Η διπλή προσωπικότητα των ανδρών και η ασφυκτική υποταγή των γυναικών, καθώς και η απαγόρευση του αυνανισμού και της ομοφυλοφιλίας, κατά τον 19ο αιώνα, έμελλε κάποια στιγμή να διαμορφώσει τους απελπισμένους νευρωτικούς πελάτες του Φρόυντ. Δεν ήταν εύκολο, βλέπεις, να το παίζεις τέλειος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, όπως απαιτούσε η «πολιτισμένη συμπεριφορά» των savoir vivre της εποχής. 

 

Η γυναικεία υστερία οφειλόταν στους βαρύτατους καταναγκασμούς και στην υποκρισία που επιβάλλονταν στις γυναίκες στα πλαίσια της οικογένειας. Ο Μπαλζάκ περιγράφει την ψυχρότητα των αγνών συζύγων στη «Φυσιολογία του γάμου» αναφέροντας την κλασσική δικαιολογία, την ημικρανία, που τη χρησιμοποιούν για να αποφύγουν τους συζύγους τους. Αλλά και οι διαστροφές, που τότε είχαν ξεκάθαρη ανοδική πορεία, αποτελούσαν έναν τρόπο απελευθέρωσης από το άγχος και την ενοχή. Η εξάπλωση του σαδομαζοχισμού, που ήδη εφαρμοζόταν στα πορνεία, ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των σωματικών τιμωριών που επιβάλλονταν στους νέους. Στη Βικτωριανή περίοδο, για παράδειγμα, στα ιδιωτικά σχολεία, εφάρμοζαν τη μαστίγωση ως μέσο τιμωρίας και στο σπίτι επέβαλλαν στα ανυπάκουα αγόρια να φορούν τα σφιχτά, άβολα γυναικεία ρούχα της εποχής, με σκοπό μια πειθήνια και καθωσπρέπει συμπεριφορά. Η συνήθεια αυτή λεγόταν Petticoat discipline ή Petticoat punishment. (Petticoat: το μεσοφόρι, το φουρώ, το κομπινεζόν). Δεν είναι παράξενο που τα μισά περίπου πορνεία του Λονδίνου τον 19ο αιώνα, ειδικεύονταν σε σαδιστικές αναπαραστάσεις, όπου οι άντρες έπαιζαν το ρόλο του θύματος και όπου οι πόρνες «ήταν ντυμένες με πολύχρωμους κορσέδες και χρησιμοποιούσαν επιδέξια το μαστίγιο».

 

Μέσω των μαζοχιστικών φαντασιώσεων ο Φρόιντ πιστεύει ότι βρίσκει έκφραση ένα αίσθημα ενοχής. Υποτίθεται δηλαδή, ότι το εν λόγω άτομο έχει διαπράξει κάτι απροσδιόριστα κακό για το οποίο οφείλει να εξιλεωθεί μέσω του πόνου που υφίσταται. Και όχι μόνο. 

 

«Ο μαζοχιστής δημιουργεί έναν πειρασμό για «αμαρτωλές» πράξεις, για τις οποίες το άτομο θα πρέπει στη συνέχεια να εξιλεωθεί μέσω των κατηγοριών που του απευθύνει η σαδιστική ηθική συνείδηση ή μέσω του σωφρονισμού που ασκεί η μεγάλη γονεϊκή εξουσία της μοίρας. Για να προκαλέσει την τιμωρία από αυτήν την έσχατη αντικαταστάτρια των γονέων, ο μαζοχιστής αναγκάζεται να πράττει άσκοπα, να εργάζεται ενάντια στο ίδιο του το όφελος, να καταστρέφει τις προοπτικές που διανοίγονται γι’ αυτόν στον πραγματικό κόσμο και, ενδεχομένως, να αφανίσει την ίδια την πραγματική του ύπαρξη». 

(Freud, Το οικονομικό πρόβλημα του μαζοχισμού)

 

Ο μαζοχισμός διατηρεί επικίνδυνες σχέσεις με την εξάρτηση και κάποτε με τη μελαγχολία. Ο μαζοχιστής θέλει να τον μεταχειρίζονται ως μικρό, αβοήθητο και εξαρτημένο παιδί, ιδίως όμως σαν κακό παιδί. 

 

 «Με τον όρο διαστροφικότητα εννοώ τον συνειδητό ή ασυνείδητο μετασχηματισμό κάτι καλού σε κακό: της αγάπης σε μίσος, του νοήματος σε κάτι χωρίς νόημα, της συνεργασίας σε εκμετάλλευση, της τροφής σε κόπρανα… Η διαστροφικότητα είναι μια ποιότητα στις σχέσεις με τα αντικείμενα, η οποία αντανακλά τη συνειδητή ή ασυνείδητη επιστράτευση της αγάπης, εξάρτησης και/ή σεξουαλικότητας με την κοινή έννοια στην υπηρεσία της επιθετικότητας». (Krnberg)

 

Όσον αφορά την ενεργητική αλγολαγνεία, τον σαδισμό, είναι εύκολο να βρούμε τις ρίζες του στη φυσιολογική ζωή. Η σεξουαλικότητα των περισσότερων ανδρών περιέχει ένα στοιχείο επιθετικότητας – μια επιθυμία να καθυποτάξουν. 

 

Η βιολογική σημασία του φαινομένου αυτού φαίνεται να στηρίζεται στην ανάγκη εξουδετέρωσης της αντίστασης του σεξουαλικού αντικειμένου με τρόπους διαφορετικούς από τη διαδικασία της ερωτικής πολιορκίας. Έτσι, ο σαδισμός θα αντιστοιχούσε σε ένα επιθετικό συστατικό του σεξουαλικού ενστίκτου το οποίο έχει ανεξαρτητοποιηθεί και υπεραναπτυχθεί και, μέσω του εκτοπισμού, έχει σφετεριστεί την κυρίαρχη θέση.

 

Συχνά, αποδεικνύεται ότι ο μαζοχισμός δεν είναι τίποτε άλλο από μια προέκταση του σαδισμού που στρέφεται ενάντια στο ίδιο το υποκείμενο, το οποίο έτσι, κατά κάποιο τρόπο, παίρνει τη θέση του σεξουαλικού αντικειμένου… ένας σαδιστής είναι πάντα συγχρόνως και ένας μαζοχιστής, παρ’ όλο που η ενεργητική ή η παθητική πλευρά της διαστροφής μπορεί να είναι πιο ανεπτυγμένη σε αυτόν και να αντιπροσωπεύει τη δεσπόζουσα σεξουαλική του δραστηριότητα. Επομένως, βρίσκουμε ότι ορισμένες μεταξύ των παρορμήσεων προς τη διαστροφή εκδηλώνονται συχνά ως ζεύγη αντιθέτων. 

"Κάθε ενεργητική διαστροφή συνοδεύεται από την αντίστοιχή της παθητική: όποιος είναι στο υποσυνείδητό του επιδειξίας ταυτόχρονα είναι και ηδονοβλεψίας. Η πηγή της σαδιστικής συμπεριφοράς είναι βέβαιο ότι έχει την πηγή της σε μαζοχιστικές τάσεις". 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Κάποιοι μελετητές διαπιστώνουν μέσω των κλινικών τους περιπτώσεων ότι εκείνοι που ρέπουν πιο έντονα προς το σωματικό σαδομαζοχισμό, στο σωματικό πόνο, είναι εκείνοι που έχουν περάσει στην παιδική τους ηλικία βαριές ασθένειες που συνοδεύονταν από ανυπόφορους πόνους και απαιτούσαν φοβερές ιατρικές πράξεις. Άλλη κατηγορία είναι εκείνοι που έχουν κακοποιηθεί (σωματικά, σεξουαλικά κ.λπ.) ως παιδιά. Ο Φρόιντ δίνει ένα παράδειγμα μιας κοπέλας που είχε αποπλανηθεί σε μικρή ηλικία, η οποία αδυνατεί να οργανώσει τη μετέπειτα σεξουαλική της ζωή με άλλον τρόπο, παρά προκαλώντας επιθέσεις του ίδιου τύπου. 

«Οι διάφοροι ψυχικοί παράγοντες μαζί με τυχόν βιωμένους ερεθισμούς της βρεφονηπιακής σεξουαλικότητας (κυρίως η αποπλάνηση από άλλα παιδιά ή από ενήλικες) παρέχουν το υλικό για ένα σεβαστό ποσοστό των αργότερα παρατηρούμενων παρεκκλίσεων από τη φυσιολογική σεξουαλική ζωή, τόσο στους νευρωσικούς όσο και στους διεστραμμένους». 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Καθήλωση, καταναγκασμός της επανάληψης, ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Αυτά, και κυρίως το τελευταίο, χαρακτηριστικά συμβαίνουν στη διαστροφή, εκεί που κυριαρχεί η ακινητοποίηση της παιδικής σεξουαλικότητας στην ενήλικη και η αιχμαλώτισή της μέσα στο σενάριο- κλοιό μιας φαντασίωσης στην οποία το αντικείμενο είναι μάλλον αδιάφορο παρά μεταβλητό. Ο διεστραμμένος είναι ένας κατάδικος. (Γ.Κούργιας)

 

Στους φετιχιστές αυτό που αποτελεί υποκατάστατο του σεξουαλικού αντικειμένου είναι κάποιο μέρος του σώματος (όπως το πόδι ή τα μαλλιά) το οποίο είναι γενικά ακατάλληλο για σεξουαλικούς σκοπούς ή κάποιο άψυχο αντικείμενο το οποίο σχετίζεται ιδιαίτερα με το άτομο το οποίο αντικαθιστά και κατά προτίμηση με τη σεξουαλικότητα του ατόμου αυτού (π.χ. ένα κομμάτι ρούχου ή εσωρούχου). Τα υποκατάστατα αυτά παρομοιάζονται, με κάποια δόση αλήθειας, με τα είδωλα στα οποία οι άγριοι πιστεύουν ότι ενσαρκώνονται οι θεοί τους. 

 

Η κατάσταση γίνεται παθολογική μονάχα όταν ο πόθος για το φετίχ ξεπεράσει το σημείο του να είναι απλά ένας αναγκαίος όρος προσκολλήσεως στο σεξουαλικό αντικείμενο και αντικαταστήσει στην πραγματικότητα τον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό, και, επί πλέον όταν το φετίχ διαχωριστεί από ένα συγκεκριμένο άτομο και γίνει το αποκλειστικό σεξουαλικό αντικείμενο. Αυτές είναι, εν γένει, και οι γενικές συνθήκες κάτω από τις οποίες απλές παραλλαγές του σεξουαλικού ενστίκτου μετατρέπονται σε παθολογικές παρεκκλίσεις. 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Αν μια διαστροφή έχει τα χαρακτηριστικά της αποκλειστικότητας και της μονιμότητας – τότε θεωρείται παθολογικό σύμπτωμα.

 

Με την ανάλυση, οι διαστροφές αποκαλύπτουν μια εκπληκτική ποικιλία κινήτρων και καθοριστικών παραγόντων. Η παρόρμηση προς την επίδειξη, για παράδειγμα, εξαρτάται επίσης στενά από το σύμπλεγμα του ευνουχισμού: αποτελεί έναν τρόπο διαρκούς επιβεβαίωσης της ακεραιότητας των (ανδρικών) γεννητικών οργάνων του ίδιου του υποκειμένου και επαναλαμβάνει τη βρεφονηπιακή του ικανοποίηση εν τη απουσία του πέους στις γυναίκες. 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Ορισμένες διαστροφές είναι τόσο απομακρυσμένες από το φυσιολογικό ως προς το περιεχόμενο τους, ώστε είναι αδύνατο να μην τις αποκαλέσουμε παθολογικές (γλείψιμο περιττωμάτων, συνουσία με πτώματα). Γενικά, παθολογικά διαστροφικός θα μπορούσε να θεωρηθεί κανείς αν επιβάλλει το δικό του σενάριο στον παρτενέρ, ο οποίος δεν το συμμερίζεται (βιασμός, ηδονοβλεψία), ή αν το επιβάλλει σε κάποιον που δεν είναι σε θέση να δηλώσει την επιθυμία του (διανοητικώς καθυστερημένοι, παιδιά). 

 

Πριν τον Φρόιντ η διαστροφή ήταν κρυμμένη. Πίσω από τη μεσαιωνική λατρεία του θείου κρυβόταν ο μαζοχισμός του ασκητή, ο φετιχισμός των λειψάνων, ο σαδισμός του θεού. Πίσω από τη σχολαστική καταγραφή των «διαστροφών» κατά τον 18ο και 19ο αιώνα κρυβόταν η ηδονοβλεψία και ο σαδισμός του εκπρόσωπου της νομικο-ιατρικο-παιδαγωγικής ψευδοεπιστήμης που δεν έβλεπε στη διαστροφή παρά μια απειλή στη φυσική τάξη του κόσμου. Και όταν η διαστροφή έπαυε να κρύβεται και εισέβαλε στο φως της ημέρας (στο πρόσωπο του Gilles de Rais, του μαρκήσιου de Sade, στα πρόσφατα χρόνια του Rudolf Hoess), τότε γινόταν η ενσάρκωση του κακού. Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του καλού και της αλήθειας. Και μάλιστα, όλα αυτά συνδεδεμένα με την έσχατη απόλαυση. Ο Φρόιντ δεν είπε ότι οι διαστροφές είναι καλές (ή κακές), είπε ότι η διαστροφικότητα είναι μία πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού. Δυνητικά, δηλαδή, οικεία στον καθένα.

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από το περιοδικό «Εκ Των Υστέρων», “Όψεις της Σεξουαλικότητας”. “Καταδικασμένοι να απολαμβάνουν. Ρόλος του αντικειμένου, διαχείριση του ευνουχισμού και ενορμητική οικονομία στη διαστροφική σεξουαλικότητα”, Γ. Κούριας, “Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης”, Laplanche και Pontalis και “Τρεις Πραγματείες για τη Σεξουαλικότητα”, Freud.) 

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου