Η πιο φανερή και αξιοπρόσεκτη ομοιότητα των ιδεοληπτικών απαγορεύσεων, για την περίπτωση της νεύρωσης και του ταμπού, είναι ότι αυτές οι απαγορεύσεις είναι αναιτιολόγητες και αινιγματικές στην καταγωγή τους. Εμφανίστηκαν κάποια μέρα και από τότε διατηρήθηκαν στη βάση ενός ανίκητου φόβου. Μια εξωτερική απειλή τιμωρίας περιττεύει εδώ, αφού υπάρχει μια εσωτερική βεβαιότητα και πεποίθηση ότι η παράβασή τους θα επιφέρει αφόρητα κακά. Φρόυντ

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑΜΠΟΥ – ΓΑΜΟΣ, ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΑ, ΠΟΛΥΓΥΝΙΑ

Σήμερα έχουμε αρχαιολογικά ευρήματα και στοιχεία για τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων 5.000 χρόνια πριν κυρίως για την περιοχή της Ευρασίας. Υπάρχουν στοιχεία για διάφορες πρακτικές, όπως είναι η κτηνοβασία, η ομοφυλοφιλία, η πορνεία, η παρενδυσία (ανδρική ή γυναικεία), η τρανσεξουαλικότητα, ο σαδομαζοχισμός, η αντισύλληψη και ιδέες περί φυλετικής καθαρότητας, του σεξ ως αναψυχή, αλλά και ως υπερβατική, πνευματική εμπειρία. (βλ. «Η προϊστορία του σεξ, 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας», Τίμοθυ Τέηλορ)

 

Ο αρχαίος άνθρωπος άλλες φορές είναι παιδί της φύσης (σε σπήλαιο της Σικελίας οι εγχάρακτες εικόνες δείχνουν δύο νεαρούς άνδρες σε περίπτυξη, ενώ γύρω τους χορεύουν άνδρες και γυναίκες), κι άλλοτε πάλι είναι συντηρητικός σε αποκλίνουσες συμπεριφορές (στη Σλοβακία έχει βρεθεί τριπλός τάφος νεαρών ατόμων της Εποχής των Παγετώνων όπου βρέθηκε ένας πάσσαλος διαπερνά την ηβική χώρα του ενός από τους δύο άντρες, ενώ κόκκινη ώχρα εντοπίστηκε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας). Από την Εποχή των Παγετώνων έχουν βρεθεί περίπου διακόσια αγαλματίδια γυναικών που εικάζετε ότι απεικόνιζαν ιέρειες, προγονικές ηγέτιδες ή μήπως οι Αφροδίτες αυτές ήταν τα πρώτα πορνογραφήματα στον κόσμο, κάτι σαν προϊστορικό τρισδιάστατο Playboy. (Εκείνη την εποχή το κρύο ήταν τσουχτερό οπότε πιθανό είναι αυτές οι απεικονίσεις να έδιναν παρηγοριά στους άντρες αφού οι γυναίκες ήταν πάντα σκεπασμένες με γούνες).

 

Στον αντίποδα της θηλυκής οντότητας, υπάρχουν και φαλλικά αντικείμενα από την Παλαιολιθική εποχή που θεωρούνται τελετουργικά σκήπτρα εξουσίας, χρησιμοποιούνταν για το ίσιωμα βελών ή ακοντίων ή ακόμη και ως σεξουαλικά βοηθήματα.

 

Πολλά ευρήματα δημιουργούν άλυτα ερωτήματα όπως για παράδειγμα ένας σκελετός σε πλούσιο τάφο με χρυσή πεοθήκη ανάμεσα στα πόδια του, μια βραχογραφία στη Μογγολία που απεικονίζει δύο άνδρες που ακουμπούν τους φαλλούς τους (ομοφυλοφιλία ή συμβολική αναπαράσταση της ανδρείας δύο μαχητών;), αγαλματίδια από το σπήλαιο Γκριμαλντίτο με φουσκωμένα στήθη και κοιλιά και κάτω απ’ αυτήν ένα εξόγκωμα με δάχτυλα (ερμαφρόδιτος ή αυνανιζόμενος).

 

Σίγουρα όμως οι αρχαίοι μπορούσαν να ανάγουν σε οπτική τέχνη το ομαδικό σεξ: στη Λέτνιτσα της Βουλγαρίας έχουν βρεθεί πολύ όμορφα ασημένια και επίχρυσα διακοσμητικά χαλινών αλόγων του 4ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζουν σκηνές από ένα έπος με άντρες και γυναίκες, αλλά και τους γάμους μεταξύ θεών και θνητών.

 

Η ελληνική μυθολογία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς βασίζεται στους κινδύνους του έρωτα, που καταστρέφει και ενώνει ταυτόχρονα: για παράδειγμα, ο έρωτας εξανθρωπίζει τη Λήδα, καταστρέφει όμως τον Οιδίποδα, ενώνει όπως στην Οδύσσεια, χωρίζει όπως στην Ιλιάδα. Ο θεός του επίγειου έρωτα, ο μικρός, φτερωτός Έρως, ρίχνει τα φτερωτά του βέλη στην καρδιά των ανθρώπων κι από κείνη τη στιγμή παύουν να είναι πλέον ο εαυτός τους.

 

Η σεξουαλική συμπεριφορά των προανθρώπινων προγόνων μας δεν παρέμεινε τόσο μονοκόμματη, όπως την παρουσιάζει η λαϊκή φαντασία, αλλά διέθετε ποικιλία και ο διαχωρισμός της σεξουαλικής επιθυμίας από τη βιολογική ανάγκη για την αναπαραγωγή ήταν ήδη σαφής πολύ πριν περάσουμε στην ιστορική εποχή.  Ο Τίμοθυ Τέηλορ, συγγραφέας του βιβλίου Η προϊστορία του σεξ, 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας, θεωρεί σημείο καμπής αυτή το χρονικό σημείο γιατί τότε ο άνθρωπος σταμάτησε να περπατά με τα τέσσερα και σηκώθηκε στα δύο του πόδια. Η όρθια στάση έφερε μεγάλες ανατροπές και άλλαξε ριζικά αυτό που θεωρείτο όμορφο. Τα γυναικεία γεννητικά όργανα δεν ήταν πια ορατά, αναπτύχθηκαν οι γλουτοί, το γυναικείο στήθος μεγάλωσε και όλοι, αρσενικοί και θηλυκοί, έχασαν το πυκνό τρίχωμά τους. Η στάση αυτή οδήγησε επίσης στη μετατόπιση του κέντρου της σεξουαλικότητας από το οπίσθιο μέρος του σώματος στο εμπρόσθιο. Παρόλο που γίναμε πιο αργοί στις μετακινήσεις, τα χέρια έμειναν ελεύθερα και σταδιακά δημιούργησαν όπλα, εργαλεία, καλλιτεχνικά έργα, δηλαδή τον πολιτισμό. Χωρίς τα ανθρώπινα χέρια – με τα οποία εργαζόμαστε,  δημιουργούμε,  χαϊδεύουμε αλλά και  σκοτώνουμε, είναι απίθανο να είχαμε εξελιχτεί τόσο πολύ. Επίσης ο Τέηλορ επισημαίνει ότι «γίναμε άνθρωποι, όχι γιατί οι άνδρες κυνηγούσαν και οι γυναίκες συνέλεγαν τροφή και κουβαλούσαν τα μωρά, αλλά επειδή, όταν προέκυπτε ανάγκη, τα δύο φύλα μπορούσαν να αλλάξουν ρόλους. (αυτό αποδεικνύει ότι αρχικά δεν υπήρχε ανδρική κυριαρχία). Υπολογίζει ότι πριν από περίπου 1.600.000 χρόνια, δημιουργήθηκε και η γλώσσα και μαζί μ’ αυτήν, οι πρώτες εκφράσεις αγάπης, είτε ειλικρινείς, είτε υποκριτικές. Η προσποίηση οργασμού και η γλώσσα ως φαινόμενα είναι μοναδικά στο ανθρώπινο είδος, παρατηρεί.

 

Υποθέτει ακόμη, ότι τότε πρέπει να εμφανίστηκε και η ενδυμασία που είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη ή τον τονισμό των γεννητικών περιοχών (κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με αμείωτο ρυθμό), την επέκταση του ελέγχου και τη δημιουργία της γλώσσας του σώματος. Και κάτι πολύ σημαντικό: η ενδυμασία δημιούργησε την προέκταση της αντίληψης του βιολογικού φύλου πέρα από τα εμφανή βιολογικά χαρακτηριστικά (έννοια του γένους), καθώς από την αρχή διαχωρίστηκε ως γυναικεία ή ανδρική. Τα σώματα, απογυμνωμένα από το πιθηκίσιο τρίχωμά τους, έγιναν πιο αισθησιακά και το σεξ διαρκούσε περισσότερο. Έχουμε επίσης, σοβαρές ενδείξεις ότι οι προϊστορικές κοινωνίες χρησιμοποιούσαν φυσικές μεθόδους αντισύλληψης.

 

Μεγάλες στιγμές, διότι ο πολιτισμός άνοιξε στη σεξουαλική επιλογή ένα τεράστιο πεδίο. Η προϊστορική τέχνη περιλαμβάνει πολλά έργα με καθαρά σεξουαλικό χαρακτήρα και φανερώνει τι άρεσε στους ανθρώπους εκείνη τη μακρινή εποχή. Το τραγούδι, η προφορική ποίηση, ο χορός, η ζωγραφική αναδείχθηκαν ως τα νέα σεξουαλικά θέλγητρα, τη στιγμή που ο εγκέφαλος συνεχίζει να αυξάνεται και μετά τα 150.000 χρόνια πριν έχουμε την εμφάνιση των πρώτων ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων.

 

Από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου φαίνεται η πολυπλοκότητα της ερωτικής διαδικασίας. Από τις πρώτες προσπάθειες προσέγγισης μέχρι τη συνουσία διαφαίνεται μια αναλογία με την ανάπτυξη του εγκεφαλικού φλοιού και συνδέεται άμεσα με τις πολιτισμικές και κοινωνικές επιταγές κάθε εποχής.

 

Πριν από 15.000 χρόνια, η ανθρωπότητα εξαπλώνεται, οργανώνεται και σταθεροποιείται. Καθώς η σεξουαλική ελευθερία γίνεται απειλή για την κοινωνική σταθερότητα καθιερώνονται οι πρώτοι περιορισμοί. Το ανθρώπινο είδος πάσχει από ασίγαστη σεξουαλική δίψα και δεν έχει όπως τα άλλα ζώα περιόδους οργασμού και ανάπαυσης, γεγονός που κάνει τα πράγματα πιο πολύπλοκα.

 

Για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε, αναγκαστήκαμε να εφεύρουμε κανόνες οι οποίοι κατευθύνουν το σεξουαλικό ένστικτο και ταυτόχρονα προστατεύουν την κοινωνία από τις υπερβάσεις του. Έτσι σε κάθε κοινωνία υπάρχει ένα σύνολο απαγορεύσεων και ταμπού, καθώς επίσης και διεγερτικών και προτροπών που αποσκοπούν στη ρύθμιση και τον έλεγχό του.

 

Ο Φρόιντ, εξέφρασε την άποψη ότι τα ανθρώπινα όντα υποκινούνται αποκλειστικά από τις ενορμήσεις τους κι αυτές οι ενορμήσεις είναι σεξουαλικές ενορμήσεις ή σχεδόν πάντα έχουν σχέση με την αρχή της ηδονής, η οποία, στις πρώτες φάσεις ψυχικής ανάπτυξης του ανθρώπου, κυριαρχεί χωρίς όρια. Στο βιβλίο του Τοτέμ και Ταμπού, θεωρεί ότι η γένεση της κοινωνίας οφείλεται σε δύο απαγορεύσεις: της αιμομιξίας και του φόνου. Απαγορεύονται δηλαδή, πράγματα τα οποία οι άνθρωποι έκαναν και θα έκαναν, διότι τα επιθυμούν και διότι μπορούν να τα κάνουν.

(βλέπε τα βιβλία «Τοτέμ και Ταμπού» και «Το Μέλλον μιας αυταπάτης» του Φρόιντ).

 

Οι κανόνες και οι θεσμοί που έχουν στόχο να δαμάσουν το σεξουαλικό ένστικτο είναι πολυάριθμοι, μεταβαλλόμενοι και αντιφατικοί. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, οι ίδιοι κανόνες που ενθαρρύνονται σε μια κοινωνία, μπορεί να αποτελούν αξεπέραστα ταμπού για μια άλλη. Μόνο οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε μητέρα και γιο αποδοκιμάζεται από όλους τους λαούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, παρά τις απαγορεύσεις, η σεξουαλικότητα και ο έρωτας πάντα υπερέβαιναν τις κοινωνικές συμβάσεις και μ’ αυτό τον τρόπο τις ωθούσαν σε αλλαγές και εξελίξεις.

 

Στο βιβλίο του «Το Μέλλον μιας αυταπάτης» βεβαιώνεται ότι ο πολιτισμός στηρίζεται ουσιαστικά και κεντρικά στην καταστολή των ενορμήσεων. Η εκπολιτιστική διαδικασία είναι βέβαια, αποκλειστικά το έργο μειονοτήτων, οι οποίοι, καθώς συντελείται, επωφελούνται με προνόμια για τον εαυτό τους και αυτές μόνο φαίνονται ικανές να απολαμβάνουν μέσω της μετουσίωσης, ανώτερες μορφές ευχαρίστησης, όπως είναι η τέχνη. Οι μάζες, από την άλλη, απεχθάνονται τον πολιτισμό γιατί τις αναγκάζει να καταστείλουν ή να απωθήσουν τις ενορμήσεις τους. Ενδέχεται βέβαια, και οι μάζες, ως ένα ορισμένο σημείο και ιδίως μέσω της ταύτισής τους με την κυρίαρχη μειοψηφία, να ανυψώνονταν κι αυτές στο πεδίο μιας μετουσίωσης που μπορούσε να τους δώσει τις δυνατότητες να απολαύσουν τα έργα του πολιτισμού.

 

Το ταμπού της αιμομιξίας. Η απαγόρευση της αιμομιξίας αποτελεί το θεμελιώδες διάβημα χάρη στο οποίο, δια του οποίου, αλλά προ πάντων κατά το οποίο, ο άνθρωπος επιτέλεσε το πέρασμα από τη φύση στον πολιτισμό, σύμφωνα με τον Κλοντ Λεβί Στρος. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Μαρσέλ Μος στο κλασικό βιβλίο του Το δώρο, όπου αποδεικνύει ότι το κοινωνικό κατασκευάζεται μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων, σημείων και γυναικών (όχι ανδρών, με εξαίρεση τους σκλάβους, αλλά αυτοί, παθητικοί και υπάκουοι δεν είναι άνδρες). Οι κλειστές κοινότητες των πρωτόγονων είχαν ανάγκη από συμμάχους και αγαθά που τα κατείχαν άλλοι. Έτσι, η απαγόρευση της αιμομιξίας επιτρέπει και αναγκάζει τα άτομα μιας ομάδας να ανοιχτούν προς άλλες γειτονικές, επιβάλλει την εξωγαμία, ώστε να δημιουργήσουν χρήσιμους δεσμούς. Γυναίκες ανταλλάσσονται με αντικείμενα ή με άλλες γυναίκες και σπάνια γυναίκες ανταλλάσσουν τους αδελφούς τους ή τα παιδιά τους, πρακτικές που εξασφαλίζουν μεταφορά δικαιωμάτων χωρίς να διαλύονται οι προϋπάρχοντες δεσμοί. Πάντως εδώ μπαίνει το ζήτημα της μητρότητας καθώς οι άνδρες ανταλλάσσουν τις κόρες και τις αδελφές, αλλά όχι τις μητέρες. Η όψη του οικονομικού συνεταιρισμού, της ανακατανομής του πλούτου, με σκοπό την αναπαραγωγή, έγινε η κυρίαρχη όψη του γάμου. (Παρ’ όλα όσα έχουν κατά καιρούς λεχθεί, η απαγόρευση της αιμομιξίας δεν εξυπηρετεί κανένα βιολογικό σκοπό).

 

Η απαγόρευση της αιμομιξίας περιόρισε την απεριόριστη ελευθερία των σεξουαλικών επαφών, όπως στη ζωή των ζώων. Θα είχε άραγε σχηματιστεί ένα τόσο αυστηρό καθεστώς απαγορεύσεων και άρσεων των απαγορεύσεων σχετικών με τη σεξουαλική δραστηριότητα αν δεν υπήρχε εξ αρχής κάποιος σοβαρός λόγος;

Ο λόγος είναι ότι, αν και η αιμομιξία απαγορεύεται από την κοινωνία εδώ και χιλιάδες χρόνια και παρ’ όλες τις κυρώσεις, παραμένει μια παρόρμηση που δύσκολα κατανικιέται. Η σεξουαλική επιθυμία για την κόρη, την αδελφή κλπ, είναι παρούσα παρ’ όλες τις απαγορεύσεις και τις κυρώσεις. Το αυθαίρετο όριο ανάμεσα σε επιτρεπόμενους συγγενείς και σε απαγορευμένους συγγενείς μεταβάλλεται ανάλογα με την ανάγκη να διασφαλιστούν τα κυκλώματα των ανταλλαγών. Όταν αυτά τα οργανωμένα κυκλώματα παύουν να είναι χρήσιμα, η αιμομικτική κατάσταση περιορίζεται. Όταν δε λειτουργεί άλλο η χρησιμότητα οι άνθρωποι παραμελούν συν τω χρόνω τα εμπόδια η αυθαιρεσία των οποίων έγινε σοκαριστική. (βλέπε γάμους ανάμεσα σε ξαδέλφια στις βασιλικές οικογένειες του μεσαίωνα, παρακμή του θεσμού του γάμου στις σύγχρονες κοινωνίες).

 

«Η απαγόρευση της αιμομιξίας αποτελεί το θεμελιώδες διάβημα χάρη στο οποίο, δια του οποίου, αλλά προ πάντων κατά το οποίο, ο άνθρωπος επιτέλεσε το πέρασμα από τη φύση στον πολιτισμό». Κλοντ Λεβί Στρος

 

Επαπειλούμενοι από τη διαρκή ηλεκτρική εκκένωση του σεξουαλικού ενστίκτου, οι άνθρωποι εξ αρχής εφηύραν ένα αλεξικέραυνο, τον ερωτισμό, αυτό τον ιδιόρρυθμο υπηρέτη της ζωής και του θανάτου. Ο ερωτισμός αποκτά το σκοπό να ενσωματώσει το σεξ στην κοινωνία γιατί από μόνο του την απειλεί καθώς είναι έκρηξη ζωής που αγνοεί τις τάξεις και τις ιεραρχίες, τις τέχνες και τις επιστήμες, τη μέρα και τη νύχτα.

 

Αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος δεν κατάφερε ποτέ να αποκλείσει τον αισθησιασμό παρά μόνο επιφανειακά ή από έλλειψη ατομικού σφρίγους. Ακόμη και οι άγιοι μπαίνουν στον πειρασμό. Έτσι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο από το να διαφυλάσσουμε χώρους στους οποίους να μην μπορεί να εισχωρήσει η σεξουαλική δραστηριότητα. Γι’ αυτό υπάρχουν χώροι, περιστάσεις και διαφυλαγμένα πρόσωπα που όλες οι όψεις της σεξουαλικότητας θεωρούνται άσεμνες. Για παράδειγμα, ένα βαθύ ντεκολτέ είναι ανάρμοστο το πρωί στη δουλειά, αλλά ορθό το βράδυ σε μια έξοδο. Και η πιο απόκρυφη γύμνια δεν είναι άσεμνη στο ιατρείο του γιατρού.

 

Άλλοι τρόποι ελέγχου του σεξουαλικού ενστίκτου είναι το συμβόλαιο του γάμου, η υποχρεωτική αγνότητα, ακόμη και η νομοθεσία για την πορνεία. Ωστόσο όλοι τους αποτελούνται από δύο όρους: την αποχή και την ελευθεριότητα. Καμία δεν είναι απόλυτη και από αρχαιοτάτων χρόνων οι κοινωνίες περνούν περιόδους ακολασίας και εγκράτειας υπακούοντας σε επιταγές που σχεδόν πάντα έχουν μια ηθική βάση, αν και κατά καιρούς επικαλούνται την αυθεντία της επιστήμης και της υγιεινής. Όμως σε μερικές περιπτώσεις, η αποχή και η ελευθεριότητα, αντί να είναι σχετικές και περιοδικές, είναι απόλυτες.

 

Οι ομάδες των ελευθεριαζόντων εμφανίζονται στη λογοτεχνία (Μαρκήσιος  Ντε Σαντ), αλλά υπήρξαν και παραμένουν μια παράνομη κοινωνική πραγματικότητα, εκτός από τις περιπτώσεις που έλαβαν θρησκευτικό χαρακτήρα: ας θυμηθούμε για παράδειγμα, τις φαλλικές λατρείες της νεολιθικής εποχής, τις βακχείες και τα Σατουρνάλια της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας καθώς και τις συλλογικές τελετουργικές συνουσίες των ταντρικών αιρέσεων της Ινδίας, των ταοϊστών στην Κίνα και των γνωστικών χριστιανών της Μεσογείου. Μπορεί κανείς να το δει σαν μια προσωπική προσπάθεια να σπάσει κάποιος τους κοινωνικούς δεσμούς ή να ενωθεί με το θείο και παρουσιάζεται σαν απελευθέρωση από την ανθρώπινη μοίρα.

 

Στη Δύση η λατρεία της αγνότητας είναι κληρονομιά του πλατωνισμού και άλλων φιλοσοφικών ρευμάτων της αρχαιότητας σύμφωνα με τα οποία η αθάνατη ψυχή βρίσκεται φυλακισμένη στο θνητό σώμα, οπότε το σώμα αυτόματα υποτιμάται. Στην Ανατολή η λατρεία της αγνότητας ξεκίνησε ως μέθοδος για την κατάκτηση της μακροζωίας. Η αποταμίευση σπέρματος ισοδυναμούσε με αποταμίευση ζωής και το ίδιο ίσχυε για τις σεξουαλικές εκκρίσεις της γυναίκας (ταοϊσμός). Αργότερα μετατράπηκε σε μέθοδο για την απόκτηση υπερφυσικών δυνάμεων. Παρά τις διαφορές αυτές, η αγνότητα πληροί τον ίδιο ρόλο στην Ανατολή και στη Δύση. Πρόκειται για μια δοκιμασία, μια άσκηση που μας ενδυναμώνει πνευματικά και μας επιτρέπει να κάνουμε το μεγάλο άλμα στην πνευματική δημιουργία. Στο Μεσαίωνα βρίσκουμε πολλές διηγήσεις για πονηρούς δαίμονες και αερικά που με μορφή γυναίκας ή άντρα γλιστρούσαν στα κρεβάτια και ζευγάρωναν με τους μοναχούς και τους μοναχικούς που καλλιεργούσαν το πνεύμα τους. (ο δαίμων της μεσημβρίας) Στην Αναγέννηση και την εποχή του μπαρόκ η επίσκεψη των φαντασμάτων συνδέθηκε με το νεοπλατωνισμό. (Οι ψυχές των ερωτευμένων αναζητούν η μια την άλλη και ενώνονται).

 

Ολόκληρη η κοινωνική ανθρωπότητα αποκλείει ριζικά την αταξία των αισθήσεων, αρνείται τη φυσική αρχή της και θεωρεί ότι ο γάμος είναι ο χώρος που καλλιεργούνται οι αξίες μακριά από τη βία και τον ρύπο των παθών. Κατά μια έννοια, ο γάμος ενώνει το συμφέρον και την αγνότητα, τον αισθησιασμό και την απαγόρευση του αισθησιασμού, τη γενναιοδωρία και την τσιγγουνιά. Συμβάλλει στη δημιουργία του ανθρώπινου κόσμου, όπου ο σεβασμός, η δυσκολία και η επιφύλαξη υπερτερούν πάνω στη βία. Είναι το συμπλήρωμα του ερωτισμού όπου το επαγγελλόμενο στον πόθο αντικείμενο αποκτά μια πολύ έντονη αξία. Δεν θα υπήρχε ερωτισμός εάν δεν υπήρχε από την άλλη ο σεβασμός στις απαγορευμένες αξίες (δεν θα υπήρχε πλήρης σεβασμός αν η ερωτική παρεκτροπή δεν ήταν ούτε εφικτή ούτε σαγηνευτική). Ο σεβασμός αναμφίβολα δεν είναι άλλο από την παρακαμπτήριο της βίας. Από τη μία πλευρά, ο σεβασμός διευθετεί το χώρο μέσα στον οποίο είναι απαγορευμένη η βία, απ’ την άλλη αφήνει στη βία μια δυνατότητα παράτυπης έλευσης μέσα σε χώρους που έπαψε να είναι παραδεκτή. Η απαγόρευση δεν αλλάζει τη βία της σεξουαλικότητας, αλλά ανοίγει στον πειθαρχημένο άνθρωπο μια πόρτα την οποία δε θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζωώδες στοιχείο, την πόρτα της παράβασης του κανόνα (μερικές φορές η παράβαση είναι αποδεκτή αρκεί να μη γίνει γνωστή). Έτσι ενώ ο γάμος ήταν ο συμβιβασμός της σεξουαλικής δραστηριότητας και του σεβασμού, αποκτά όλο και περισσότερο τη σημασία του δεύτερου.

 

(Πολλές πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Διπλή φλόγα», του Οτάβιο Παζ)

 

Οι πρώτοι γάμοι ήταν ομαδικοί. Ίχνη τέτοιων γάμων συναντάμε ακόμη και σήμερα σε κάποιες φυλές. Οι άνθρωποι, όπως και τα ζώα, ποτέ δεν μπόρεσαν να ζήσουν χωρίς σεξουαλικό σύντροφο. Επίσης, μια γυναίκα μόνη δεν είναι ασφαλής κι ένας άνδρας μόνος είναι επικίνδυνος για την κοινωνική γαλήνη γιατί εποφθαλμιά τις γυναίκες των άλλων. Όλοι οι πολιτισμοί λοιπόν,  απαγορεύουν την αγαμία ή δίνουν στους άγαμους θρησκευτικές αρμοδιότητες. Στους Κατσίν της Βιρμανίας, για παράδειγμα, μένουν άγαμοι μόνο οι χαζοί ή όσοι έχουν φρικτό χαρακτήρα και, όταν πεθαίνουν, η φυλή τους επιφυλάσσει μια παρωδία κηδείας. Οι άνθρωποι αρχικά ήταν πολυγαμικοί, ενώ η μονογαμία εμφανίστηκε πολύ αργότερα, και θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι όλοι μοιράζονταν από κοινού τους άνδρες και τις γυναίκες. Ο Ηρόδοτος, αναφέρεται στην ύπαρξη λαών με τέτοια συμπεριφορά στην Ανατολική Ευρώπη και Ασία όπου όταν γεννιόταν ένα μωρό συγκεντρώνονταν μπροστά του όλοι οι άνδρες με τους οποίους είχε κοιμηθεί η μητέρα και σε όποιον έμοιαζε περισσότερο, αυτός ήταν ο πατέρας. Επίσης αναφέρει ότι μερικοί λαοί του Καυκάσου ζευγαρώνουν δημόσια, σαν τα ζώα. (Το 1766, ο φυσιοδίφης Κομερσόν ανακαλύπτει στην Ταϊτή μια κοινωνία χωρίς απαγορεύσεις, όπου βασιλεύει «ο αληθινός κώδικας της φύσης» δηλαδή, απόλυτη σεξουαλική ανοχή).

 

Στην πορεία, κάποιες κοινωνίες, κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, υιοθετούν την πολυανδρία, δηλαδή, μία μόνο γυναίκα για πολλούς άνδρες. Σε πολλές από τις πρώτες μόνιμα εγκαταστημένες κοινότητες, κυρίως σε περιοχές όπου τα εύφορα εδάφη είναι λίγα και οι άνδρες αναγκάζονται να φεύγουν μακριά για να πολεμήσουν, κάθε γυναίκα ανήκει σε πολλούς άνδρες ταυτόχρονα, χωρίς να συμβαίνει και το αντίστροφο. Σε κάποιες απ’ αυτές τις κοινωνίες οι γυναίκες έχουν το πάνω χέρι και οι άνδρες είναι σεξουαλικά αντικείμενα, υπάλληλοι και μισθοφόροι. Σε άλλες όμως, υπήρχε αλληλοσεβασμός, αγάπη και ανταπόδοση. Η πολυανδρία ήταν ανέκαθεν παρούσα και συναντάται σε κάποια μητριαρχικά βασίλεια, όπως στην Αίγυπτο της τρίτης χιλιετίας π.Χ. και στους αρχαιότερους αγροτικούς λαούς της Ασίας. Σε μερικές στρατιωτικές κοινωνίες όπως στην αρχαία Σπάρτη, οι άνδρες μοιράζονται μια γυναίκα γιατί έτσι αυτή κινδυνεύει λιγότερο να χηρέψει. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τους Γινδάνες, νοτιοανατολικά της Καρχηδόνας, όπου οι γυναίκες βάζουν σε κάθε άνδρα με τον οποίο συνευρίσκονται σεξουαλικά, έναν κρίκο στο πόδι και αυτή με τους περισσότερους κρίκους είναι η καλύτερη γιατί αγαπήθηκε από περισσότερους άνδρες. Υπάρχουν επίσης πληροφορίες από πολλούς ταξιδιώτες για πολυανδρία στη Βρετανία κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, στους Άραβες, στην Ινδία του 17ου αιώνα, στις Μαλβίδες. Σήμερα, τη συναντάμε στο Λαντάκ, στο Θιβέτ, όπου ο πρωτότοκος γιος επιτρέπεται να μοιραστεί μια γυναίκα με τα αδέλφια του για να μη χωριστεί η οικογενειακή περιουσία. Στους Γκουαγιακί της Βραζιλίας, στην πολυανδρική οικογένεια οι γυναίκες είχαν και έχουν δικαίωμα να παντρευτεί όσους άνδρες θέλουν και ο κάθε άνδρας αναγνωρίζει τα δικά του παιδιά. Στους Μόσο, στη νοτιοδυτική Κίνα εδώ και 33 αιώνες, εφαρμόζεται η μη αδελφική πολυανδρία, σε πληθυσμό 70.000 ανθρώπους με μεγάλη επιτυχία. Κατά την πεντηκοστή επέτειο της δημιουργίας των Ηνωμένων Εθνών, οι Μόσο έλαβαν τον τίτλο της «υποδειγματικής κοινότητας». Πολυανδρία συναντάμε και σε διάφορες περιοχές της Ινδίας, της Κεϋλάνης, του Θιβέτ, της Μογγολίας, της Νιγηρίας και της Κορέας. Τελικά, η πολυανδρία με πολλές παραλλαγές εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού.

 

(Πολλές πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Η ιστορία του έρωτα», του Ζακ Αταλί)

 

Πριν από 8.000 χρόνια, στην Κίνα και στη Μέση Ανατολή, όπου η καλλιέργεια της γης γενικεύεται, η έννοια της ιδιοκτησίας γίνεται σαφέστερη. Οι άνδρες για μεγάλες περιόδους δεν φεύγουν να πολεμήσουν κι έχουν περισσότερο χρόνο. Μόλις δε, συνειδητοποιούν την πατρότητα, τότε γενικεύεται η πολυγυνία δηλαδή, ένας μόνο άνδρας με πολλές γυναίκες. Θέλουν να έχουν όσο γίνεται περισσότερα παιδιά, άρα και γυναίκες, για να επεκτείνουν τις καλλιέργειές τους κι έτσι τη δύναμή τους. Το τέλος της νομαδικής ζωής δηλαδή, σήμανε την αρχή της πολυγυνίας και οι γυναίκες έγιναν πια το πολυτιμότερο μέρος της περιουσίας ενός άνδρα. Ο άνδρας που δεν έχει γυναίκα δεν αναγνωρίζεται από την κοινωνία και η γυναίκα χωρίς άνδρα (οι χήρες ) είναι πλάσματα ξεπεσμένα που πολλές φορές καταδικάζονται σε θάνατο ή σε εγκλεισμό. Ακραίο παράδειγμα αυτής της πεποίθησης: στην Ινδία, γυναίκες παντρεμένες από τα παιδικά τους χρόνια με ένα σύζυγο που θα συναντούσαν στην εφηβεία, αν αυτός εν τω μεταξύ πέθαινε, τον ακολουθούσαν στο θάνατό του πριν ακόμη ενηλικιωθούν. Επίσης στην Αυστραλία, οι άνδρες Αβορίγινες μπορούν να διαλέξουν για συζύγους κοριτσάκια, τα οποία μεγαλώνουν οι ίδιοι μέχρι την εφηβεία.

 

Στις μέρες μας, η πολυγυνία παραμένει νόμιμη ή ανεκτή για πολλές κοινωνίες της Αμερικής, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, δηλαδή, για περισσότερο από το ένα τρίτο της υφηλίου. Ο κύριος λόγος που ζευγάρια συναντιούνται πρώτη φορά τη μέρα του γάμου και ανήλικες γυναίκες εξαναγκάζονται να παντρευτούν και να μοιράζονται τους άνδρες τους είναι η γέννηση απογόνων, η μεταβίβαση της περιουσίας και η διασφάλιση της τάξης.

 

Επιμέλεια:  Έλενα Σκαρπίδου