Η παντοδυναμία του έρωτα ποτέ ίσως δεν εκδηλώνεται πιο έντονη απ’ ότι στις παρεκκλίσεις αυτού του είδους.

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Οι διαστροφές είναι σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση, είτε, (β) όταν ο οργασμός επιτυγχάνεται σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να φέρουν σεξουαλική ευχαρίστηση (φετιχισμός, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμός), είτε, (γ) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός. Η ομοφυλοφιλία δεν υπάγεται πλέον στις διαστροφές.

 

Ο σεξουαλικά διεστραμμένος βρίσκει την απόλαυση σε φαντασιώσεις και/ή συμπεριφορές που ανταποκρίνονται σε πολύ συγκεκριμένες και στερεοτυπικές «εμμονές» σε ένα αντικείμενο-φετίχ, μια ερωτογενή ζώνη, μια παιδική χειρονομία, μια σαδομαζοχιστική ή επιδειξιομανή-ηδονοβλεπτική συνιστώσα της σεξουαλικότητας, ή ακόμη σε ένα συγκεκριμένο τύπο προσώπων. Στο διαστροφικό η σεξουαλικότητα λειτουργεί με την αναζήτηση της διέγερσης και όχι σύμφωνα με την αρχή της ηδονής προσβλέποντας στη μείωση της έντασης και στην εκφόρτιση. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των πρακτικών είναι η αποκλειστική πόλωση του προσώπου του/της ερωτικού συντρόφου.

Η σεξουαλική διαστροφή θα μπορούσε να αποκαλεστεί και σεξουαλική εξάρτηση καθώς το υποκείμενο εξαρτάται από συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές, δηλαδή μια κατάσταση όπου αισθάνεται κανείς εξαναγκασμένος να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο σενάριο στη σεξουαλική του ζωή χωρίς κανένα περιθώριο επιλογής ή ελευθερίας.

 

«Ο διεστραμμένος είναι βαθιά δύσπιστος απέναντι στη σαγήνη και επιχειρεί να την κωδικοποιήσει. Επιχειρεί να συγκεκριμενοποιήσει τους κανόνες της, να τους τυποποιήσει σ’ ένα κείμενο, να του διατυπώσει σε μια συμφωνία. Μ’ αυτόν τον τρόπο παραβαίνει τον θεμελιώδη κανόνα, αυτόν του μυστικού. Αντί να τηρεί το εύκαμπτο εθιμοτυπικό, την ήπια αναμέτρηση της σαγήνης, ο διεστραμμένος θέλει να καθιερώσει ένα άκαμπτο εθιμοτυπικό, μια άτεγκτη μονομαχία. Ανάγοντας τον κανόνα σε κάτι το ιερό και το πρόστυχο, στοχεύοντάς τον ως σκοπό, δηλαδή ως νόμο, χαράζει μια απόλυτη άμυνα: το θέατρο του κανόνα παίρνει το επάνω χέρι, όπως στην υστερία, όπου το πάνω χέρι το παίρνει το θέατρο του σώματος. (Σε γενικότερες γραμμές, όλες οι διεστραμμένες μορφές σαγήνης έχουν το κοινό ότι προδίδουν το μυστικό της και τον θεμελιώδη κανόνα που ορίζει ότι δεν πρέπει να ειπωθεί ποτέ)».

(Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

 

Ο Φρόυντ στις «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» υποστήριξε ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα δεν εξαντλείται στην ώριμη γεννητική σεξουαλικότητα των ενηλίκων. Επίσης κατέδειξε ότι σεξουαλικά διεγέρσιμοι δεν είναι μόνο οι γεννητικοί βλεννογόνοι, αλλά και οι βλεννογόνοι του πρωκτού και του στόματος και δυνητικά όλα τα όργανα του σώματος, αισθητήρια και μη. Όταν το παιδί τρώει, ερεθίζει το βλεννογόνο του στόματος, όταν εκπαιδεύεται στον έλεγχο των σφικτήρων του ερεθίζει τους αντίστοιχους βλεννογόνους, όταν κοιτάζει, ακούει, όταν αγγίζει το σώμα της μητέρας, όταν προκαλεί ή υφίσταται πόνο, και βέβαια όταν αυνανίζεται, ζει εμπειρίες οι οποίες μπορούν αυτοδίκαια να χαρακτηριστούν σεξουαλικές. Όλες αυτές οι επί μέρους σεξουαλικές δραστηριότητες τις οποίες το παιδί βιώνει ενεργητικά ή παθητικά συνιστούν ρεύματα, τα οποία θα συγκλίνουν, χωρίς να χαθούν μέσα απʼ αυτή τη σύγκλιση ολοκληρωτικά, προκειμένου γύρω στα τέσσερα με πέντε χρόνια, μετά το οιδιπόδειο, να δοθεί η σεξουαλική πρωτοκαθεδρία στα γεννητικά όργανα. Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, για τη σεξουαλικότητα το αντικείμενο, αυτό δηλαδή που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της, δεν είναι πρωτεύον, και δυνητικά είναι εναλλάξιμο. Στην αρχή της ζωής το αντικείμενο ουσιαστικά δεν υπάρχει, το παιδί βιώνει τη μητέρα του ως μέρος του εαυτού του και αυτό συγκροτείται στον ψυχισμό του παιδιού θεωρούμενο ως ξεχωριστή εξωτερική οντότητα, μόνο στην πορεία. Μέχρι να γίνει αυτό και μέχρι να αποκτήσουν τα γεννητικά όργανα οριστική πρωτοκαθεδρία, η σεξουαλικότητα του παιδιού θα είναι πολύμορφη και δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται ως διαστροφική.

(Στον ενήλικα νευρωτικό, οι μερικές ενορµήσεις παρατηρούνται υπό τη μορφή των προκαταρκτικών ευχαριστήσεων στην προκαταρκτική σεξουαλική δραστηριότητα πριν τη σεξουαλική πράξη.)

 

Στον ενήλικα διαστροφικό, δεν βλέπουμε παρά την αποτυχία ενός ψυχισμού να φέρει εις πέρας αυτήν την αναπτυξιακή πορεία και στο ψυχικό του προφίλ δεν βλέπουμε παρά τα χαρακτηριστικά μιας καθήλωσης σε μια ανώριμη αναπτυξιακή φάση. Ανώριμη εδώ σημαίνει προ-οιδιπόδεια. Γιατί για τον Φρόυντ το κλειδί στην αιτιοπαθολογία της διαστροφής είναι η σχέση με το οιδιπόδειο. Μετά το οιδιπόδειο το παιδί μπορεί να δει την πραγματικότητα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια. Μια ενάργεια την οποία δεν συναντάει όμως κανείς στη διαστροφή. Γιατί σε σχέση με την πραγματικότητα των επώδυνων οιδιπόδειων διαπιστώσεων, η διαστροφή κάνει ζαβολιές. Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι η διαστροφή προκαλείται από μια καθήλωση σε μια μερική ενόρμηση η οποία λειτουργεί ως άμυνα στην πλήρη γεννητική σεξουαλικότητα με τις οιδιπόδειες επιπτώσεις της, δηλαδή άμυνα στην απειλή της αιμομιξίας και στο άγχος ευνουχισμού.

 

«Οι διαφορές στα τελικά προϊόντα μπορεί να είναι ποιοτικής φύσεως, αλλά η ανάλυση δείχνει ότι οι διαφορές ανάμεσα στους καθοριστικούς παράγοντες είναι μόνο ποσοτικές».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

«Φαίνεται πως κάθε υγιές άτομο μπορεί να προσθέσει στον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό κάτι τι που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως διεστραμμένο και η γενική ισχύς αυτής της ανακάλυψης είναι από μόνη της αρκετή για να δείξει το πόσο απρόσφορη είναι η χρήση του όρου διαστροφή ως όρου μομφής».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από το περιοδικό «Εκ Των Υστέρων», “Όψεις της Σεξουαλικότητας”. “Καταδικασμένοι να απολαμβάνουν. Ρόλος του αντικειμένου, διαχείριση του ευνουχισμού και ενορμητική οικονομία στη διαστροφική σεξουαλικότητα”, Γ. Κούριας, “Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης”, Laplanche και Pontalis και “Τρεις Πραγματείες για τη Σεξουαλικότητα”, Freud.)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου