απελευθερωτικό και ως κάτι που φέρει μια σχετικότητα. Για την προ-ομοφυλόφιλη γυναίκα το ειδικό χαρακτηριστικό της οιδιπόδειας συνθήκης βρίσκεται στο ότι αυτή η εξελικτική φάση χαρακτηρίζεται από μια διπλή απογοήτευση: Από την μία το κορίτσι αισθάνεται ματαίωση από την μητέρα του ως προς τις ερωτικές επιθυμίες που της απευθύνει και στις οποίες αυτή δεν ανταποκρίνεται. Μια μητέρα, την οποία συχνά βιώνει ως κυρίαρχη. Από την άλλη, η μεγάλη απογοήτευση έρχεται από τον πατέρα στον οποίο η κόρη στρέφεται μετά την απόρριψη από την μητέρα της. Ένας πατέρας όμως που δεν είναι σε θέση να την βοηθήσει.

 

Σε σχέση με την δεύτερη ‘’δίοδο’’ στην πρώιμη παιδική εξέλιξη, μπορούμε να υποθέσουμε πως  τα παιδιά που αργότερα θα διαμορφώσουν έναν αμφισεξουαλικό προσανατολισμό – σε αναλογία με τους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες – αντιλαμβάνονται τον πατέρα και την μητέρα ως ‘’εντελώς άλλους’’. Και ως συνέπεια αυτής της συνθήκης (ριζικής ετερότητας) παρουσιάζουν αυτήν την ‘’διπλοπροσωπία’’ με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο.

 

Η απογοήτευση που προαναφέρθηκε για τα προ-λεσβιακά κορίτσια  σε ότι αφορά τον πατέρα τους, o Isay βρίσκει πως διαδραματίζει έναν κεντρικό ρόλο και στα προ-ομοφυλόφιλα αγόρια. Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα παιδιά με έναν ομοφυλόφιλο και σε αυτά με έναν ετεροφυλόφιλο προσανατολισμό βρίσκεται κατά τον Isay (1990) στο πρώιμο συναίσθημα, συχνά από το τέταρτο έτος της ζωής, το να είναι κανείς ‘’διαφορετικός’’ από τους συνομήλικους του. Αυτή η ανάμνηση της διαφορετικότητας υπηρετεί κατά την γνώμη του την συγκάλυψη ομόφυλων φαντασιώσεων που απευθύνονται στον πατέρα. Φαντασιώσεις τις οποίες το παιδί βίωσε ως κατακριτέες.

 

Οι ορατές διαφορές ανάμεσα στις εξελίξεις στους ομοφυλόφιλους, τις λεσβίες, του αμφισεξουαλικούς και τους ετεροφυλόφιλους ανθρώπους γίνονται αντιληπτές τελικά στην εφηβεία. Εδώ πρόκειται για το ζήτημα σε ποιο βαθμό γίνεται εφικτό για τον καθένα να συνενώσει την εσωτερικευμένη εικόνα που διαθέτει για τον εαυτό του με την κοινωνική πραγματικότητα. Στην περίπτωση της κοινωνικά αποδεκτής και γι αυτόν τον λόγο ’’φυσιολογικής’’ ετεροφυλοφιλίας, δεν προκύπτει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Στην περίπτωση όμως της λεσβιακής, ομοφυλόφιλης και αμφισεξουαλικής προοπτικής βρίσκουμε ένα άνισα δυσεπίλυτο πρόβλημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του ‘’coming out’’. Η διαδικασία αυτή συμπεριλαμβάνει από την μία πλευρά μια ενδοψυχική διαδικασία, δηλαδή την ευαισθητοποίηση γύρω από τον εαυτό και την τελική βεβαιότητα του να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος, λεσβία, αμφισεξουαλικός ή ετεροφυλόφιλος. Από την άλλη πλευρά περιέχει μια κοινωνική διάσταση, στην οποία πρόκειται για την διαδρομή εύρεσης των τρόπων να παρουσιάζεται κανείς στην δημόσια σφαίρα και να επινοεί το δικό του στιλ ζωής – σε αντιστοιχία με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του.

 

Το coming out θέτει αν μη τι άλλο μεγάλες απαιτήσεις, γιατί οι λεσβίες, οι ομοφυλόφιλοι και οι αμφισεξουαλικοί από την μια πλευρά ταυτίζονται με τα προκαθορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς, από την άλλη όμως διαμορφώνουν την επιλογή συντρόφου και την ερωτική τους ζωή με έναν τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες συμπεριφοράς του περιβάλλοντος τους. Ενώ το ετεροφυλόφιλο παιδί –  με έναν συνεχώς διαφοροποιούμενο και εντός των κοινωνικών σχέσεων εξελισσόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό – μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον το οποίο προσδοκά από αυτό πράγματα που το ίδιο αισθάνεται και βλέπει στον εαυτό του, λείπει από το ομοφυλόφιλο και αμφισεξουαλικό παιδί αυτή η κατάφαση κι επικύρωση μέσα από το δικό του πλαίσιο αναφοράς. Έτσι τα παιδιά αυτά πρέπει να παραιτηθούν από κάτι που έχει πολύ μεγάλη σημασία για το αίσθημα αυτοεκτίμησης και την περαιτέρω σταθεροποίηση των αισθημάτων που συνδέονται με την ταυτότητα τους. Αντί γι αυτό αισθάνονται τον εαυτό τους από κάθε άποψη ‘’διαφορετικό’’ συγκρινόμενοι με τους συνομήλικους συμμαθητές και συμμαθήτριες τους. Δεν γίνονται αποδεκτοί με πολλούς τρόπους και σε σχέση με σημαντικές εκδοχές της εξέλιξης τους αποκλείονται συχνά από τον διάλογο με άλλα παιδιά. Στην περίπτωση που επιτευχθεί μια σταθερή αίσθηση αυτοεκτίμησης και αναπτυχθεί ένα θετικά βιωμένο στοιχείο μιας λεσβιακής, ομοφυλόφιλής ή αμφισεξουαλικής ταυτότητας – τότε είναι πολύ σημαντικό να υποστηριχθεί από το κοντινό αλλά και από το ευρύτερο περιβάλλον δημιουργικά η διαδικασία του coming out. Σημαντικό ρόλο ως προς αυτό διαδραματίζει η διαμόρφωση και σταθεροποίηση του ομοφυλόφιλου, λεσβιακού και αμφισεξουαλικού τρόπου ζωής και συμπεριφοράς. Αν και ξεκινάμε από την παραδοχή πως οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί από μόνοι τους αυτοί καθ αυτοί δεν λένε κάτι σε σχέση με το ζήτημα της ψυχικής υγείας ή ασθένειας, ανοίγονται ωστόσο εξειδικευμένοι τρόποι ψυχοθεραπευτικών ή συμβουλευτικών παρεμβάσεων γι αυτούς τους ανθρώπους. Αντενδείκνυνται απόλυτα (γιατί είναι αδύνατη, ανήθικη και ενάντια στην θεραπεία) η προσπάθεια αλλαγής του σεξουαλικού προσανατολισμού. Στην ψυχοθεραπεία  πρόκειται πάντα μόνο για την βοήθεια που μπορούμε να δώσουμε στους ασθενείς και στις ασθενείς που συνοδεύουμε στην πορεία της εύρεσης του εαυτού τους. Αναζητώντας γι αυτούς και μαζί με αυτούς ένα κατάλληλο στιλ ζωής σε συμφωνία με την εσωτερική ταυτότητα του φύλου τους.

 

Ιδιαίτερα  προβλήματα που αντιμετωπίζουμε μας ενηλικιώνουν μέσα από τη αναγκαιότητα να εμπλακούμε σε συμβουλευτικές διαδικασίες με τους γονείς και τους συγγενείς αυτών των ανθρώπων. Τέτοιου είδους συμβουλευτικές πρακτικές περιέχουν μια ελεύθερη από στερεότυπα αντικειμενική διασαφήνιση γύρω από την εξέλιξη και τους τρόπους ζωής ομοφυλόφιλών και αμφισεξουαλικών ανθρώπων. Αποτελούν επίσης μια αποφόρτιση των γονέων από το αίσθημα ενοχής πως εξαιτίας κάποιων ‘’λαθών’’ που έκαναν κατά το μεγάλωμα του παιδιού τους – είναι υπεύθυνοι για την ομοφυλοφιλία ή αμφισεξουαλικότητα του (Rauchfleisch 1996). Μια ψυχοθεραπευτική στήριξη από καιρό σε καιρό προσφέρεται κατά την διαδικασία του coming out, όταν πρόκειται για το ζήτημα της αντιμετώπισης των τραυματισμών που βίωσαν αμφισεξουαλικοί και ομοφυλόφιλοι πελάτες μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή στην ζωή τους. Τους συνοδεύουμε στην επεξεργασία των εσωτερικευμένων αρνητικών εικόνων της ομοφυλοφιλίας και της αμφισεξουαλικότητας από τους ίδιους καθώς και στις διεργασίες γύρω από τα ζητήματα του στιλ ζωής που επιλέγουν.

 

Μιας και τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών σε αρκετές χώρες διασφαλίστηκαν σχετικά πρόσφατα, μπορεί να είναι πολύ σημαντική η συνεισφορά μας – στο πλαίσιο οικογενειακών θεραπειών και θεραπειών ζευγαριών – ως προς τις διασαφηνίσεις και ως προς την σταθεροποίηση των σχέσεων (Frossard 1996, Simon 1996).

…………………………..

 

Στην περίπτωση ψυχικών διαταραχών λεσβιών, ομοφυλοφίλων κι αμφισεξουαλικών αντιμετωπίζουμε αντιδραστικές (προκύπτουν από μια ιδιαίτερη κατάσταση στην ζωή) και πρωταρχικές διαταραχές (που δεν βρίσκονται σε κάποια αιτιολογική συνάρτηση με τον ομοφυλόφιλο προσανατολισμό). Στην ψυχοθεραπεία οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ομοφυλοφιλία και ψυχική διαταραχή (Rauchfleisch 1999).

 

Ε. Διεπιστημονικά ευρήματα και συνεισφορές

 

Αναφορικά με τους σεξουαλικούς προσανατολισμούς διαθέτουμε από την πλευρά της βιολογίας  περιεκτικά ερευνητικά αποτελέσματα. Η επιστήμη της βιολογίας ασχολείται κυρίως με τρεις πλευρές του θέματος: με τις γενετικές προδιαθέσεις, τις ενδοκρινολογικές επιρροές και τις αιτιάσεις που σχετίζονται με την μορφολογία του εγκεφάλου. Τα διαθέσιμα ως σήμερα ευρήματα είναι με πολλούς τρόπους αντιφατικά (για παράδειγμα οι διαφορετικές έρευνες γύρω από διδύμους). Συχνά οι πληθυσμιακές ομάδες προς εξερεύνηση δεν είναι αντιπροσωπευτικές. Για παράδειγμα οι έρευνες μορφολογίας του εγκεφάλου του νευροβιολόγου Levay σε πτώματα ομοφυλόφιλων που νόσησαν και πέθαναν από Aids. Μερικές φορές τα διάφορα ευρήματα είναι σε μεγάλη έκταση υποθετικά, όπως για παράδειγμα η δημοσιευμένη το 1993 παρατήρηση του αμερικανού μοριακού βιολόγου Dean Hammer πως ένα γονίδιο που υπάρχει στο χρωματόσωμα – X το οποίο επηρεάζει τον ομοφυλόφιλο προσανατολισμό στους άνδρες. Ως συμπέρασμα από τα έως σήμερα ερευνητικά αποτελέσματα από τον χώρο της βιολογίας μπορούμε να κρατήσουμε το ότι ως προς τους ομοφυλόφιλους, λεσβιακούς και αμφισεξουαλικούς προσανατολισμούς προφανώς υπάρχει διαθέσιμο ένα υπόστρωμα κάποιων κληρονομικών προδιαθέσεων. Πόσο ιδιαίτερη είναι αυτή η προδιάθεση και κάτω από ποιες συνθήκες καταλήγουμε στο έναν ή στο άλλον σχηματισμό – είναι κάτι που δεν μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια στην βάση αυτών των ερευνών. Ο αντίποδας των ερευνών που εκκινούν από την βιολογία βρίσκεται στις έρευνες που προέρχονται από την κοινωνιολογία (κονστρουκτιβισμός, McIntosh 1968, Gagnon 1973). Αυτοί οι συγγραφείς υποθέτουν πως η ομοφυλοφιλία, η αμφισεξουαλικότητα και η ετεροφυλοφιλία δεν αποτελούν καταστάσεις ή κάποια διαθέσιμα δεδομένα της πραγματικότητας αλλά αντίθετα είναι κοινωνικές – πολιτικές κατασκευές και ως εκ τούτου υποκείμενα μιας συνεχούς μεταβολής. Αν και αυτή η άποψη είναι μονομερής, της προσδίδουμε μια ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που μας υποδεικνύει τον διαδικαστικό χαρακτήρα του σεξουαλικού προσανατολισμού και μας παραπέμπει στο γεγονός πως οι σεξουαλικές επιλογές βρίσκονται κάτω από την επιρροή κοινωνικών επικαθορισμών (επιτελεστικότητα Σ.τ.μ) και υπόκεινται σε μια διαδικασία αλλαγών κατά την διάρκεια της ζωής.

 

Απόδοση από την γερμανική γλώσσα, Σκαρπίδης Κώστας.

 

Δείτε ακόμη:

http://tvxs.gr/news/sci-tech/i-epistimi-mexri-simera-den-exei-apantiseis-peistikes-gia-tin-eterofylofilia-afieromen

http://www.lifo.gr/team/gayandlesbian/34104

http://www.10percent.gr/old/issues/200804/03.html

https://ptsitsanis.wordpress.com/2013/12/15/freud-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B

 

Πηγή: http://io21.net