ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ, ΜΙΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

 

Η παντοδυναμία του έρωτα ποτέ ίσως δεν εκδηλώνεται πιο έντονη απ’ ότι στις παρεκκλίσεις αυτού του είδους.

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Οι διαστροφές είναι σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση, είτε, (β) όταν ο οργασμός επιτυγχάνεται σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να φέρουν σεξουαλική ευχαρίστηση (φετιχισμός, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμός), είτε, (γ) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός. Η ομοφυλοφιλία δεν υπάγεται πλέον στις διαστροφές.

 

Ο σεξουαλικά διεστραμμένος βρίσκει την απόλαυση σε φαντασιώσεις και/ή συμπεριφορές που ανταποκρίνονται σε πολύ συγκεκριμένες και στερεοτυπικές «εμμονές» σε ένα αντικείμενο-φετίχ, μια ερωτογενή ζώνη, μια παιδική χειρονομία, μια σαδομαζοχιστική ή επιδειξιομανή-ηδονοβλεπτική συνιστώσα της σεξουαλικότητας, ή ακόμη σε ένα συγκεκριμένο τύπο προσώπων. Στο διαστροφικό η σεξουαλικότητα λειτουργεί με την αναζήτηση της διέγερσης και όχι σύμφωνα με την αρχή της ηδονής προσβλέποντας στη μείωση της έντασης και στην εκφόρτιση. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των πρακτικών είναι η αποκλειστική πόλωση του προσώπου του/της ερωτικού συντρόφου.

Η σεξουαλική διαστροφή θα μπορούσε να αποκαλεστεί και σεξουαλική εξάρτηση καθώς το υποκείμενο εξαρτάται από συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές, δηλαδή μια κατάσταση όπου αισθάνεται κανείς εξαναγκασμένος να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο σενάριο στη σεξουαλική του ζωή χωρίς κανένα περιθώριο επιλογής ή ελευθερίας.

 

«Ο διεστραμμένος είναι βαθιά δύσπιστος απέναντι στη σαγήνη και επιχειρεί να την κωδικοποιήσει. Επιχειρεί να συγκεκριμενοποιήσει τους κανόνες της, να τους τυποποιήσει σ’ ένα κείμενο, να του διατυπώσει σε μια συμφωνία. Μ’ αυτόν τον τρόπο παραβαίνει τον θεμελιώδη κανόνα, αυτόν του μυστικού. Αντί να τηρεί το εύκαμπτο εθιμοτυπικό, την ήπια αναμέτρηση της σαγήνης, ο διεστραμμένος θέλει να καθιερώσει ένα άκαμπτο εθιμοτυπικό, μια άτεγκτη μονομαχία. Ανάγοντας τον κανόνα σε κάτι το ιερό και το πρόστυχο, στοχεύοντάς τον ως σκοπό, δηλαδή ως νόμο, χαράζει μια απόλυτη άμυνα: το θέατρο του κανόνα παίρνει το επάνω χέρι, όπως στην υστερία, όπου το πάνω χέρι το παίρνει το θέατρο του σώματος. (Σε γενικότερες γραμμές, όλες οι διεστραμμένες μορφές σαγήνης έχουν το κοινό ότι προδίδουν το μυστικό της και τον θεμελιώδη κανόνα που ορίζει ότι δεν πρέπει να ειπωθεί ποτέ)».

(Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

 

Ο Φρόυντ στις «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» υποστήριξε ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα δεν εξαντλείται στην ώριμη γεννητική σεξουαλικότητα των ενηλίκων. Επίσης κατέδειξε ότι σεξουαλικά διεγέρσιμοι δεν είναι μόνο οι γεννητικοί βλεννογόνοι, αλλά και οι βλεννογόνοι του πρωκτού και του στόματος και δυνητικά όλα τα όργανα του σώματος, αισθητήρια και μη. Όταν το παιδί τρώει, ερεθίζει το βλεννογόνο του στόματος, όταν εκπαιδεύεται στον έλεγχο των σφικτήρων του ερεθίζει τους αντίστοιχους βλεννογόνους, όταν κοιτάζει, ακούει, όταν αγγίζει το σώμα της μητέρας, όταν προκαλεί ή υφίσταται πόνο, και βέβαια όταν αυνανίζεται, ζει εμπειρίες οι οποίες μπορούν αυτοδίκαια να χαρακτηριστούν σεξουαλικές. Όλες αυτές οι επί μέρους σεξουαλικές δραστηριότητες τις οποίες το παιδί βιώνει ενεργητικά ή παθητικά συνιστούν ρεύματα, τα οποία θα συγκλίνουν, χωρίς να χαθούν μέσα απʼ αυτή τη σύγκλιση ολοκληρωτικά, προκειμένου γύρω στα τέσσερα με πέντε χρόνια, μετά το οιδιπόδειο, να δοθεί η σεξουαλική πρωτοκαθεδρία στα γεννητικά όργανα. Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, για τη σεξουαλικότητα το αντικείμενο, αυτό δηλαδή που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της, δεν είναι πρωτεύον, και δυνητικά είναι εναλλάξιμο. Στην αρχή της ζωής το αντικείμενο ουσιαστικά δεν υπάρχει, το παιδί βιώνει τη μητέρα του ως μέρος του εαυτού του και αυτό συγκροτείται στον ψυχισμό του παιδιού θεωρούμενο ως ξεχωριστή εξωτερική οντότητα, μόνο στην πορεία. Μέχρι να γίνει αυτό και μέχρι να αποκτήσουν τα γεννητικά όργανα οριστική πρωτοκαθεδρία, η σεξουαλικότητα του παιδιού θα είναι πολύμορφη και δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται ως διαστροφική.

(Στον ενήλικα νευρωτικό, οι μερικές ενορµήσεις παρατηρούνται υπό τη μορφή των προκαταρκτικών ευχαριστήσεων στην προκαταρκτική σεξουαλική δραστηριότητα πριν τη σεξουαλική πράξη.)

 

Στον ενήλικα διαστροφικό, δεν βλέπουμε παρά την αποτυχία ενός ψυχισμού να φέρει εις πέρας αυτήν την αναπτυξιακή πορεία και στο ψυχικό του προφίλ δεν βλέπουμε παρά τα χαρακτηριστικά μιας καθήλωσης σε μια ανώριμη αναπτυξιακή φάση. Ανώριμη εδώ σημαίνει προ-οιδιπόδεια. Γιατί για τον Φρόυντ το κλειδί στην αιτιοπαθολογία της διαστροφής είναι η σχέση με το οιδιπόδειο. Μετά το οιδιπόδειο το παιδί μπορεί να δει την πραγματικότητα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια. Μια ενάργεια την οποία δεν συναντάει όμως κανείς στη διαστροφή. Γιατί σε σχέση με την πραγματικότητα των επώδυνων οιδιπόδειων διαπιστώσεων, η διαστροφή κάνει ζαβολιές. Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι η διαστροφή προκαλείται από μια καθήλωση σε μια μερική ενόρμηση η οποία λειτουργεί ως άμυνα στην πλήρη γεννητική σεξουαλικότητα με τις οιδιπόδειες επιπτώσεις της, δηλαδή άμυνα στην απειλή της αιμομιξίας και στο άγχος ευνουχισμού.

 

«Οι διαφορές στα τελικά προϊόντα μπορεί να είναι ποιοτικής φύσεως, αλλά η ανάλυση δείχνει ότι οι διαφορές ανάμεσα στους καθοριστικούς παράγοντες είναι μόνο ποσοτικές».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

«Φαίνεται πως κάθε υγιές άτομο μπορεί να προσθέσει στον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό κάτι τι που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως διεστραμμένο και η γενική ισχύς αυτής της ανακάλυψης είναι από μόνη της αρκετή για να δείξει το πόσο απρόσφορη είναι η χρήση του όρου διαστροφή ως όρου μομφής».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από το περιοδικό «Εκ Των Υστέρων», “Όψεις της Σεξουαλικότητας”. “Καταδικασμένοι να απολαμβάνουν. Ρόλος του αντικειμένου, διαχείριση του ευνουχισμού και ενορμητική οικονομία στη διαστροφική σεξουαλικότητα”, Γ. Κούριας, “Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης”, Laplanche και Pontalis και “Τρεις Πραγματείες για τη Σεξουαλικότητα”, Freud.)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου

 

Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΩΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

 

Αφού λοιπόν η παιδική σεξουαλικότητα είναι πολύμορφα διαστροφική θα μπορούσαμε να πούμε ότι ολόκληρη η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι διαστροφική. Και είναι, κατά μία έννοια. Όμως δεν μπορούμε να βάλουμε στο ίδιο καζάνι κάποιες ιδιαιτερότητες με τις λεγόμενες διαστροφές. Γιατί δεν είναι φυσικά το ίδιο κάποιος να επιδεικνύει φετιχιστικές προτιμήσεις σε κάποια sex toys με κάποιον που η αναζήτηση του οργασμού τον ωθεί μονίμως να υποβάλλεται σε όλο και πιο οδυνηρά βασανιστήρια.

 

Που βρίσκεται όμως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο κανονικό και στο ανώμαλο όταν πρόκειται για τον ερωτισμό;

 

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να δεχτούμε ότι η αντίληψη περί αρμονίας του ατόμου με το ερωτικό του αντικείμενο είναι απλοϊκή και πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι πάντα ανόμοιο, αλλιώτικο, ένα ξένο σώμα για την ψυχική οικονομία. Ο άλλος είναι φορέας της ετερότητας.

 

Ο νευρωτικός έχει υποταχτεί στο μοιραίο της συνεχούς έκθεσης στην οδυνηρή εμπειρία της ετερότητας, με μόνη παρηγοριά για την απώθηση της επιθυμίας του να ενωθεί με τη χαμένη δια παντός αγάπη του, τη δυνατότητα προσφυγής σε φαντασιωσικά σενάρια, όπου το απωθημένο επιστρέφει.

Από την άλλη, ο διαστροφικός καταφεύγει σε περίπλοκα στρατηγήματα, ώστε να διατηρήσει στην πράξη την ψευδαίσθηση της μη ετερότητας του αντικειμένου. Αυτό το καταφέρνει με την ανακήρυξη του άψυχου, μερικού, γελοίου πολλές φορές πράγματος σε αντικείμενο του πόθου (όπως στο φετιχισμό), τη χρησιμοποίηση του παρτενέρ με τρόπο που η δική του επιθυμία να μη λαμβάνεται υπ’ όψιν (όπως στο βιασμό, στην επιδειξιομανία, στην ηδονοβλεψία), ή την κατοπτρική συναλλαγή με τον άλλον (όπως στο σαδομαζοχισμό). Επίσης, η στερεότυπη επανάληψη του σκηνικού, ή η εκλογή αντικειμένου όσο γίνεται πιο συνδεδεμένου με τις μερικές ενορμήσεις (όπως στην κοπροφαγία και στην ουρολαγνεία), και τέλος, το αποκορύφωμα που αποτελεί η φόνευση του ερωτικού αντικειμένου, δεν είναι άραγε ολ’ αυτά ασυνείδητες προσπάθειες να εξαλειφθεί, όσο είναι δυνατόν, στη συνάντηση με το αντικείμενο, η διαφορετικότητά του;

 

«Το γεγονός ότι η διαστροφή μπορεί να αντικατασταθεί από τη νεύρωση στη ζωή του ίδιου ατόμου, πως η διαστροφή και η νεύρωση μπορούν να κατανέμονται μεταξύ διαφορετικών μελών της ίδιας οικογένειας, συμφωνεί με την άποψη ότι η νεύρωση αποτελεί το αρνητικό της διαστροφής».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

«Όταν ο Freud αναφέρει τις νευρώσεις ως το αρνητικό των διαστροφών, το αρνητικό φαίνεται να συνδέεται με μια πολύπλοκη διαδικασία αρνητικοποίησης και όχι απλώς με κάτι που δεν φαίνεται, όπως το αρνητικό μιας φωτογραφίας. Στις νευρώσεις υπάρχει επιθυμία και άμυνα που ο ψυχισμός προσπαθεί να κρατήσει σε λανθάνον μη συνειδητό επίπεδο εν αντιθέσει με τις θορυβώδεις εκδηλώσεις της διαστροφής. Στην ονειρική εργασία, το αρνητικό συνδέεται με την απουσία συνειδητοποίησης, ενώ ο ύπνος αποτελεί το θετικό της συγκεκριμένης κατάστασης».

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, Εισαγωγή)

 

Έτσι λοιπόν, η ασυνείδητη στρατηγική της αποφυγής της ετερότητας καταλήγει τελικά στην αναζήτηση, μέσα στην πραγματικότητα, όλων αυτών των αλλότριων και παράξενων αντικειμένων και πρακτικών. Πρόκειται για ένα παράδοξο που εξηγεί  αυτή την ανοίκεια αίσθηση που ανέκαθεν προκαλούσαν στους ανθρώπους τα ανώμαλα γούστα μερικών από τους ομοίους τους.

 

Ο φετιχιστής αναζητά την ηδονή στο pars pro toto (το μέρος αντί του όλου), κάτι που μπορεί να εκληφθεί ως άρνηση να ενωθεί με το ολικό αντικείμενο και άρα να υποδουλωθεί σ’ αυτό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συμβολικά και με το σύνθετο τελετουργικό πολλών διαστροφικών πρακτικών. Σαν να εγκαθιστά μια απόσταση από το αντικείμενο του πόθου και μια διστακτική, προοδευτική προσέγγιση, όπως η γάτα που κάνει ένα σωρό κύκλους πριν πλησιάσει το φαγητό που της έβαλαν.

 

Μέσω του φετιχιστικού αντικειµένου και τα δυο φύλα-άνδρας και γυναίκα- διαθέτουν πέος γεγονός που αποκλείει την έννοια του ευνουχισµού και την πιθανότητα να συµβεί.

Ο άνδρας φετιχιστής διαψεύδει για  να µην χάσει. ∆ιαψεύδει για να µην γίνει. Πρόκειται για την  διάψευση της  πραγματικότητας (ότι  το  κοριτσάκι  δεν  έχει  πέος),  ένα είδος  άµυνας  στο  άγχος ευνουχισµού

Η επιλογή του διαστροφικού αντικειμένου μοιάζει να συντηρεί την αυταπάτη της μη ετερότητας και ταυτόχρονα λειτουργεί ως διαχωριστικό ανάμεσα στο υποκείμενο και την ένωση με τον άλλον, χωρίς αυτά τα δύο να συγκρούονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, το αντικείμενο φετίχ είναι συχνά ένα πράγμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο υποκείμενο και τον άλλον – οι γόβες, οι κάλτσες, τα εσώρουχα κ.λ.π. – που εμποδίζουν την κατάσαρκη απτική, σωματική επαφή. Προκύπτει έτσι ο φετιχισµός του πέλµατος του ποδιού, του ρούχου, της μυρωδιάς, της θέασης κλπ. Ωστόσο, φετιχιστικά αντικείµενα μπορεί να είναι και μέρη του σώµατος του ερωτικού συντρόφου (πόδι, στόµα, στήθος, μαλλιά). Έτσι το φετιχιστικό αντικείµενο αφορά σε μετάθεση μιας ερωτογενούς ζώνης στο φετιχιστικό (μερικό) αντικείµενο.

 

Άλλο ένα στοιχείο που εκτός από τη συγκόλληση, συντελεί στη δημιουργία της επιθυμίας εν γένει, είναι αυτό που ο Φρόιντ αποκαλεί ψυχική υπερεκτίμηση του σεξουαλικού αντικειμένου. Αυτή η υπερεκτίμηση κάνει την επιθυμία να μην περιορίζεται στο στενό πεδίο της ένωσης των γεννητικών οργάνων, αλλά να επεκτείνεται σε άλλες περιοχές του σώματος, σε άλλα πράγματα, σε άλλες πράξεις. Αν δεν υπήρχε η υπερεκτίμηση δε θα υπήρχαν οι διαστροφές, αλλά ούτε και ο έρωτας. Σε μια ανάλυση στον έρωτα που έκανε ο Λακάν με βάση το Συμπόσιο του Πλάτωνα, έλεγε ότι ο εραστής «βάζει» ένα άγαλμα μέσα στον ερώμενο και κάνει τον τελευταίο να είναι το σεξουαλικό του αντικείμενο. Η υπερεκτίμηση λοιπόν, αποτελεί προϋπόθεση για την ποικιλία στον έρωτα και ταυτόχρονα είναι και ο κεντρικός μηχανισμός των διαστροφών.

 

Άλλη μια θεμελιώδης λειτουργία του αντικειμένου στη διαστροφή είναι να αποτελεί την ασπίδα απέναντι στη διπλή απειλή μιας ανυπόφορης απώλειας: της απώλειας της ναρκισσιστικής τελειότητας και της υπέρτατης απόλαυσης. Σε τελική ανάλυση, αυτό που έχει επιλέξει ως ερωτικό αντικείμενο δεν είναι παρά μια ιδανική εικόνα του εαυτού του. Ο Φρόιντ γράφει ότι στην επιλογή του αντικειμένου αγάπης οι διαστροφικοί και οι ομοφυλόφιλοι πήραν ως πρότυπο όχι τη μητέρα τους, αλλά τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι χρειάζεται το αντικείμενο να περιβληθεί από τη μεγαλύτερη δυνατή υπεραξία για να γίνει μια ναρκισσιστική προβολή του υποκειμένου. Έτσι, μέσω του ναρκισσιστικώς προσοδοφόρου αυτού μηχανισμού, το αντικείμενο αποκτά μια εξαιρετική αίγλη αλλά και το Εγώ βγαίνει κερδισμένο σε παντοδυναμία και αλαζονεία, όπως πολύ χαρακτηριστικά δείχνει η περίπτωση ενός αιμομικτικού πατέρα, ο οποίος δήλωνε στην κόρη του ότι σκοπός του ήταν να την πλάσει σε ένα υπέροχο έργο τέχνης, ως άλλος Μιχαήλ Άγγελος!

 

Οι διαστροφικές συμπεριφορές εμπεριέχουν επίσης έναν έντονα αμυντικό χαρακτήρα. Τα εξωτερικά αντικείμενα επιφορτίζονται πλήρως μέχρι εξαντλήσεως με την αποστολή να διαψεύδουν την ψυχική πραγματικότητα του διαστροφικού με ό,τι καταθλιπτικό, ματαιωτικό, χαοτικό μπορεί να έχει αυτή. Συνεπώς πρέπει να είναι υπερβολικά επενδεδυμένα, αφετέρου δε να του επιστρέφουν τη μέγιστη δυνατή ικανοποίηση. Λειτουργούν ως ο καθρέφτης ενός εαυτού απαλλαγμένου από τα μαύρα αισθήματα της ανημποριάς και της δυστυχίας.

 

«Η διαστροφή είναι ένας θρίαμβος που μαρτυρά το μετασχηματισμό, την επιτυχημένη ερωτικοποίηση του πιο βίαιου βασανιστηρίου σε αλγεινή ηδονή». Jacques Andre

 

Εμείς τώρα ως μελετητές, δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο αιχμάλωτος παραμένει ο διαστροφικός από αυτή τη λύση που βρήκε, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δραματικές συγκρούσεις της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, τη δυσκολία της ανθρώπινης ύπαρξης, το αίνιγμα της σεξουαλικότητας των γονέων και της δικής του, τη δοκιμασία της διαφοράς των φύλων. Η διαστροφή είναι μια προσπάθεια αυτό-ίασης ώστε το άτομο να μπορέσει να έχει ερωτική ζωή και να αποφύγει τη μελαγχολία ή την ψύχωση (για μερικούς και την ομοφυλοφιλία που δεν μπορεί να την αντέξει) και χτίζεται πάνω στα ερείπια ενός οιδιπόδειου με ό,τι υλικά έχει αφήσει πίσω της η λαίλαπα της εφηβείας. Είναι το μαυσωλείο στο οποίο ζει φυλακισμένος και όπου εγκυστώνεται η πληγή ενός παλιού, ανομολόγητου έρωτα για τον οποίο δεν κατάφερε να πενθήσει. Διαπιστώνεται ότι αυτή η κρύπτη, η οποία έλκει ως άλλη μαύρη τρύπα ολόκληρο το λιβιδινικό δυναμικό του ατόμου, αποψιλώνοντας τις υπόλοιπες πλευρές της προσωπικότητας. Ολόκληρη η ενέργειά του καταναλώνεται στη σεξουαλική του ζωή, εκεί παθιάζεται, εκεί ζωντανεύει, ενώ είναι απαθείς, σα νεκροί, όσο δεν ασχολείται με αυτήν. Όσο το μυστικό του παραμένει επτασφράγιστο μέσα στο μαυσωλείο, χτισμένο με όποια διαθέσιμα υλικά μίσους και επιθετικότητας, αυτός θα ξεφεύγει από τη μελαγχολία. Αν υπάρξει διαρροή, τότε θα συμβεί κατάρρευση.

Ο ναρκισσισμός της πληγής έρχεται να υπενθυμίσει ότι η λίμπιντο όχι μόνο δεν είναι απούσα αλλά αντιθέτως ενεργοποιείται αδιαλείπτως μέχρις εξαντλήσεως. Ξοδεύεται στην επί ματαίω ανέγερση φραγμάτων στον Ειρηνικό!

 

Με δυο λόγια, ο διαστροφικός δεν μπορεί να αναλάβει το ρίσκο να εκτεθεί στην ετερότητα, στον άντρα ή στη γυναίκα ή να έρθει αντιμέτωπος με το τεράστιο υπαρξιακό κενό που αυτή η μίζερη εμπράγματη φαντασίωση έχει αναλάβει κακήν κακώς να μεταμφιέζει.

 

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό που σε επίπεδο συμπτωματολογίας εμφανίζεται ως μια σειρά από απαράδεκτα βίτσια δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά οι λύσεις που το υποκείμενο μπόρεσε να δώσει στη δυσκολία της ανθρώπινης ύπαρξης, στις συγκρούσεις της μικρής ηλικίας, στο αίνιγμα της σεξουαλικότητας των γονέων και της δικής του, στη δοκιμασία της διαφοράς των φύλων. Η διαστροφή αποτελεί μια προσπάθεια αυτό-ίασης – όπως όλες οι ψυχικές παθολογίες και δομές -  του τεράστιου, πολλές φορές βάσανου, ενίοτε βουβού, που υπέφερε στο παρελθόν το άτομο».

(Τζόυς ΜακΝτούγκαλ)

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από το περιοδικό «Εκ Των Υστέρων», “Όψεις της Σεξουαλικότητας”. “Καταδικασμένοι να απολαμβάνουν. Ρόλος του αντικειμένου, διαχείριση του ευνουχισμού και ενορμητική οικονομία στη διαστροφική σεξουαλικότητα”, Γ. Κούριας, “Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης”, Laplanche και Pontalis και “Τρεις Πραγματείες για τη Σεξουαλικότητα”, Freud.)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου

 

 

 

HOMO SEXUALIS

 

H σεξουαλικότητα είναι κατά τον Φρόυντ, μία από τις στοιχειώδεις βιολογικές εκδηλώσεις μαζί με την πείνα και την αναπνοή.

 

Η φροϋδική θεωρία ανέδειξε την ύπαρξη της παιδικής σεξουαλικότητας και μάλιστα πολύμορφα διαστροφικής, πολύ θαρραλέο εγχείρημα για τα δεδομένα της εποχής, και διαχώρισε τη σεξουαλικότητα από τη γεννητικότητα, την ικανότητα αναπαραγωγής που αποκτάται αργότερα, στην περίοδο της εφηβείας.

Ο διαχωρισμός αυτός υπήρξε πολύ σημαντικός, όχι μόνο γιατί συνέβαλε στην απομάκρυνση από την ιδέα του «αθώου παιδιού» που υπήρχε μέχρι τότε, αλλά και γιατί ανέδειξε την ύπαρξη μιας σεξουαλικότητας που προϋπάρχει της επικράτησης της γεννητικής ζώνης και αφορά διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως τη στοματική, την πρωκτική, αλλά και τελικά ολόκληρου του δέρματος, εφόσον, όπως προτείνει ο Φρόιντ το 1905 στα Τρία Δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, ολόκληρη η επιφάνεια του δέρματος και το σώμα στο σύνολό του μπορεί να αποτελέσει ερωτογενή ζώνη.

 

Η στιγμή έλευσης του αυτοερωτισμού, μια στιγμή ιδιαίτερης αξίας στην οργάνωση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, έγκειται στη στιγμή κατά την οποία το βρέφος εγκαταλείποντας το μητρικό στήθος, αρχίζει να πιπιλίζει τον αντίχειρά του. Πηγή και αντικείμενο εδώ συμπίπτουν, ευρισκόμενα και τα δύο στο σώμα του υποκειμένου και μάλιστα στην ίδια περιοχή: τη στοματική. Από το στήθος που μέχρι τότε το ικανοποιούσε, περνάει, μέσω μετατόπισης, στο ίδιο του το σώμα. Πρόκειται για την απώλεια του πρωταρχικού αντικειμένου, οπότε εμπεριέχει την προβληματική του πένθους και φέρει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της απώλειας, πρότυπο κάθε μελλοντικής απώλειας. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει αυτοερωτισμός αν δεν προϋπάρξει ένας αλλοερωτισμός. Για να αγαπηθεί κάποιος από τον εαυτό του απαιτούνται δύο.

 

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι εξ αρχής τραυματική. Το ανθρώπινο ον είναι ταγμένο να αντιμετωπίσει την εξωτερική πραγματικότητα και να πενθήσει το γεγονός ότι δεν μπορεί να κατέχει και τους δύο γονείς του, δεν μπορεί να αποκτήσει τη μαγική δύναμη που υποτίθεται ότι διαθέτουν, δεν μπορεί να ανήκει και στα δύο φύλα και να ενσαρκώνει και τα δύο γεννητικά όργανα. Η απογοήτευση, η οργή, το άγχος, η «πρωτόγονη» θλίψη που συνοδεύουν αυτές τις απώλειες αφήνουν τα ίχνη τους, άλλοτε καλά μεταμφιεσμένα κι άλλοτε πιο εμφανή και ευδιάκριτα μέσα μας. Καθώς το παιδί μεγαλώνοντας αποδέχεται την αναπόφευκτη μονοφυλετικότητά του, ωθείται να αντισταθμίσει με άλλους τρόπους την αποποίηση των διφυλετικών του επιθυμιών και να ταυτιστεί ως άρρεν ή θήλυ υποκείμενο- όχι μέσω της βιολογικής κληρονομιάς, αλλά μέσω των ψυχικών αναπαραστάσεων που μεταφέρονται τόσο μέσω του ασυνειδήτου των δύο γονέων όσο και μέσω του κοινωνικοπολιτιστικού τους περιβάλλοντος.

 

Ο Φρόιντ απέδιδε επίσης, μεγάλη σημασία στο ρόλο της σεξουαλικότητας στη δημιουργία τόσο των νευρώσεων όσο και των ψυχώσεων. Επίσης συνέδεσε τη σεξουαλικότητα με την ικανότητα σύναψης νέων συνδέσεων, σε αντιδιαστολή με την ενόρμηση θανάτου, η οποία ταυτίζεται με την τάση καταστροφής αυτών των δεσμών. Στην πραγματικότητα η σωματική και ψυχική υγεία στηρίζεται στην ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών «αντιμαχόμενων» δυνάμεων. Διότι η δράση της ενόρμησης του θανάτου είναι επίσης πολύτιμη, αρκεί να μην υπερβαίνει κάποια όρια, να μη δρα ανεξέλεγκτα, στρεφόμενη σε κάποιες περιπτώσεις προς το ίδιο το άτομο ή ακόμα και προς το ίδιο του το σώμα.

 

Η σεξουαλικότητα του καθενός μας προκύπτει μέσα από μια μακριά συγκρουσιακή περιπέτεια. Η ικανοποιητική σεξουαλική ζωή είναι το ζητούμενο για όλους ανεξαιρέτως. Κανείς δεν έχει εξασφαλίσει τη χαλιναγώγηση της επιθυμίας του σε σημείο που αυτή να τον αφήσει ήσυχο. Το υποκείμενο γενικά εισέρχεται στην επιθυμία του ως διχασμένο: Άλλο τι κάνουμε και άλλο τι θα θέλαμε να κάνουμε, αλλά δεν μπορούμε ή δεν έχουμε την ευκαιρία ή δεν τολμούμε να κάνουμε. Η απόλαυση με κεφαλαίο Α παραμένει το άπιαστο όνειρο που κυνηγά κάθε άνθρωπος, με ό,τι μαστόρεμα του έλαχε να σκαρώσει, στο εκ των υστέρων της εφηβείας, με τα απομεινάρια της παιδικής του σεξουαλικότητας.

 

Τα αντικείμενα της σεξουαλικής επιθυμίας δεν είναι έμφυτα και οφείλουμε να τα ανακαλύψουμε μόνοι μας. Το αίσθημα της προσωπικής ταυτότητας και του σεξουαλικού προσανατολισμού επιλέγονται στην πρώιμη παιδική ηλικία και το επανανακαλύπτουμε στην εφηβεία. Είναι λοιπόν, προφανές ότι η απόκτηση της έννοιας της προσωπικής και σεξουαλικής ταυτότητας επιβάλει το πένθος για μια σειρά από αυταπάτες σχετικά με την επιθυμία κατοχής «αυτού που είναι διαφορετικό από τον εαυτό». Αυτή η διαδικασία δίχως πόνους και θυσίες. Ορισμένα παιδιά τα καταφέρνουν καλύτερα απ’ ό,τι άλλα σ’ ατή τη διεργασία του πένθους, από την οποία δεν ξεφεύγει κανείς. Αυτά τα αναπόφευκτα παιδικά τραύματα καραδοκούν και οργανώνουν το βασικό πυρήνα των συμπτωμάτων μας.

 

Το σημαντικό πάντως είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για σεξουαλικότητα, αλλά για σεξουαλικότητες, στο βαθμό που φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές σεξουαλικότητες που εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Έτσι, χρειάζεται να διακρίνουμε μια σεξουαλικότητα που θα μπορούσε να αποδειχτεί ως και καταστροφική ή και αυτοκαταστροφική για το υποκείμενο, από μία άλλη που βρίσκεται στην υπηρεσία της ζωής και στις απαρχές της ίδιας της ψυχικής ζωής. Θα ήταν επίσης σκόπιμο να διακρίνουμε τη σεξουαλικότητα που είναι άρρηκτα δεμένη με τη φαντασίωση, από κείνη που φαίνεται να διαγράφει μία πορεία, η οποία δε συνδέεται άρρηκτα με τη φαντασίωση. Τέλος υπάρχει η σεξουαλικότητα που φαίνεται να αναζητά διαρκώς τη διέγερση και μία άλλη που αναζητά την εκφόρτιση.

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν από τo βιβλίο, “Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας”, Freud)

 

 Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου