ΤΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΗΘΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ

 

Μετά την παρακμή των δημοκρατιών και την εμφάνιση των ισχυρών μοναρχιών, κατά την Ελληνιστική περίοδο, η πολιτική ελευθερία παραχώρησε τη θέση της στην εσωτερική ελευθερία. Οι πολιτικές υποχρεώσεις του κάθε ατόμου που εξαίρονται από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αντικαθίστανται κατ’ ανάγκη (ο άνθρωπος ήταν πια μόνος) από την αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας, της σοφίας ή της γαλήνης στο περιθώριο της κοινωνίας. Ένας Αθηναίος του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν προπάντων πολίτης. Ένας Αλεξανδρινός του 3ου αιώνα μ.Χ. ήταν υπήκοος του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου. Το άτομο απελευθερωνόταν από τους παραδοσιακούς περιορισμούς και η θέση του γινόταν όλο και πιο σημαντική. Αυτή την εποχή ήταν μάλλον αναπόφευκτο ν’ ανοίξουν και οι πόρτες του γυναικωνίτη. Οι γυναίκες ασχολούνταν πια με την ποίηση, τη ζωγραφική, μελετούσαν φιλοσοφία, έγιναν μαμές, ακόμη και δικαστές. Οι έγγαμες ήταν αρκετά ελεύθερες, όπως φαίνεται από την αθυροστομία με την οποία εκφράζονται οι φλύαρες κυράτσες του Θεόκριτου και του Ηρώνδα. Ο γάμος δεν είναι πια αποκλειστική υπόθεση των οικογενειών και οι συμβαλλόμενοι αρχίζουν να έχουν λόγο σ’ αυτή τη συμφωνία. Η εμφάνιση του έρωτα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάδειξη της γυναίκας. Στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας χωρίς γυναικεία ελευθερία.

 

Η ρωμαϊκή μυθολογία μοιάζει πολύ με την ελληνική. Άλλωστε, στη Ρώμη, οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ονομάζονταν «ελληνικές». Ο δικός τους θεός του Έρωτα ονομάζεται Cupido. Ο μύθος της Ψυχής που ερωτεύεται το θεό Έρωτα έχει μείνει διάσημος.

 

Στη Αρχαία Ρώμη για πρώτη φορά κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα περνάμε από την κυριαρχία της μητέρας στην απόλυτη κυριαρχία του πατέρα. Σε μια κοινωνία που σχεδόν σε όλους τους τομείς εμπνεόταν από την αρχαία ελληνική κουλτούρα, η κατάσταση των γυναικών έμοιαζε πολύ με των ελληνίδων. Η θηλυκότητα θεωρείτο «φυσική αδυναμία» (Sexus natura invalidus), γιατί οι γυναίκες, σύμφωνα με τις κυρίαρχες απόψεις της εποχής, δεν διέθεταν αυτοκυριαρχία και έλεγχο των συναισθημάτων τους.

 

Αυτή την εποχή, η συσσώρευση του πλούτου δεν χρησιμεύει στην αύξηση της παραγωγής, αλλά στην αγορά των πιο γόνιμων αγαθών της εποχής: της γης και των γυναικών. Οι νόμοι εξασφάλιζαν την απόλυτη υπακοή τους στον pater familias, όσο ήταν ανύπαντρες και μετά στο σύζυγο και φυσικά η σημασία που δινόταν στην παρθενία της κόρης ήταν μεγάλη καθώς και η απόλυτη πίστη στο σύζυγο.[1]

 

Σταδιακά, η ζωή των πιο εύπορων βελτιώθηκε καθώς σύμφωνα με το νόμο, μπορούσαν να ζητήσουν και να πάρουν διαζύγιο και μαζί ακέραιη την προίκα τους. Η κύρια σύζυγος ξεχωρίζει από τις άλλες, μεγαλώνει τα νόμιμα παιδιά, ασχολείται με το σπίτι, διευθύνει τις υπόλοιπες γυναίκες και τις απομακρύνει σιγά σιγά από το συζυγικό κρεβάτι. Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται μια αλλαγή η οποία εξελίχθηκε με πολύ αργούς ρυθμούς. Ο γάμος μοιάζει φαινομενικά, λίγο περισσότερο με μονογαμία, καθώς οι παλλακίδες, παρούσες όσο και στις προηγούμενες κοινωνίες, αρχίζουν να έχουν λιγότερα δικαιώματα στο γάμο. Η μοιχεία, όταν διαπράττεται από άνδρα, είναι απόλυτα νόμιμη, αλλά ο σύζυγος έχει δικαίωμα να σκοτώσει τον εραστή της κι αυτός που δεν καταγγέλλει δημόσια τη μοιχό σύζυγό του θεωρείται μαστροπός.

 

Ο ρωμαϊκός πλούτος έφερε στην ύστερη αυτοκρατορία μεγαλύτερη ανοχή και μερικές γυναίκες απολάμβαναν αδιανόητη για την εποχή σεξουαλική ελευθερία. Συναντάμε λοιπόν, το εξής παράδοξο: κάποιες πολύ πλούσιες ρωμαίες που είχαν μείνει χήρες, όταν παθιάζονταν πολύ με κάποιο νέο αλλά φτωχό κύριο, τον έπαιρναν στο αρχοντικό τους σε καθεστώς παλλακείας. 

 

Σε γενικές γραμμές πάντως, οι απλοί άνθρωποι δεν παντρεύονται, δεν υπογράφουν συμβόλαιο, ζουν όπως μπορούν μια ζωή σύντομη και πεθαίνουν τόσο νωρίς που δεν προλαβαίνουν να αγαπήσουν πολύ, πολλές φορές ή διαφορετικά.

 

Στη Ρώμη οι ελεγειακοί ποιητές επιδεικτικά γυρνούν την πλάτη τους στον πόλεμο και υμνούν τις ερωτικές μάχες. Και ο Βιργίλιος γράφει στις Εκλογές: «Ο άσπλαχνος έρωτας δεν χορταίνει τα δάκρυα, όπως τα λιβάδια δεν χορταίνουν το νερό, οι μέλισσες το λαβούρνο, οι κατσίκες τα φύλλα». Δεν ξέρουμε όμως αν αναφέρεται στον ετεροφυλοφιλικό ή τον ομοφυλοφιλικό έρωτα καθώς αφιερώνει το δεύτερο βιβλίο των Εκλογών στον όμορφο Αλέξιο.

 

Ο Οβίδιος επίσης, στην «Ερωτική τέχνη» δίνει λεπτομερείς οδηγίες για επιτυχημένη συνουσία. Στην Αινειάδα υπάρχει διήγηση ομοφυλοφιλικού έρωτα ανάμεσα σε ήρωες και ο Ιούλιος Καίσαρας αποκαλείται «άνδρας όλων των γυναικών και γυναίκα όλων των ανδρών». Στο έργο «Έρωτες» του ψευδο-Λουκιανού, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι οι ετεροφυλικές σχέσεις καλύπτουν τις βασικές ανάγκες, αλλά ο έρωτας ανάμεσα σε άνδρες, επειδή, όντας μη αναγκαίος, φανερώνει ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού. Όσο για τον αυτοκράτορα Αδριανό έχει μείνει γνωστός στην ιστορία για τον παθιασμένο έρωτά του με τον Αντίνοο και τους αγώνες που οργάνωσε προς τιμήν του, οι οποίοι τελούνταν στη μνήμη του για σχεδόν δύο αιώνες.

(βλ. και " Αδριανού Απομνημονεύματα", Μαργκερίτ Γιουρσενάρ).

 

Ο Τίτος Λίβιος αναφέρει για τις Βακχείες, γιορτές προς τιμήν του Βάκχου, λατινικό όνομα του Διονύσου: «Όταν το κρασί, η νύχτα και η ανάμειξη ανδρών και γυναικών, νέων και ηλικιωμένων, τους ερέθιζε, τότε κάθε αίσθημα αιδούς έσβηνε και άρχιζαν οι ακολασίες (corruptelae) κάθε είδους. Ο καθένας έβρισκε την ηδονή εκεί όπου μπορούσε να ικανοποιήσει τις φαντασιώσεις του».

 

Μέχρι και το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου η ομοφυλοφιλία είναι αποδεκτή. Ο Ιουστινιανός πρώτος, θέσπισε την ποινή θανάτου για όλες τις μορφές ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς. Μόλις τον 13ο αιώνα δε, άρχισε να αποδίδεται στους ομοφυλόφιλους άνδρες η ονομασία «σοδομίτες» και τότε άρχισε η υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία της Ιεράς Εξέτασης. Η καταγγελία «σοδομισμός» άρχισε να χρησιμοποιείται για εκβιασμό και πολιτικές διαφορές. Οι διώξεις που υπέστησαν οι ομοφυλόφιλοι ήταν τρομακτικές καθώς υπήρχε η πεποίθηση ότι ο σοδομισμός επιφέρει δεινά σε ολόκληρη την κοινωνία προκαλώντας την οργή του Θεού.

 

Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, θεσμοθετήθηκε ως επάγγελμα ο αγοραίος έρωτας και οργανώθηκε η πρώτη «βιομηχανία του σεξ» που συμπεριλάμβανε τα πάντα, από το να σχεδιάζουν και να κόβουν τις μάρκες μέχρι να διαχειρίζονται τα πορνεία. Οι «μάρκες πορνείων» πολύ ενδιαφέρον αρχαιολογικό εύρημα, στη ρωμαϊκή εποχή ήταν διαδομένες σε όλη την Ευρώπη. Από τη μία όψη είχαν μια σεξουαλική παράσταση και στην άλλη έναν αριθμό. Έτσι, κάθε μισθοφόρος μπορούσε να ζητήσει αυτό που ακριβώς ήθελε από την πόρνη, χωρίς περιττές εξηγήσεις.

 

Μέχρι το 314, που ο Κωνσταντίνος χρίζεται χριστιανός και την καταργεί, η πολυγυνία είναι νόμιμη. Στην πράξη, εξακολουθεί να εφαρμόζεται για χίλια χρόνια ακόμη. Τα υψηλά πρόσωπα και οι βασιλιάδες της Δύσης δεν παραιτούνται εύκολα από καθιερωμένα προνόμια και αγνοούν τις προτροπές της εκκλησίας για μονογαμία.

 

Έλενα Σκαρπίδου

 

[1] Αυτές οι απόψεις συνιστούσαν προφανώς την αντίληψη ότι γυναίκες που είχαν βιαστεί καλό θα ήταν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, κάτι που δεν επιβαλλόταν αλλά η κοινωνία το περίμενε απ’ αυτές. 

 

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

Η πιο φανερή και αξιοπρόσεκτη ομοιότητα των ιδεοληπτικών απαγορεύσεων, για την περίπτωση της νεύρωσης και του ταμπού, είναι ότι αυτές οι απαγορεύσεις είναι αναιτιολόγητες και αινιγματικές στην καταγωγή τους. Εμφανίστηκαν κάποια μέρα και από τότε διατηρήθηκαν στη βάση ενός ανίκητου φόβου. Μια εξωτερική απειλή τιμωρίας περιττεύει εδώ, αφού υπάρχει μια εσωτερική βεβαιότητα και πεποίθηση ότι η παράβασή τους θα επιφέρει αφόρητα κακά. Φρόυντ

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑΜΠΟΥ – ΓΑΜΟΣ, ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΑ, ΠΟΛΥΓΥΝΙΑ

Σήμερα έχουμε αρχαιολογικά ευρήματα και στοιχεία για τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων 5.000 χρόνια πριν κυρίως για την περιοχή της Ευρασίας. Υπάρχουν στοιχεία για διάφορες πρακτικές, όπως είναι η κτηνοβασία, η ομοφυλοφιλία, η πορνεία, η παρενδυσία (ανδρική ή γυναικεία), η τρανσεξουαλικότητα, ο σαδομαζοχισμός, η αντισύλληψη και ιδέες περί φυλετικής καθαρότητας, του σεξ ως αναψυχή, αλλά και ως υπερβατική, πνευματική εμπειρία. (βλ. «Η προϊστορία του σεξ, 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας», Τίμοθυ Τέηλορ)

 

Ο αρχαίος άνθρωπος άλλες φορές είναι παιδί της φύσης (σε σπήλαιο της Σικελίας οι εγχάρακτες εικόνες δείχνουν δύο νεαρούς άνδρες σε περίπτυξη, ενώ γύρω τους χορεύουν άνδρες και γυναίκες), κι άλλοτε πάλι είναι συντηρητικός σε αποκλίνουσες συμπεριφορές (στη Σλοβακία έχει βρεθεί τριπλός τάφος νεαρών ατόμων της Εποχής των Παγετώνων όπου βρέθηκε ένας πάσσαλος διαπερνά την ηβική χώρα του ενός από τους δύο άντρες, ενώ κόκκινη ώχρα εντοπίστηκε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας). Από την Εποχή των Παγετώνων έχουν βρεθεί περίπου διακόσια αγαλματίδια γυναικών που εικάζετε ότι απεικόνιζαν ιέρειες, προγονικές ηγέτιδες ή μήπως οι Αφροδίτες αυτές ήταν τα πρώτα πορνογραφήματα στον κόσμο, κάτι σαν προϊστορικό τρισδιάστατο Playboy. (Εκείνη την εποχή το κρύο ήταν τσουχτερό οπότε πιθανό είναι αυτές οι απεικονίσεις να έδιναν παρηγοριά στους άντρες αφού οι γυναίκες ήταν πάντα σκεπασμένες με γούνες).

 

Περισσότερα...

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα

 

Οι αρχαίοι 'Έλληνες ζούσαν πολύ πιο κοντά στη φύση και είχαν σαφώς διαφορετική αντίληψη για τον έρωτα και τη σεξουαλική χαρά από εμάς, πού έχουμε υποστεί την αυστηρή ιουδαιοχριστιανική αντίληψη. Από κοινωνική άποψη, η σεξουαλική ζωή ήταν πολύ πιο ελεύθερη απ' ότι είναι σήμερα και επιπλέον, είχε μεγάλη ιδεολογική, κοινωνική και κυρίως θρησκευτική σημασία.

 

Οι αρχαίοι θεοί ζουν μία ζωή στα πρότυπα των ανθρώπων. Ερωτεύονται, ζηλεύουν, συνευρίσκονται. Ο Δίας είναι το πρότυπο του ουράνιου εραστή πού συγκινείται από κάθε όμορφη γυναίκα, είτε είναι θεά, νύμφη, είτε θνητή. Η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ήταν βαθύτατα ηδονιστική (ευδαιμονιστική), με την ευρύτερη έννοια του όρου και τη βλέπουμε να εκφράζεται στη νομοθεσία, στην τέχνη και στη φιλοσοφία. 

 

Η ιεροδουλεία, θεσμός πανάρχαιος και θρησκευτικός, ήταν εξαπλωμένη σ' όλο το χώρο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα ξακουστό ήταν το Ιερό της Αφροδίτης στην Κόρινθο πού είχε περισσότερες από χίλιες ιερόδουλες εταίρες αφιερωμένες στη θεά.

 

Το ιδανικό του αρχαίου Έλληνα είναι η πλήρης κατάφαση της ζωής και των χαρών που προσφέρει, ο θαυμασμός της ρώμης και της ομορφιάς. Στη γλυπτική αυτό εκφράζεται με τον αθλητή. Πίστευαν επίσης, ότι η αναπαράσταση της σεξουαλικής πράξης και οι τελετουργίες με την παρουσίαση σεξουαλικών οργάνων βοηθούν τη γονιμότητα της γης και των γυναικών, μίας και το όμοιο θα προκαλέσει το όμοιο.

 

Δεν είναι παράδοξο που η φιλοσοφία του έρωτα εμφανίστηκε κατ’ αρχάς στην Αρχαία Ελλάδα αφού εκεί η φιλοσοφία είχε διαχωριστεί πολύ νωρίς από τη θρησκεία. Ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας θα συνθέσουν τις δύο διαστάσεις του έρωτα, την ανωριμότητα και τη σοφία, και πάνω σ’ αυτή τη σύνθεση θα βασιστεί κατ’ αρχάς, ο έρωτας στη Δύση. Ωστόσο, θεωρείται ότι η δυναμική κίνηση που αποσπά τον μανιακό ερωτισμό από τη διαστροφή για να τον εξυψώσει στην κορυφή της εξιδανίκευσης, προέρχεται από την αγωγή και τη φιλοσοφία. 

 

Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το ρήμα ΑΓΑΠΩ, σε καμία άλλη γλώσσα του κόσμου δεν αρχίζει από το πρώτο γράμμα του αλφαβήτου και δεν τελειώνει με το τελευταίο. Μέσα σ’ αυτό εμπεριέχονται όλα, η αρχή και το τέλος.

 

Ο πρώτος φιλόσοφος του έρωτα, ο Πλάτων, υπήρξε και ποιητής. Έλεγε ότι η έλξη αυτή ήταν η σύνθεση δύο επιθυμιών οι οποίες συνενώνονται σε μία: την επιθυμία του κάλλους και της αθανασίας. Ποθούμε δηλαδή, ένα ωραίο σώμα γιατί επιθυμούμε να διαιωνιστούμε μέσω ωραίων παιδιών. Επίσης πίστευε ότι ο έρωτας εκτός από πολύπλοκη, ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος σύμμαχος στο δρόμο για την αληθινή φιλοσοφία. Κι αυτό γιατί βαδίζοντας στην κλίμακα της ερωτικής ανάβασης, καταλήγεις στην επιδίωξη του ιδανικού. «Ο έρωτας δεν είναι επιθυμία ομορφιάς, είναι δίψα πληρότητας».

Φυσικά δεν αντιλαμβανόταν τον έρωτα όπως εμείς σήμερα και θα σκανδαλιζόταν με αυτό που εμείς ονομάζουμε έρωτα. Ορισμένες από τις εκδηλώσεις του, όπως η εξιδανίκευση της μοιχείας, η αυτοκτονία και ο θάνατος, θα του προκαλούσαν αποστροφή και άλλες, όπως η λατρεία της γυναίκας, θα τον είχαν αφήσει άναυδο. Και όσο για τους ιδανικούς έρωτες, όπως του Δάντη για τη Βεατρίκη ή του Πετράρχη για τη Λάουρα, θα τους θεωρούσε ασθένειες ψυχής. Στην πραγματικότητα, για τον Πλάτωνα, ο έρωτας δεν είναι μια σχέση, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, αλλά μια μοναχική περιπέτεια από την οποία αποκλείεται η γυναίκα ως πρόσωπο που έχει γνώμη και διαμορφώνει τα πράγματα. (“Η Διπλή Φλόγα”, Οτάβιο Παζ). 

 

«Η πιο εντυπωσιακή διάκριση ανάμεσα στην ερωτική ζωή της αρχαιότητας και τη δική μας έγκειται αναμφίβολα στο γεγονός πως οι αρχαίοι έδιναν μεγαλύτερη σημασία στο ίδιο το ένστικτο, ενώ εμείς δίνουμε έμφαση στο αντικείμενό του. Οι αρχαίοι εκθείαζαν το ένστικτο και ήταν προετοιμασμένοι για χάρη του να τιμήσουν ακόμη κι ένα κατώτερο αντικείμενο, ενώ εμείς περιφρονούμε την ενστικτώδη δραστηριότητα αυτή καθαυτή και τη δικαιολογούμε μόνο ανάλογα με τα προσόντα του αντικειμένου». 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Ο Σωκράτης ορίζει το αντικείμενο της επιθυμίας για εκείνον που το βιώνει με όρους έλλειψης: «ό,τι δεν είναι στη διάθεσή του και ό,τι δεν είναι παρόν και ό,τι δεν κατέχει και ό,τι δεν είναι ο ίδιος και ό,τι του λείπει»

 

Οι αρχαίοι Έλληνες, από τη μέση αρχαϊκή περίοδο και μετά, διέφεραν από τους αρχαίους Αιγύπτιους, Εβραίους και Ασσυρίους επειδή θεωρούσαν το σεξουαλικό πόθο των ενήλικων ανδρών για ωραίους ανήλικους άρρενες φυσικό και ομαλό, επειδή αρνούνταν ότι η εκπλήρωσή του με την ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή ήταν per se εκτεθειμένη σε θρησκευτικές, νομικές ή ηθικές αντιρρήσεις, επειδή απέδιδαν βιώματα ομοφυλοφιλικού πόθου και σεξουαλικής επαφής σε θεούς και ήρωες, θεωρούσαν τις ομοφυλοφιλικές τους σχέσεις υλικό κατάλληλο για την τέχνη και τη λογοτεχνία κι επειδή χρησιμοποιούσαν ελεύθερα εκφράσεις όπως, είμαι ερωτευμένος, ερωτεύομαι, κυνηγώ, πιάνω, ξελογιάζω, παραδίνομαι και άλλες παρόμοιες για ομοφυλοφιλικές και ετεροφυλοφιλικές σχέσεις, εξίσου. Στη λογοτεχνία και στην τέχνη οι ερωτικές σχέσεις αναπαρίστανται με εικόνες αρπαγής, μάχης, πτήσης και καταδίωξης.

Το λεξιλόγιο αυτό δεν χρησιμοποιείται από τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αρχίλοχο ή τον Τυρταίο γιατί τότε η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμη συγκαλυμμένη. Η μετάβαση σε φανερή έγινε με τη Σαπφώ, τον Αλκμάνα, τον Αλκαίο και τον Σόλωνα και αστραπιαία έγινε σημαντικό θέμα στις εικαστικές τέχνες. 

 

Ήταν λοιπόν, σαφές ότι οι πιο αρρενωποί άνδρες είχαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Κάθε ώριμος άνδρας, που ονομάζεται εραστής, ακόμα κι αν είναι παντρεμένος με μία ή πολλές γυναίκες, μπορεί να αναλάβει την πνευματική και σεξουαλική εκπαίδευση ενός εφήβου που ονομάζεται ερώμενος. Η διαδικασία προσέγγισης ακολουθούσε πρωτόκολλο που ρύθμιζε το ρυθμό των ερωτοτροπιών και την ανταλλαγή δώρων. Η παθητικότητα και η διείσδυση καθόριζε τους ρόλους. (Στη γυναικεία ομοφυλοφιλία οι σχέσεις ήταν πιο ισοδύναμες).

 

«Αυτό που προκαλούσε τον έρωτα ενός άνδρα δεν ήταν ο αρρενωπός χαρακτήρας ενός αγοριού, αλλά η σωματική του ομοιότητα με τη γυναίκα, καθώς επίσης και οι θηλυκές του ψυχικές ιδιότητες – η ντροπαλότητά του, η σεμνότητά του και η ανάγκη του για διδασκαλία και βοήθεια. Μόλις το αγόρι γινόταν άνδρας έπαυε να αποτελεί σεξουαλικό αντικείμενο των ανδρών και γινόταν, ίσως, και ο ίδιος εραστής αγοριών. Στην περίπτωση αυτή, επομένως, όπως και σε πολλές άλλες, το σεξουαλικό αντικείμενο δεν είναι κάποιος του ιδίου φύλου, αλλά κάποιος που συνδυάζει τους χαρακτήρες και των δύο φύλων. Είναι σαν ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα σε μια παρόρμηση που επιζητεί έναν άνδρα και σε μια παρόρμηση που επιζητεί μια γυναίκα, με τη ρητή ωστόσο προϋπόθεση ότι το σώμα του σεξουαλικού αντικειμένου (δηλαδή τα γεννητικά όργανα) θα είναι αρσενικό. Έτσι, το σεξουαλικό αντικείμενο είναι ένα είδος αντανάκλασης της ίδιας της αμφιφυλόφιλης φύσης του υποκειμένου». 

(S.Freud Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Οι αναπαραστάσεις ενδιαφέρονται κυρίως για τη μονοδρομική σχέση, όπου ο ενήλικας άνδρας ποθεί, κυνηγά και πιάνει τον ανήλικο, ενώ ο ανήλικος μπορεί να παραδοθεί από αγάπη και θαυμασμό για τον ενήλικο, αλλά δεν δοκιμάζει πόθο ή διέγερση. 

 

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο νομοθέτης Λυκούργος όρισε ένα πολύ περίεργο έθιμο για τους νεαρούς Σπαρτιάτες την παραμονή του γάμου τους: ο γαμπρός όφειλε να περάσει την πρώτη νύχτα του γάμου με τη νύφη, η οποία ξυριζόταν και ντυνόταν σαν αγόρι, έτσι ώστε η μετάβαση από την ομοφυλοφιλία στην ετεροφυλοφιλία να γίνει ομαλά. Στην Κρήτη, υπήρχε έθιμο για τους νέους να κλέβουν ένα αγόρι και να φεύγουν για να μείνουν μαζί του για κάποιους μήνες, προτού επιστρέψουν στην κοινότητα. Η παιδεραστία στη Σπάρτη και την Κρήτη, απ’ ό,τι φαίνεται, ενίσχυε την πίστη και τη δύναμη των πολεμιστών, ενώ για τους Αθηναίους, η εκπαίδευση και η καθοδήγηση ήταν το κίνητρο της αγάπης του γηραιότερου προς τον νεότερο. Ο αμοιβαίος πόθος ενήλικων ανδρών όμως, ήταν πιο σπάνιο φαινόμενο και θεωρείτο αναξιοπρεπής και υποτιμητικός και η υιοθέτηση του παθητικού ρόλου κατά την ώριμη ηλικία επέσυρε τη γελοιοποίηση, την περιφρόνηση και την εχθρότητα. Βέβαια, οι Έλληνες αναγνώριζαν ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι περισσότερο ομοφυλόφιλοι από άλλους. Η κοινωνία έδειχνε κατανόηση στην ελεύθερη έκφραση των ομοφυλοφιλικών επιθυμιών και απολάμβανε τη χρησιμοποίηση σχετικών θεμάτων στο γραπτό λόγο και στις εικαστικές τέχνες. 

Λογικό συμπέρασμα πάντως είναι ότι η ελληνική ομοφυλοφιλία δεν ήταν μόνο ομοφυλοφιλία, αλλά ενός είδους παιδεραστία Το γεγονός αυτό θα πρέπει να το δούμε σε σχέση με την εποχή που τα κορίτσια επίσης παντρεύονταν γύρω στα δεκατέσσερα και ο μέσος όρος ζωής ήταν πολύ χαμηλότερος από τώρα. Έτσι η παιδεραστία των αρχαίων ελλήνων δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή και δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα υπεράσπισής της. 

 

Βέβαια, είναι αναχρονισμός να εφαρμόζεται ο όρος «ομοφυλοφιλία» στην Αρχαία Ελλάδα. Η έννοια είναι πρόσφατη καθώς εμφανίστηκε στην ψυχιατρική του 19ου αιώνα. Ο αρχαίος ερωτισμός διαφοροποιούσε περισσότερο τις παθητικές ή ενεργητικές στάσεις παρά τη θηλυκή ή την αρσενική σεξουαλική ταυτότητα. Ωστόσο, το πρωτείο της τεκνοποίησης παραμένει βασικό κριτήριο που προωθεί την αναπαραγωγή καταδικάζοντας την παθητικότητα και σε συνδυασμό μ’ αυτήν, τη σοδομία. 

 

Το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι πλούσια τεκμηριωμένο καθώς ολόκληρη η ελληνική τέχνη, η λογοτεχνία, το αρχειακό υλικό, με εξαίρεση λιγοστής ποίησης, είναι έργο ανδρών. 

 

(Για περισσότερα δες «Η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα», του K.J.Dover, την Αττική κωμωδία- τον Αριστοφάνη και τους σύγχρονούς του-, το “Συμπόσιο” και τον “Φαίδρο” του Πλάτωνα και το “Κατά Τιμάρχου” του Αισχίνη- στο οποίο διαπραγματεύεται το νόμο της απαγόρευσης συμμετοχής στην πολιτική ζωή σε όποιον είχε δεχτεί χρήματα ή αγαθά ως αμοιβή για ομοφυλοφιλική χρήση του σώματός του- και την ομοφυλοφιλική ποίηση των Ελληνιστικών χρόνων). 

 

Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε ελάχιστα στοιχεία στη διάθεσή μας για τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Λέγεται ότι οι θεοί του Ολύμπου έστειλαν τον Τειρεσία να ζήσει στον κόσμο επτά χρόνια ως γυναίκα και στη συνέχεια ως άνδρας. Επιστρέφοντας ανέφερε την εμπειρία του στον Δία: οι γυναίκες το απολαμβάνουν πιο πολύ. Ο Δίας δυσαρεστήθηκε τόσο πολύ που του στέρησε το φως. 

 

Αυτό που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι η Αθηναϊκή κοινωνία γενικά έτρεφε περιφρονητικές απόψεις για τη διανοητική ικανότητα και αντοχή των γυναικών. Ο Διογένης κάποτε, βλέποντας μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά, αναφωνεί περιχαρής «Μακάρι να είχαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς». Ο Σοφοκλής πίστευε ότι «το καλύτερο στολίδι για μια γυναίκα είναι η σιωπή». Ο Αριστοφάνης γράφει στους Σφήκες: «Το αγόρι δείχνει ευγνωμοσύνη, ενώ η γυναίκα δεν έχει μόνιμο σύντροφο. Αγαπά τον άντρα της στιγμής». 

 

Οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα ήταν αποκλεισμένες από όλες τις μορφές δημόσιας κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας καθώς δεν είχαν την ιδιότητα του πολίτη. Συμμετείχαν μόνο σε κάποιες θρησκευτικές γιορτές και τελετουργίες και περνούσαν ολόκληρη σχεδόν τη ζωή τους κλεισμένες στο σπίτι τους. Μόνο οι πολύ φτωχές αναγκάζονταν να δουλέψουν σε επαγγέλματα όπως αυτό της μαμής, της νοσοκόμας, της πωλήτριας στην αγορά τροφίμων, της χορεύτριας και της αυλητρίδας και φυσικά της πόρνης. Δεν είχαν κληρονομικά δικαιώματα ούτε δικαίωμα ιδιοκτησίας και σ’ όλη τους τη ζωή βρίσκονταν υπό την απόλυτη εξουσία κάποιου άνδρα – πρώτα του πατέρα και μετά του συζύγου. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα δεν αναφέρονταν σ’ αυτές με το μικρό τους όνομα αλλά με το όνομα του πλησιέστερου αρσενικού της οικογένειας. Τις πάντρευαν χωρίς τη συγκατάθεσή τους, γύρω στα δεκατέσσερα, συχνά με πολύ μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες για να έχουν λιγότερες αξιώσεις για προίκα.  Η γέννηση κοριτσιού ήταν πολύ δυσάρεστο γεγονός, ειδικά για τις φτωχές οικογένειες (γιατί αργότερα θα έπρεπε να την προικίσουν) και γι’ αυτό συχνά εγκατέλειπαν θηλυκά μωρά έξω από ναούς.

 

Ο προορισμός των γυναικών ήταν να φροντίζουν τα του οίκου και να φέρνουν στον κόσμο απογόνους. Έτσι, οι περισσότεροι έλληνες πολίτες έχουν μια σύζυγο που κρατάει το σπίτι τους, γεννάει και μεγαλώνει τα παιδιά τους, παλλακίδες, τις οποίες αποκτούσαν ή απήγαγαν, αλλά και εταίρες οι οποίες ήταν οι πιο αξιοσέβαστες και ακριβοπληρωμένες. Υπήρχαν βέβαια και οι πόρνες για τους πιο φτωχούς.

Ο Δημοσθένης εξηγεί «ότι έχουν τις εταίρες για την ηδονή τους, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματος και τις συζύγους για να δίνουν νόμιμα παιδιά και για να φροντίζουν με αφοσίωση τα σχετικά με το σπίτι». 

 

«Ψυκτήρες οίνου»,        Ευφρόνιος       500  π.Χ. (Απεικονίζουν συμπόσιο με εταίρες. Αριστερά η Σεκλίνη παίζει δίαυλο, ενώ δεξιά η Σμίκρα παίζει ένα δημοφιλές συμποτικό παιχνίδι)

 

 

Η κυρίαρχη συμβολική εικόνα της γυναίκας στην κλασσική κουλτούρα είναι αυτή ενός χωραφιού που οργώνεται και σπέρνεται. Εικόνα που συνδύαζε τα στοιχεία της ανισότητας, της διείσδυσης και της αντικειμενοποίησης. Η σπορά και το όργωμα χρησιμοποιείται στην τέχνη και στη λογοτεχνία ως μεταφορά της σεξουαλικής πράξης που έχει όμως σκοπό τη γέννηση νόμιμων παιδιών. Στον αντίποδα έχουμε το παιχνίδι, που παραπέμπει στην απόλαυση.

 

Τα στερεότυπα για τη γυναίκα μοιάζουν με τα σημερινά σε αρκετά σημεία. Τα νάζια, τα παρακάλια, η γκρίνια, η φιλαρέσκεια, ο φόβος έκαναν μια γυναίκα πιο ελκυστική. Η άσκηση βίας, σε κάποιες περιπτώσεις, αποτελούσε μέρος του παιχνιδιού. 

Ωστόσο, υπάρχει μια αντίφαση: από τη μια οι γυναίκες είναι παθητικές και τρομαγμένες κι από την άλλη αχόρταγες και ακόρεστες. 

Προφανώς υπάρχει σύγχυση, καθώς πολλά κείμενα με συμβουλές για τον έρωτα που γράφτηκαν στην αρχαιότητα από γυναίκες πιστεύεται ότι τελικά ήταν έργα ανδρών με γυναικείο ψευδώνυμο. -Φαίνεται ότι δεν ήταν αξιοπρεπές, άνδρες να γράφουν για το σεξ επειδή θεωρείτο γυναικεία έγνοια. – Άρα ό,τι θεωρούσαμε πως αντικατόπτριζε τις γυναικείες επιθυμίες, στην πραγματικότητα επρόκειτο για όσα ήθελαν οι άνδρες να επιθυμούν οι γυναίκες. Απ’ όσο ξέρουμε, άνδρες ήταν και όσοι ερεύνησαν την επιστήμη του οργασμού. 

Ο Ιπποκράτης, πρώτος, περιέγραψε τον γυναικείο και γνώριζε ότι οι σπόροι του καρότου εμπόδιζαν ή και ακόμη διέκοπταν την εγκυμοσύνη. Το πιο περιζήτητο αντισυλληπτικό όμως, ήταν το σίλφιο, που επίσης ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες στις ακτές της Βόρειας Αφρικής, τον 7ο αιώνα π.Χ. 

 

Οι γυναίκες στη Μινωική Κρήτη αποτελούσαν εξαίρεση καθώς έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνία. Ήταν ιέρειες, υφάντριες, τεχνίτριες, έμποροι, διηύθυναν βιοτεχνίες, έπαιρναν μέρος σε αθλητικές εκδηλώσεις και στα τοπικά συμβούλια. Στις τοιχογραφίες απεικονίζονται με έντονη σεξουαλικότητα, ζωηρά χρώματα, υπέροχες, όλο χάρη κινήσεις και απαράμιλλη ομορφιά.

Και στη Σπάρτη γενικά οι γυναίκες ήταν πιο ελεύθερες. Μπορούσαν να σπουδάζουν, έπαιρναν μέρος σε αθλητικούς αγώνες, είχαν κληρονομικά δικαιώματα κι ένα βαθμό σεξουαλικής ελευθερίας.  

 

Η σκέψη των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων βέβαια, διατηρεί την ενότητα του ανθρώπινου είδους, σε δύο όμως εκδοχές: τη γυναικεία, πιο αδύναμη και ανολοκλήρωτη και την ανδρική, πιο ολοκληρωμένη μορφή του είδους. Ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει τον άνδρα που είναι ενεργητικός, δημιουργός της ζωής και της σκέψης, φωτεινός, ξερός, με τη γυναίκα που είναι σκοτεινή, υγρή, κρύα και παθητική. Ο άνδρας είναι ο ήλιος, η γυναίκα το φεγγάρι. Θα μπορούσαμε να δούμε σ’ αυτή την αριστοτελική αντιπαράθεση μια διάκριση ανάμεσα στο έλλογο, απολλώνιο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης που αποδίδεται στον άνδρα και το πιο ζωικό, ενστικτώδες, διονυσιακό στοιχείο που εκπροσωπείται από τη γυναίκα. 

 

Παρ’ όλες τις διακρίσεις, οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, όποια κι αν είναι η θέση τους στην κοινωνία, οφείλουν να έχουν αγάπη και αλληλοσεβασμό, όπως και να διδάσκονται ο ένας από τον άλλο.

Η αλήθεια είναι πάντως, ότι στην ιστορία δεν έμειναν οι πιστές και ενάρετες γυναίκες, αλλά μερικές έξυπνες και καλλιεργημένες εταίρες.

 

(Δες το βιβλίο της Ντέμπρα Χάμελ «Η δίκη μιας εταίρας», τα «Ηθικά Νικομάχεια», του Αριστοτέλη -καθώς το προνόμιο που αποδίδεται στην αγάπη εαυτού ως στήριγμα στην αγάπη για τον άλλο ξεκινά, από φιλοσοφικής απόψεως, απ’ αυτόν).

 

(Δες το βιβλίο της Ντέμπρα Χάμελ «Η δίκη μιας εταίρας», τα «Ηθικά Νικομάχεια», του Αριστοτέλη -καθώς το προνόμιο που αποδίδεται στην αγάπη εαυτού ως στήριγμα στην αγάπη για τον άλλο ξεκινά, από φιλοσοφικής απόψεως, απ’ αυτόν).

 

(Δες το βιβλίο της Ντέμπρα Χάμελ «Η δίκη μιας εταίρας», τα «Ηθικά Νικομάχεια», του Αριστοτέλη -καθώς το προνόμιο που αποδίδεται στην αγάπη εαυτού ως στήριγμα στην αγάπη για τον άλλο ξεκινά, από φιλοσοφικής απόψεως, απ’ αυτόν).