Πάντοτε ίδιος και πάντοτε άλλος, για πάντα. Αυτό είναι η ψυχανάλυση.

Jean Bertand Pontalis

 

Ο Freud απάντησε στη δυσφορία του πολιτισμού με την επινόηση της ψυχανάλυσης και την ανακάλυψη του ασυνειδήτου. Έθεσε τη θεμελίωση του κοινωνικού αισθήματος μέσα από την πρωταρχική σχέση του μικρού όντος με τον πλησίον. Ανήγαγε δε το σύμπτωμα στην ύπαρξη της ασυνείδητης σεξουαλικής πραγματικότητας.

Η σεξουαλικότητα αποτελεί ένα βασικό νήμα της ανάπτυξης και της συγκρότησης της ψυχαναλυτικής θεωρίας και κλινικής πράξης, όπως άλλωστε είναι θεμελιώδης ως προς την ανάπτυξη και την συγκρότηση της ατομικής και της συλλογικής ζωής. Συνδέεται τόσο με την διαιώνιση του ανθρώπινου είδους, όσο και με την ανάδυση της πολυπλοκότητας της ζωής. Αφετηρία του ενδιαφέροντος και της διερεύνησης του θέματος της σεξουαλικότητας από τον Freud, όπως περιγράφεται από τον ίδιο (1906) είναι η κλινική παρατήρηση. Ήδη πριν το 1900, δηλαδή πριν τα πρώτα κείμενα διατύπωσης της ψυχαναλυτικής θεωρίας, στην κλινική του εργασία με την υστερική παθολογία ή την «νευρασθένεια», ο Freud αντιλαμβάνεται τη σημασία της σεξουαλικότητας και της επιθυμίας, της «vita sexualis», στην αιτιολόγηση των ψυχικών διαταραχών.

 

Ο Freud πίστευε ότι η κοινωνία καταπιέζει τη libido περιορίζοντάς την ή διοχετεύοντάς της στο παραγωγικό οικονομικό πεδίο. Επομένως η κοινωνία απωθεί τη σεξουαλικότητα στο ασυνείδητο.

 

Η ψυχανάλυση θεωρεί ότι μαθαίνει στο υποκείμενο το χαμένο κεφάλαιο της ιστορίας του αποκαθιστώντας το έτσι στην πλήρη χρονικότητα και ιστορικότητά του, στην «πληρότητα της ιστορικής διάστασης της ύπαρξής του». Η ανακάλυψη του Φρόυντ είναι έτσι ανακάλυψη μιας ιστορίας και τελικά μιας λογικής. Δηλαδή, της προσωπικής αυθεντικότητας του υποκειμένου και της ανθρωπότητας.

 

«Ο ελληνικός έρως είναι η υπέρτατη μορφή αναγνωρίσεως, σεβασμού και ευεργετήσεως ανθρώπου από άνθρωπο, η υπέρτατη μορφή εφαρμοσμένης δικαιοσύνης (ο άξιος ν’ αγαπηθεί δικαιούται ν’ αγαπάται, και το δικαίωμα αυτό είναι το θεμελιωδέστερο που μπορεί να υπάρξει και να νοηθεί) και το καταύγασμα του σύμπαντος, της ολότητας. Ο ελληνικός έρως, γεννήτορας του «λέγειν» -και συνεπώς της γλώσσας-, απωθείται από το θάνατο και τον τεχνοϋλικό πολιτισμό, τον εν ζωή αντιπρόσωπό του, όχι ως «κακοποιός», ως παραβάτης ή παράνομος, αλλά ως «καλός καγαθός», ως αυτός που υπερβαίνει τα εσκαμμένα και γίνεται νομοθέτης του εαυτού του».

(Η.Π. Νικολούδης, από την Εισαγωγή στο βιβλίο «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» του Freud, εκδόσεις Printa)

 

Αυτόν ακριβώς τον έρωτα που οδηγεί στην αυτοοργάνωση και την αυτονομία της σκέψης οστρακίζει ο δυτικός πολιτισμός και τον οποίο καλείται η ψυχανάλυση να αποκαταστήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Του έρωτα ως διαρκή αναζήτηση της σχέσης με τον άλλον, του έρωτα που εμπνέει τις σχέσεις στοργής, οι οποίες με τη σειρά τους προετοιμάζουν τις κοινωνικές σχέσεις.

 

«Η ψυχανάλυση δεν εγκαινιάζει επομένως έναν καινούργιο ερωτικό κώδικα, μετά την αυλική συμπεριφορά, την ελευθεριότητα, το ρομαντισμό, την πορνογραφία. Σφραγίζει το τέλος των κωδίκων καθώς και τη μονιμότητα του έρωτα, καθόσον αυτός δημιουργεί χώρους λόγου. Επισημαίνει την αναγκαιότητα της μεταβιβαστικής ή ερωτικής σχέσης για να είναι ζωντανό ένα σώμα και όχι ένα υπό έλεγχο πτώμα, αλλά παραδόξως αποδραματοποιεί την ερωτική σχέση που είναι εν τούτοις επενδυμένη στη μεταβίβαση». 

(J.Kristeva)

 

Ο Freud μετέτρεψε την αγάπη σε θεραπεία. Για να επιτρέψει όχι την ανίχνευση μιας αλήθειας, αλλά μια αναγέννηση – σαν μια ερωτική σχέση που μας αναδημιουργεί προσωρινά και αιωνίως. Καθότι ο έρωτας, όπως και η μεταβίβαση, είναι μια πραγματική διαδικασία αυτοοργάνωσης, συγκρίσιμη με ό,τι ονομάζουν οι σύγχρονες θεωρίες, στη λογική και στη βιολογία, ανοιχτά συστήματα.  Η ψυχανάλυση αποκαλύπτει τη σεξουαλική παραφορά για να την μετατοπίσει και για να της επιτρέψει έτσι να υπάρχει, αλλά και για να την ξοδέψει στο επίπεδο του νοήματος. Δημιουργεί έτσι το χρόνο και το χώρο του έρωτα και της αγάπης.

 

Το sex, το μέσον κάθε βιολογικής αναπαραγωγής και συνεκτικός μηχανισμός επικοινωνίας και κοινωνίας καθώς συνδέει μέρος του πληθυσμού ανά ζεύγη για μικρό χρονικό διάστημα, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν επαρκεί ώστε να συγκροτήσει, να διατηρήσει και να προάγει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Αυτά μπορεί όμως να τα επιτελέσει ο έρωτας, ο οποίος διέπει και καλύπτει τις ευγενέστερες και οικουμενικότερες από τις ανθρώπινες σχέσεις, τις σχέσεις του ανθρώπου με τα πράγματα και τον κόσμο γενικότερα.

 

«Η φιλία, επί παραδείγματι, το alter ego του έρωτα – το ομηρικό «έρως μετά φιλότητας»- θεωρείται από τον Αριστοτέλη θεμέλιο των νόμων και της κοινωνίας στο σύνολό της, ενώ ανακηρύσσεται ήδη από τον Εμπεδοκλή οντολογική αρχή. Το sex γνωρίζουν και τα κατώτερα ζώα, τον έρωτα τα ανώτερα μόνο – και στην ουσία ο άνθρωπος αποκλειστικά. Η προσωπικότητα του ανθρώπου ως ανθρώπου, δηλαδή το ανθρώπινο ον, δεν μπορεί ως εκ τούτου να έχει συστατική αρχή το sex, δηλαδή αυτό που δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινη ιδιότητα. Ως πρώτη ύλη, αυτό αναζητεί την τελική μορφή, την εντελέχεια, δηλαδή τον έρωτα. Το sex στην πραγματικότητα χωρίζει, ο έρως ενώνει μόνο – και τίποτε άλλο δεν ενώνει περισσότερο».

(Η.Π. Νικολούδης, από την Εισαγωγή στο βιβλίο «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» του Freud)

 

Για την ψυχανάλυση προέχει να αποδοθεί στη γενετήσια ορμή αυτό που πραγματικά της αναλογεί. Είτε πρόκειται για το άγχος, για το σύμπτωμα ή για την παραίσθηση, η ερμηνεία φέρνει στο φως το απωθημένο μέρος της επιθυμίας ή του σεξουαλικού τραυματισμού. Καθώς το οδηγεί στη γνώση, αποστερεί από το υποκείμενο από ένα μέρος των φαντασιώσεών του (αυτό είναι ένα σημείο για το οποίο συχνά κατηγορείται) για να του επισημάνει ένα μέρος της πραγματικότητας.

 

«Η πραγματικότητα είναι η γενετήσια ορμή: ιδού ποιο είναι το σημείο αφετηρίας  του  Freud, και αυτός ο μινιμαλισμός, όσο αναγωγικός κι αν φαίνεται, παραμένει εν τούτοις η ύστατη εγγύηση προκειμένου να ξεδιαλυθεί η σύγχυση πραγματικού-φαντασιακού-συμβολικού που γεννά παράπονα και τρέλες, όταν δεν γεννά απλούστατα τον αποκρυφισμό… Αφ’ ης στιγμής αναγνωρίσατε την επιθυμία σας, είστε ελεύθεροι να οικοδομήσετε την δική σας πραγματικότητα ως πλαίσιο, κατά το μάλλον ή ήττον εύθραυστο, της ερωτικής σας ζωής».

(J.Kristeva)

 

Το ζητούμενο της ψυχανάλυσης για τον άνθρωπο, που στη σημερινή εποχή είναι βαθειά διαταραγμένος, δεν είναι η απεμπλοκή της βιολογικής, ζωώδους πλευράς των ενστίκτων ζωής και θανάτου, αλλά η παλινόρθωση της υπαρξιακής και ανθρώπινης πλευράς του. Αυτό μπορεί να συμβεί με την άρση της λήθης όλων εκείνων των στοιχείων της προσωπικότητας που έχουν καταχωνιαστεί υπό το κράτος της κοινωνικοϊστορικής καταπίεσης και της σταδιακής αποκατάστασης της προσωπικής αλήθειας του καθενός και των πλήρων δικαιωμάτων του. -Η ψυχανάλυση ως θεωρία διαφοροποιείται από εκείνη της επιστήμης που λειτουργεί ως προς ένα σώμα-βιολογικό οργανισμό και  αποφεύγει τις ιδεολογικές υποδείξεις, ηθικοπλαστικές ή αγωνιστικές.

 

Το ζητούμενο της ψυχανάλυσης λοιπόν, ως θεωρίας αλλά κυρίως ως θεραπείας, «δεν είναι η τεχνική μεταμόρφωση ή η αναμόρφωση ή η αλλαγή του υποκειμένου, προς την κατεύθυνση της επίρρωσης, της ενίσχυσης της κοινωνικότητας και της προσαρμογής στην πολιτισμική κανονικότητα, ή της απώλειάς του στους κόλπους του Είναι ή, τέλος, της υποταγής του στο υπεράνω του ανθρώπου. Δεν είναι, με άλλα λόγια, η συμμόρφωση σε μια δεδομένη έξωθεν εντολή, αλλά η ποιητική και η φιλοσοφική αυτονόμησή του και η ανάδειξη της προσωπικής δημιουργικής φύσης και αρμοδιότητάς του».

(Η.Π. Νικολούδης, από την Εισαγωγή στο βιβλίο «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» του Freud).

 

Πρόκειται δηλαδή για μια ψυχο-σύνθεση, μια παιδαγωγική, μια ψυχική αγωγή που έχει ως περιεχόμενο την περισυλλογή, ανασυγκρότηση και ολοκλήρωση της κατακερματισμένης και διασκορπισμένης προσωπικότητας και την εκμάθηση στο άτομο της ελευθερίας, πράγμα που σημαίνει την ανάδειξη της δημιουργικής του προσωπικότητας αποκαλύπτοντας την προσωπική φλόγα που καίει σε κάθε ανθρώπινη ψυχή. Αυτός ο καλύτερος εαυτός, εκτός από ευεργέτης του εαυτού του, είναι εν δυνάμει  και ευεργέτης των άλλων γιατί δεν υπακούει πλέον μόνο στο θεμελιώδη νόμο της ηδονής, που όπως είπαμε ισχύει και για τα κατώτερα ζώα, αλλά στον ακόμη θεμελιωδέστερο νόμο της αρετής, που ισχύει αποκλειστικά για τους ανθρώπους. Χωρίς την ικανότητα για αγάπη δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίσει κανείς την «καλή» πλευρά των άλλων και του εαυτού του.

 

«Το ζητούμενο λοιπόν, της ψυχανάλυσης είναι μια σχέση, που απαιτεί συνεχώς κατεργασία, ανάμεσα, αφενός σε επιθυμίες που παραπέμπουν σε μια αυτοοργάνωση βασιζόμενη στην ενορμητική επιθυμία-βουή, και αφετέρου τη συνείδηση-μνήμη ενός παρελθόντος, εκθρονισμένου και μεταβιβάσιμου μέσω της γλώσσας. Έτσι η ερωτική εμπειρία αποκτά μια δυναμική κρίσης και ανανέωσης στο επίπεδο του υποκειμένου και του λόγου… Ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από ένα σώμα που γίνεται απ’ άκρου εις άκρον ερωτικό, σαν το σώμα του πραγματικού παιδιού, τούτη φορά όμως επειδή έχει εγγράψει τον εαυτό του στην πολλαπλότητα των επιπέδων του, ξεκινώντας από τις ενορμήσεις και καταλήγοντας στα ιδεώδη».

(J.Kristeva)

 

Με τη συνδρομή της ψυχανάλυσης αναδύεται μια άλλη δυνατότητα για το άτομο: χωρίς να περιπέσει σ’ ένα είδος πανσεξουαλισμού, να μετατρέψει την απελευθερωμένη ερωτική του ενεργητικότητα σε δύναμη πολιτισμικής δημιουργίας. Και ως εκ τούτου, γίνεται δυνατή η οργάνωση μιας καλύτερης κοινωνίας όπου το άτομο δεν θα δυσκολεύεται τόσο πολύ να προσαρμοστεί και όπου θα αναδυθεί μια νέα ανθρώπινη ύπαρξη, πιο ευτυχισμένη. Γιατί τελικά, «το καθεστώς της ανθρώπινης παρουσίας στο Σύμπαν, στους κόλπους του Είναι, δεν είναι η ταπείνωση». (Η.Π. Νικολούδης, από την Εισαγωγή στο βιβλίο)

 

(Πληροφορίες αντλήθηκαν: «Ιστορίες Αγάπης», Julia Kristeva, «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας», Freud και «Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης», J.Laplanche και J.-B.Pontalis)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου