Η μόνη αμαρτία είναι να μην τολμά κανείς να ζήσει την επιθυμία του.

Φρανσουάζ Ντολτό

 

Κατά τη δεκαετία του ’70, η σεξουαλικότητα γίνεται το κεντρικό θέμα πολλών μελετητών της ανθρωπολογίας αλλά και άλλων κοινωνικών επιστημών. Υπήρχαν βέβαια και πριν εθνογραφικές μελέτες που περιείχαν στοιχεία για τη σεξουαλικότητα. Οι μελέτες αυτές είχαν φέρει στο φως σεξουαλικότητες διαφορετικές από τις κυρίαρχες δυτικές, αλλά δεν έθεταν το ζήτημα της διαφορετικής πολιτισμικής κατασκευής της σεξουαλικότητας. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, οι ερευνητές αμφισβήτησαν την ουσιοκρατία πάνω στην οποία στηρίζεται η σεξουαλική καταπίεση στις δυτικές κοινωνίες, δηλαδή την αντίληψη ότι η σεξουαλικότητα αποτελεί μια αναλλοίωτη, εγγενή «ανθρώπινη» ουσία, αντίληψη που ακόμη και σήμερα παραμένει κυρίαρχη στις περισσότερες κοινωνίες.

 

Αναδείχθηκε ότι σε άλλες περιόδους ή και σε άλλες κοινωνίες οι ομόφυλες σεξουαλικές πράξεις δεν συνδέονταν με ομοφυλόφιλη ταυτότητα και έναν διακριτό ομοφυλόφιλο κόσμο. Για παράδειγμα, η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, ο σοδομισμός του 17ου αιώνα ή οι ομόφυλες πρακτικές μεταξύ αγοριών και ανδρών στις τελετουργίες μύησης στη Νέα Γουινέα. «Η ομοφυλοφιλία των κοινωνιών αυτών δεν ήταν αποκλειστική ή εφ’ όρου ζωής: οι άνδρες που ασκούσαν τον σοδομισμό είχαν παράλληλα και ετερόφυλες σεξουαλικές σχέσεις, ενώ τα αγόρια μετά τη μύησή τους σε άνδρες ακολουθούσαν μια ετεροφυλόφιλη ζωή. Αυτές οι παρατηρήσεις οδήγησαν στην άποψη ότι δεν υπάρχει μια οικουμενική, διαχρονική κατηγορία ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών. 

 

Η θεωρία της κοινωνικής κατασκευής έθεσε υπό αμφισβήτηση τη φυσικότητα της σεξουαλικότητας (ουσιοκρατία), καθώς σύμφωνα με αυτή, η σεξουαλικότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως παγιωμένη επειδή ανάγεται σε ένα προϋπάρχον, έμφυτο ένστικτο, αλλά νοηματοδοτείται ανάλογα με τα πολιτισμικά και ιστορικά συμφραζόμενα (“Η ιστορία της σεξουαλικότητας” του Φουκώ, και ιδίως ο πρώτος τόμος, θεωρείται ότι θεμελίωσε την κονστρουκτιβιστική θεώρηση).

 

Ο Reich (1936) και ο Marcuse (1966) είχαν ήδη υποστηρίξει ότι η σεξουαλική απελευθέρωση μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική επανάσταση, αφού η ελεύθερη έκφραση μιας «φυσικής» σεξουαλικότητας είναι αντίθετη με την άσκηση εξουσίας.

 

Η ψυχαναλυτική θεωρία επίσης, ήδη από τις αρχές του αιώνα, είχε καταδείξει ότι η σεξουαλική ταυτότητα δεν είναι κάτι παγιωμένο, διαμορφώνεται από μια σειρά ταυτίσεων και είναι παράγωγο μιας σειράς ψυχικών συγκρούσεων και απωθήσεων επιθυμιών που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα στον πολιτισμό. Οι απωθημένες αυτές επιθυμίες παραμένουν στο ασυνείδητο και μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν την σεξουαλική ταυτότητα του καθενός μας. Η ταύτιση με το πρώτο θηλυκό στοιχείο που μεταδίδεται από τη μητέρα και στα δύο φύλα οδηγεί στο είναι (being), στο αίσθημα της ύπαρξης που για τον Winnicott  είναι εκτός ενορμήσεων, ενώ το ενορμητικό στοιχείο, όπως η φροϋδική λίμπιντο, είναι αρσενικό και προϋποθέτει τον αποχωρισμό από το πρωταρχικό αντικείμενο, οδηγώντας έτσι στη σχέση με το αντικείμενο. Ενώ λοιπόν, το θηλυκό στοιχείο αφορά το being (το είμαι), το αρσενικό στοιχείο σχετίζεται με το doing (το κάνω). Εξ’ ου και η περίφημη φράση του Winnicott: After being-doing and being done to. But first being.

 

Στις “Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας” ο Freud γράφει: «Η ψυχαναλυτική έρευνα διαπίστωσε ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να κάνουν μια ομοφυλόφιλη επιλογή αντικειμένου, και έχουν πράγματι κάνει στο ασυνείδητό τους» και αλλού «Στα ανθρώπινα όντα γνήσια αρρενωπότητα ή θηλυκότητα δεν ανευρίσκεται ούτε με την ψυχολογική, ούτε με τη βιολογική έννοια. Αντίθετα, κάθε άτομο παρουσιάζει μια μείξη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που ανήκουν στο δικό του και στο αντίθετο φύλο και παρουσιάζει ένα συνδυασμό ενεργητικότητας και παθητικότητας, είτε τα χαρακτηριστικά του αυτά γνωρίσματα αντιστοιχούν με τα βιολογικά, είτε όχι».

(Όλα τα ανθρώπινα άτομα, ως συνέπεια της αμφίφυλης σύστασης και της σταυρωτής κληρονομιάς, συνενώνουν εντός τους αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε ο καθαρός ανδρισμός και η καθαρή θηλυκότητα να παραμένουν θεωρητικές κατασκευές με περιεχόμενο που δεν είναι διασφαλισμένο. Η ψυχική αμφισεξουαλικότητα, η δυαδικότητα, προσφέρει στα δύο φύλα τη δυνατότητα ασυνείδητων ή συνειδητών παιχνιδιών, με άπειρους συνδυασμούς κανόνων ή συμβιβασμών).

 

Σε μια σημείωση (1915), διευκρινίζει επίσης ότι «η ψυχαναλυτική έρευνα αντιστέκεται αποφασιστικά στις απόπειρες να αποκοπούν οι ομοφυλόφιλοι από τους άλλους ανθρώπους ως μια ιδιότυπη ομάδα». Οι ιδέες αυτές υπήρξαν καινοτόμες για την εποχή τους αφού οι προηγούμενοι μελετητές ασχολούνταν αποκλειστικά σχεδόν με τις περιθωριοποιημένες σεξουαλικότητες, γεγονός που υπολάνθανε την παραδοχή ότι αυτές αποτελούσαν μια  κατηγορία, ένα «στίγμα», μια «παθολογία» που χρειαζόταν διερεύνηση, σε αντίθεση με την ετεροφυλοφιλία που θεωρείτο «φυσική», «αυτονόητη» γενική κατηγορία. (Ο γερμανικός ποινικός κώδικας, ο οποίος βασίστηκε σ’ αυτές τις θεωρίες, απαγόρευσε την ομοφυλοφιλία ως πράξη ενάντια στη φύση και νομιμοποίησε το διωγμό της).

 

Πάντως κατά τη δεκαετία του ’70, υπήρξε μια μετατόπιση: από τη διερεύνηση μιας οντολογίας για το τί είναι ομοφυλόφιλος, σ’ εκείνη της ιστορικής και κοινωνικής διερεύνησης για το πώς διαμορφώνεται και προάγεται ένας συγκεκριμένος ομοφυλόφιλος ρόλος. Η ανάδυση αυτής της νέας προσέγγισης της σεξουαλικότητας αποτελούσε προφανώς συνέπεια της εμφάνισης, τη δεκαετία του ’60, του gay κινήματος στην Αμερική κυρίως, και του δεύτερου φεμινιστικού κινήματος.

 

Οι μελετητές, αναζήτησαν μια gay γενεαλογία που αποσκοπούσε στη νομιμοποίηση των σύγχρονων ομοφυλόφιλων. Μέσα απ’ αυτές τις μελέτες, οι ερευνητές κατέληξαν να διαχωρίσουν τον ομοφυλόφιλο ρόλο από την ομοφυλόφιλη ταυτότητα και τις ομόφυλες σεξουαλικές πρακτικές  και επί πλέον απέδειξαν ότι ή ύπαρξη ενός διακριτού ομοφυλοφιλικού ρόλου είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, του 17ου ή του 19ου αιώνα. (Ο Μ. Φουκώ αναρωτήθηκε κάποια στιγμή αν χρειαζόμαστε πραγματικά ένα αληθινό φύλο. «Το μόνο που θα έπρεπε να μετράει είναι η πραγματικότητα και η ένταση των επιθυμιών»).

 

Οι αποδομήσεις αυτές των «οικουμενικών» κατηγοριοποιήσεων σύμφωνα με τη σεξουαλική επιθυμία και το φύλο έφεραν αναστάτωση στις gay κοινότητες αλλά και στις φεμινίστριες καθώς βρέθηκαν σε μια κατάσταση διπλών δεσμών (double bind): από τη μια, αμφισβητούνταν οι ιεραρχικές κατηγοριοποιήσεις ετεροφυλόφιλος/ομοφυλόφιλος, άνδρας/γυναίκα, ενώ από την άλλη υπερασπίζοντας τα ξεχωριστά συμφέροντα των κατηγοριών «ομοφυλόφιλοι/ες» και «γυναίκες» ενίσχυαν τη θεώρηση αυτών των ομάδων ως διακριτών από τους ετεροφυλόφιλους/ες και τους άνδρες και επομένως τις ίδιες τις ιεραρχικές σεξουαλικές και έμφυλες διχοτομίες.

 

Έτσι, αν και οι πιο ριζοσπάστες του gay ακτιβισμού θεωρούν ότι ο τελικός στόχος του κινήματος είναι η παντελής κατάργηση των σεξουαλικών ταυτοτήτων, ωστόσο πιστεύουν ότι «μια ελάχιστη αίσθηση οντότητας και συλλογικής ταυτότητας αποτελεί απαραίτητη βάση, κίνητρο  πηγή έμπνευσης για πολιτική δράση και αλλαγή. Με άλλα λόγια, η gay ταυτότητα και κοινότητα γίνονται αντιληπτές ως ιστορικές/πολιτισμικές επινοήσεις αλλά και ταυτόχρονα ως αναγκαίες φανταστικές κατασκευές, μυθοπλασίες (necessary fictions)». (Κ.Γιαννακόπουλος)

Έτσι λοιπόν, ενώ το θέμα της διαφοράς των φύλων υπήρξε πάντα κάτι προφανές και δεδομένο, στις μέρες μας τίθεται σε μεγάλη αμφισβήτηση και έχει αναχθεί σε σημαντικό ζήτημα προς σκέψη από του σύγχρονους διανοητές. Η Ε.Μπαντιντέρ, (“L’un est l’autre”), θεωρεί ότι η ομογενοποίηση και η εξάλειψη της διαφοράς των φύλων είναι σύμφυτη με τον εκδημοκρατισμό και την πρόοδο των κοινωνιών, o Ζ.Ντεριντά, αμφισβητεί τη δυαδικότητα του αρσενικού και του θηλυκού στην οποία αντιπαραθέτει το «αμέτρητο» και η αμερικανίδα φεμινίστρια φιλόσοφος, καθηγήτρια πανεπιστημίου, ακτιβίστρια, συγγραφέας, Τζούντιθ  Μπάτλερ ανέπτυξε τη μεταδομιστική θεωρία queer, εμπνευσμένη από τη θεωρία του Φουκώ με την οποία επιχειρείται η επίλυση των διπλών δεσμών (double bind) και η οποία εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, από μια γενιά κυρίως αμερικανών ερευνητών.

 

Η queer theory αμφισβητεί τις κυρίαρχες αντιλήψεις και αποστρέφεται τις ταμπέλες. Αμφισβητεί το ασφυκτικό, συντηρητικό πλέγμα γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα και την υποκρισία και λογοκρισία που το συνοδεύει. Προτείνει μια διαλεκτική αντίληψη που εμπνέεται από τις κοινωνικές διεκδικήσεις όλων όσων η σεξουαλικότητά τους δεν ακολουθεί τις συνηθισμένες νόρμες. Όσων δεν είχαν ποτέ φωνή.

(δες και queer cinema)

Στηριζόμενοι στην ψυχανάλυση, αλλά και στον Ντεριντά και Φουκώ, ο οποίος θεωρούσε ότι οι κατηγοριοποιήσεις των σεξουαλικών ταυτοτήτων αποτελεί μέρος των στρατηγικών άσκησης της νεωτερικής πειθαρχίας, κατέληξαν στην άποψη ότι η εξουσία επιχειρεί να εξοβελίσει τις μορφές εκείνες της σεξουαλικότητας που δεν συμμορφώνονται με την αναπαραγωγή. Ο στόχος αυτός δεν εξυπηρετείται με την απαγόρευση ή με την καταστολή αλλά με την παραγωγή Λόγων για το σώμα, με την παραγωγή σωμάτων, με την εμφύτευση «διαστροφών». Δεν υπάρχουν από πριν φυσικό σώμα και ένστικτα τα οποία καταπιέζονται από μια άνωθεν εξουσία αλλά μια βιοεξουσία παράγει σώματα ως πεδία άσκησης σχέσεων εξουσίας. Η παραγωγή γνώσης για το σώμα αποσκοπεί σε έναν δια του Λόγου έλεγχο του σεξ. Η εξουσία καθυποτάσσει αλλά και ταυτόχρονα συγκροτεί το υποκείμενο καθώς αυτό εξ αρχής μαθαίνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως υποκείμενο μιας «σεξουαλικότητας». «Αυτή η μορφή εξουσίας ταξινομεί τα άτομα σε κατηγορίες, τα κατονομάζει δια της ίδιας τους της ατομικότητας, τα προσκολλά στην ταυτότητά τους, τους επιβάλλει ένα νόμο αλήθειας τον οποίο πρέπει να τους τον αναγνωρίζει, και τον οποίο οι άλλοι οφείλουν να αναγνωρίζουν στα άτομα αυτά». (Φουκώ) Μολαταύτα, ο Φουκώ πιστεύει ότι το άτομο που διαμορφώνεται από την εξουσία δεν είναι πλήρως καθυποταγμένο σ’ αυτήν και υπάρχουν δυνατότητες αντίστασης (όπως ενάντια και σε κάθε σχέση εξουσίας). Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Φουκώ δεν αντιλαμβάνεται την εξουσία ως εξωτερικό θεσμό που επιβάλλεται εκ των άνω και τη σχέση εξουσίας ως δυαδική σχέση αντίθεσης ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική ως προς την εξουσία αλλά, σε συνάρτηση με τις σχέσεις εξουσίας, αποτελεί τη μόνιμη συνθήκη ύπαρξής τους.

 

«Επομένως, η ταυτότητα μπορεί να αποτελέσει στρατηγική εξουσίας αλλά και ταυτόχρονα αντίστασης στο πεδίο των σχέσεων εξουσίας». Κ. Γιαννακόπουλος

 

Ωστόσο, η ταυτότητα που θα αποτελέσει αφετηρία για την οργάνωση της αντίστασης δεν είναι μια ομοφυλοφιλία στον αντίποδα της ετεροφυλοφιλίας αλλά γίνεται αντιληπτή «ως πεδίο ανησυχίας, αναστάτωσης (trouble) και εν τέλει αποδιάρθρωσης, αποδόμησης των κανονιστικών σεξουαλικών κατηγοριοποιήσεων» Κ. Γιαννακόπουλος

 

Το queer κίνημα διαφωνεί με τη διεκδίκηση δικαιωμάτων για τους ομοφυλόφιλους γιατί κάτι τέτοιο διαιωνίζει την περιθωριακή αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας και την εδραιώνει ως μειονότητα. Θεωρεί ότι το κράτος, ενώ θα έπρεπε να έχει ουδέτερο χαρακτήρα, προωθεί την ετεροφυλοφιλία στη δημόσια σφαίρα. Έτσι οι ετεροφυλόφιλοι απολαμβάνουν σιωπηρά τα προνόμια της σεξουαλικής τους επιλογής καθώς η ετεροφυλοφιλία αποτελεί κεντρικό δομικό συστατικό του κοινωνικού ανήκειν.

 

Έτσι, οι νεότερες/οι ερευνήτριες/ές που βασίζονται στο Φουκώ, αν και αντιλαμβάνονται ότι η αναγνώριση της gay ταυτότητας είναι προέκταση του κανονιστικού, ομοφοβικού, εξουσιαστικού μοντέλου, θεωρούν ότι ταυτόχρονα μπορεί να στηρίξει μια στρατηγική αντίστασης (Butler). Η θέση της Butler και άλλων queer θεωρητικών είναι ότι το υποκείμενο διαθέτει τη δημιουργική ικανότητα να χρησιμοποιεί δημιουργικά σεξουαλικές πρακτικές που εμπεριέχουν διαφορές δύναμης μεταξύ των εταίρων με στόχο να τις μετασχηματίζει από σχέσεις κυριαρχίας σε σχέσεις ευχαρίστησης.

 

Ο όρος queer, που σημαίνει παράξενος, αλλόκοτος, ιδιόρρυθμος, σημαίνει και αδελφή στην αργκό. Η θεωρία queer δεν μετονόμασε απλώς την ομοφυλοφιλία αλλά επανοικειοποίησε συνειδητά αυτό τον δυσφημιστικό όρο και του προσέδωσε διαφορετικό περιεχόμενο.

Έτσι, ως queer προσδιορίζονται όχι όσοι έχουν μια κοινή σεξουαλική προτίμηση, αλλά όσοι διαχωρίζουν τον εαυτό τους και διαφωνούν από το κυρίαρχο κανονιστικό μοντέλο ομοφυλοφιλίας/ετεροφυλοφιλίας και γενικότερα τις ηγεμονικές ιδεολογίες του φύλου και της σεξουαλικότητας.

 

«Queer είναι εξ ορισμού οτιδήποτε βρίσκεται σε αντίθεση με το κανονικό, το νόμιμο, το κυρίαρχο. Δεν υπάρχει τίποτε το συγκεκριμένο στο οποίο πρέπει ο όρος αυτός να αναφέρεται. Πρόκειται για μια ταυτότητα χωρίς κάποια ουσία». (Haperlin)

 

Η μεταδομιστική queer θεωρία διεύρυνε τις απόψεις του Φρόυντ ότι κάθε άτομο παρουσιάζει μια μείξη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που ανήκουν στο δικό του και στο αντίθετο φύλο και επεσήμανε ότι «οι σεξουαλικές ταυτότητες δεν μπορούν να διασφαλίσουν τα σύνορα τα οποία είναι ασταθή: η ετεροφυλοφιλία δεν μπορεί να αγνοήσει την ψυχική εγγύτητα με τον τρομακτικό (ομο)σεξουαλικό Άλλο αλλά ούτε η ομοφυλοφιλία μπορεί να ξεφύγει ολοκληρωτικά από τις πιέσεις της ετεροφυλόφιλης κανονικότητας» (Κ.Γιαννακόπουλος).

 

Όλοι, κατά κάποιον τρόπο είμαστε και «μέσα» και «έξω» όσο κι αν η διχοτομία ομοφυλοφιλία/ετεροφυλοφιλία προσπαθεί να το συγκαλύψει. Έτσι, δεν μπορούμε να μιλάμε για παγιωμένη σεξουαλική ταυτότητα καθώς οι απαγορευμένες, απωθημένες στο ασυνείδητο επιθυμίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναδυθούν και να την ανατρέψουν. Καθώς η απώλεια αυτών των επιθυμιών δεν ομολογείται από το υποκείμενο και δεν γίνεται αντικείμενο πένθους, τα απολεσθέντα αντικείμενα δεν χάνονται οριστικά αλλά εσωτερικεύονται και συνεχίζουν να στοιχειώνουν το Εγώ.

 

«Ο homo sexualis δεν είναι κατάσταση – πόσο μάλλον κατάσταση μόνιμη και αμετάβλητη – αλλά διαδικασία, γεμάτη δοκιμές και σφάλματα, επικίνδυνα ταξίδια ανακάλυψης και περιστασιακά ευρήματα, διάστικτη από αποτυχίες, θλίψεις για χαμένες ευκαιρίες και χαρές για διαγραφόμενες απολαύσεις» (Μπάουμαν).

 

(Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Σεξουαλικότητα, Θεωρίες και πολιτικές της Ανθρωπολογίας», μια συλλογή κειμένων με επιμέλεια του Κ. Γιαννακόπουλου, «Σώματα με σημασία» και «Gender Trouble», Τζούντιθ Μπάτλερ και «Τα χίλια και ένα πρόσωπα του έρωτα», Τζόϋς Μακ Ντούγκαλ.)

Για περαιτέρω μελέτη, ο συλλογικός τόμος “Inside /Out” που επιμελήθηκε η Diana Fuss (1991) και το  “Epistemology of the Closet” της Eve Sedwick (1990) θεωρούνται ιδρυτικά έργα της queer θεωρίας).

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου