H σεξουαλικότητα είναι κατά τον Φρόυντ, μία από τις στοιχειώδεις βιολογικές εκδηλώσεις μαζί με την πείνα και την αναπνοή.

 

Η φροϋδική θεωρία ανέδειξε την ύπαρξη της παιδικής σεξουαλικότητας και μάλιστα πολύμορφα διαστροφικής, πολύ θαρραλέο εγχείρημα για τα δεδομένα της εποχής, και διαχώρισε τη σεξουαλικότητα από τη γεννητικότητα, την ικανότητα αναπαραγωγής που αποκτάται αργότερα, στην περίοδο της εφηβείας.

Ο διαχωρισμός αυτός υπήρξε πολύ σημαντικός, όχι μόνο γιατί συνέβαλε στην απομάκρυνση από την ιδέα του «αθώου παιδιού» που υπήρχε μέχρι τότε, αλλά και γιατί ανέδειξε την ύπαρξη μιας σεξουαλικότητας που προϋπάρχει της επικράτησης της γεννητικής ζώνης και αφορά διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως τη στοματική, την πρωκτική, αλλά και τελικά ολόκληρου του δέρματος, εφόσον, όπως προτείνει ο Φρόιντ το 1905 στα Τρία Δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, ολόκληρη η επιφάνεια του δέρματος και το σώμα στο σύνολό του μπορεί να αποτελέσει ερωτογενή ζώνη.

 

Η στιγμή έλευσης του αυτοερωτισμού, μια στιγμή ιδιαίτερης αξίας στην οργάνωση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, έγκειται στη στιγμή κατά την οποία το βρέφος εγκαταλείποντας το μητρικό στήθος, αρχίζει να πιπιλίζει τον αντίχειρά του. Πηγή και αντικείμενο εδώ συμπίπτουν, ευρισκόμενα και τα δύο στο σώμα του υποκειμένου και μάλιστα στην ίδια περιοχή: τη στοματική. Από το στήθος που μέχρι τότε το ικανοποιούσε, περνάει, μέσω μετατόπισης, στο ίδιο του το σώμα. Πρόκειται για την απώλεια του πρωταρχικού αντικειμένου, οπότε εμπεριέχει την προβληματική του πένθους και φέρει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της απώλειας, πρότυπο κάθε μελλοντικής απώλειας. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει αυτοερωτισμός αν δεν προϋπάρξει ένας αλλοερωτισμός. Για να αγαπηθεί κάποιος από τον εαυτό του απαιτούνται δύο.

 

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι εξ αρχής τραυματική. Το ανθρώπινο ον είναι ταγμένο να αντιμετωπίσει την εξωτερική πραγματικότητα και να πενθήσει το γεγονός ότι δεν μπορεί να κατέχει και τους δύο γονείς του, δεν μπορεί να αποκτήσει τη μαγική δύναμη που υποτίθεται ότι διαθέτουν, δεν μπορεί να ανήκει και στα δύο φύλα και να ενσαρκώνει και τα δύο γεννητικά όργανα. Η απογοήτευση, η οργή, το άγχος, η «πρωτόγονη» θλίψη που συνοδεύουν αυτές τις απώλειες αφήνουν τα ίχνη τους, άλλοτε καλά μεταμφιεσμένα κι άλλοτε πιο εμφανή και ευδιάκριτα μέσα μας. Καθώς το παιδί μεγαλώνοντας αποδέχεται την αναπόφευκτη μονοφυλετικότητά του, ωθείται να αντισταθμίσει με άλλους τρόπους την αποποίηση των διφυλετικών του επιθυμιών και να ταυτιστεί ως άρρεν ή θήλυ υποκείμενο- όχι μέσω της βιολογικής κληρονομιάς, αλλά μέσω των ψυχικών αναπαραστάσεων που μεταφέρονται τόσο μέσω του ασυνειδήτου των δύο γονέων όσο και μέσω του κοινωνικοπολιτιστικού τους περιβάλλοντος.

 

Ο Φρόιντ απέδιδε επίσης, μεγάλη σημασία στο ρόλο της σεξουαλικότητας στη δημιουργία τόσο των νευρώσεων όσο και των ψυχώσεων. Επίσης συνέδεσε τη σεξουαλικότητα με την ικανότητα σύναψης νέων συνδέσεων, σε αντιδιαστολή με την ενόρμηση θανάτου, η οποία ταυτίζεται με την τάση καταστροφής αυτών των δεσμών. Στην πραγματικότητα η σωματική και ψυχική υγεία στηρίζεται στην ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών «αντιμαχόμενων» δυνάμεων. Διότι η δράση της ενόρμησης του θανάτου είναι επίσης πολύτιμη, αρκεί να μην υπερβαίνει κάποια όρια, να μη δρα ανεξέλεγκτα, στρεφόμενη σε κάποιες περιπτώσεις προς το ίδιο το άτομο ή ακόμα και προς το ίδιο του το σώμα.

 

Η σεξουαλικότητα του καθενός μας προκύπτει μέσα από μια μακριά συγκρουσιακή περιπέτεια. Η ικανοποιητική σεξουαλική ζωή είναι το ζητούμενο για όλους ανεξαιρέτως. Κανείς δεν έχει εξασφαλίσει τη χαλιναγώγηση της επιθυμίας του σε σημείο που αυτή να τον αφήσει ήσυχο. Το υποκείμενο γενικά εισέρχεται στην επιθυμία του ως διχασμένο: Άλλο τι κάνουμε και άλλο τι θα θέλαμε να κάνουμε, αλλά δεν μπορούμε ή δεν έχουμε την ευκαιρία ή δεν τολμούμε να κάνουμε. Η απόλαυση με κεφαλαίο Α παραμένει το άπιαστο όνειρο που κυνηγά κάθε άνθρωπος, με ό,τι μαστόρεμα του έλαχε να σκαρώσει, στο εκ των υστέρων της εφηβείας, με τα απομεινάρια της παιδικής του σεξουαλικότητας.

 

Τα αντικείμενα της σεξουαλικής επιθυμίας δεν είναι έμφυτα και οφείλουμε να τα ανακαλύψουμε μόνοι μας. Το αίσθημα της προσωπικής ταυτότητας και του σεξουαλικού προσανατολισμού επιλέγονται στην πρώιμη παιδική ηλικία και το επανανακαλύπτουμε στην εφηβεία. Είναι λοιπόν, προφανές ότι η απόκτηση της έννοιας της προσωπικής και σεξουαλικής ταυτότητας επιβάλει το πένθος για μια σειρά από αυταπάτες σχετικά με την επιθυμία κατοχής «αυτού που είναι διαφορετικό από τον εαυτό». Αυτή η διαδικασία δίχως πόνους και θυσίες. Ορισμένα παιδιά τα καταφέρνουν καλύτερα απ’ ό,τι άλλα σ’ ατή τη διεργασία του πένθους, από την οποία δεν ξεφεύγει κανείς. Αυτά τα αναπόφευκτα παιδικά τραύματα καραδοκούν και οργανώνουν το βασικό πυρήνα των συμπτωμάτων μας.

 

Το σημαντικό πάντως είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για σεξουαλικότητα, αλλά για σεξουαλικότητες, στο βαθμό που φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές σεξουαλικότητες που εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Έτσι, χρειάζεται να διακρίνουμε μια σεξουαλικότητα που θα μπορούσε να αποδειχτεί ως και καταστροφική ή και αυτοκαταστροφική για το υποκείμενο, από μία άλλη που βρίσκεται στην υπηρεσία της ζωής και στις απαρχές της ίδιας της ψυχικής ζωής. Θα ήταν επίσης σκόπιμο να διακρίνουμε τη σεξουαλικότητα που είναι άρρηκτα δεμένη με τη φαντασίωση, από κείνη που φαίνεται να διαγράφει μία πορεία, η οποία δε συνδέεται άρρηκτα με τη φαντασίωση. Τέλος υπάρχει η σεξουαλικότητα που φαίνεται να αναζητά διαρκώς τη διέγερση και μία άλλη που αναζητά την εκφόρτιση.

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από τo βιβλίο, “Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας”, Freud)

 

 Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου