Μετά την παρακμή των δημοκρατιών και την εμφάνιση των ισχυρών μοναρχιών, κατά την Ελληνιστική περίοδο, η πολιτική ελευθερία παραχώρησε τη θέση της στην εσωτερική ελευθερία. Οι πολιτικές υποχρεώσεις του κάθε ατόμου που εξαίρονται από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αντικαθίστανται κατ’ ανάγκη (ο άνθρωπος ήταν πια μόνος) από την αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας, της σοφίας ή της γαλήνης στο περιθώριο της κοινωνίας. Ένας Αθηναίος του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν προπάντων πολίτης. Ένας Αλεξανδρινός του 3ου αιώνα μ.Χ. ήταν υπήκοος του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου. Το άτομο απελευθερωνόταν από τους παραδοσιακούς περιορισμούς και η θέση του γινόταν όλο και πιο σημαντική. Αυτή την εποχή ήταν μάλλον αναπόφευκτο ν’ ανοίξουν και οι πόρτες του γυναικωνίτη. Οι γυναίκες ασχολούνταν πια με την ποίηση, τη ζωγραφική, μελετούσαν φιλοσοφία, έγιναν μαμές, ακόμη και δικαστές. Οι έγγαμες ήταν αρκετά ελεύθερες, όπως φαίνεται από την αθυροστομία με την οποία εκφράζονται οι φλύαρες κυράτσες του Θεόκριτου και του Ηρώνδα. Ο γάμος δεν είναι πια αποκλειστική υπόθεση των οικογενειών και οι συμβαλλόμενοι αρχίζουν να έχουν λόγο σ’ αυτή τη συμφωνία. Η εμφάνιση του έρωτα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάδειξη της γυναίκας. Στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας χωρίς γυναικεία ελευθερία.

 

Η ρωμαϊκή μυθολογία μοιάζει πολύ με την ελληνική. Άλλωστε, στη Ρώμη, οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ονομάζονταν «ελληνικές». Ο δικός τους θεός του Έρωτα ονομάζεται Cupido. Ο μύθος της Ψυχής που ερωτεύεται το θεό Έρωτα έχει μείνει διάσημος.

 

Στη Αρχαία Ρώμη για πρώτη φορά κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα περνάμε από την κυριαρχία της μητέρας στην απόλυτη κυριαρχία του πατέρα. Σε μια κοινωνία που σχεδόν σε όλους τους τομείς εμπνεόταν από την αρχαία ελληνική κουλτούρα, η κατάσταση των γυναικών έμοιαζε πολύ με των ελληνίδων. Η θηλυκότητα θεωρείτο «φυσική αδυναμία» (Sexus natura invalidus), γιατί οι γυναίκες, σύμφωνα με τις κυρίαρχες απόψεις της εποχής, δεν διέθεταν αυτοκυριαρχία και έλεγχο των συναισθημάτων τους.

 

Αυτή την εποχή, η συσσώρευση του πλούτου δεν χρησιμεύει στην αύξηση της παραγωγής, αλλά στην αγορά των πιο γόνιμων αγαθών της εποχής: της γης και των γυναικών. Οι νόμοι εξασφάλιζαν την απόλυτη υπακοή τους στον pater familias, όσο ήταν ανύπαντρες και μετά στο σύζυγο και φυσικά η σημασία που δινόταν στην παρθενία της κόρης ήταν μεγάλη καθώς και η απόλυτη πίστη στο σύζυγο.[1]

 

Σταδιακά, η ζωή των πιο εύπορων βελτιώθηκε καθώς σύμφωνα με το νόμο, μπορούσαν να ζητήσουν και να πάρουν διαζύγιο και μαζί ακέραιη την προίκα τους. Η κύρια σύζυγος ξεχωρίζει από τις άλλες, μεγαλώνει τα νόμιμα παιδιά, ασχολείται με το σπίτι, διευθύνει τις υπόλοιπες γυναίκες και τις απομακρύνει σιγά σιγά από το συζυγικό κρεβάτι. Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται μια αλλαγή η οποία εξελίχθηκε με πολύ αργούς ρυθμούς. Ο γάμος μοιάζει φαινομενικά, λίγο περισσότερο με μονογαμία, καθώς οι παλλακίδες, παρούσες όσο και στις προηγούμενες κοινωνίες, αρχίζουν να έχουν λιγότερα δικαιώματα στο γάμο. Η μοιχεία, όταν διαπράττεται από άνδρα, είναι απόλυτα νόμιμη, αλλά ο σύζυγος έχει δικαίωμα να σκοτώσει τον εραστή της κι αυτός που δεν καταγγέλλει δημόσια τη μοιχό σύζυγό του θεωρείται μαστροπός.

 

Ο ρωμαϊκός πλούτος έφερε στην ύστερη αυτοκρατορία μεγαλύτερη ανοχή και μερικές γυναίκες απολάμβαναν αδιανόητη για την εποχή σεξουαλική ελευθερία. Συναντάμε λοιπόν, το εξής παράδοξο: κάποιες πολύ πλούσιες ρωμαίες που είχαν μείνει χήρες, όταν παθιάζονταν πολύ με κάποιο νέο αλλά φτωχό κύριο, τον έπαιρναν στο αρχοντικό τους σε καθεστώς παλλακείας. 

 

Σε γενικές γραμμές πάντως, οι απλοί άνθρωποι δεν παντρεύονται, δεν υπογράφουν συμβόλαιο, ζουν όπως μπορούν μια ζωή σύντομη και πεθαίνουν τόσο νωρίς που δεν προλαβαίνουν να αγαπήσουν πολύ, πολλές φορές ή διαφορετικά.

 

Στη Ρώμη οι ελεγειακοί ποιητές επιδεικτικά γυρνούν την πλάτη τους στον πόλεμο και υμνούν τις ερωτικές μάχες. Και ο Βιργίλιος γράφει στις Εκλογές: «Ο άσπλαχνος έρωτας δεν χορταίνει τα δάκρυα, όπως τα λιβάδια δεν χορταίνουν το νερό, οι μέλισσες το λαβούρνο, οι κατσίκες τα φύλλα». Δεν ξέρουμε όμως αν αναφέρεται στον ετεροφυλοφιλικό ή τον ομοφυλοφιλικό έρωτα καθώς αφιερώνει το δεύτερο βιβλίο των Εκλογών στον όμορφο Αλέξιο.

 

Ο Οβίδιος επίσης, στην «Ερωτική τέχνη» δίνει λεπτομερείς οδηγίες για επιτυχημένη συνουσία. Στην Αινειάδα υπάρχει διήγηση ομοφυλοφιλικού έρωτα ανάμεσα σε ήρωες και ο Ιούλιος Καίσαρας αποκαλείται «άνδρας όλων των γυναικών και γυναίκα όλων των ανδρών». Στο έργο «Έρωτες» του ψευδο-Λουκιανού, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι οι ετεροφυλικές σχέσεις καλύπτουν τις βασικές ανάγκες, αλλά ο έρωτας ανάμεσα σε άνδρες, επειδή, όντας μη αναγκαίος, φανερώνει ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού. Όσο για τον αυτοκράτορα Αδριανό έχει μείνει γνωστός στην ιστορία για τον παθιασμένο έρωτά του με τον Αντίνοο και τους αγώνες που οργάνωσε προς τιμήν του, οι οποίοι τελούνταν στη μνήμη του για σχεδόν δύο αιώνες.

(βλ. και " Αδριανού Απομνημονεύματα", Μαργκερίτ Γιουρσενάρ).

 

Ο Τίτος Λίβιος αναφέρει για τις Βακχείες, γιορτές προς τιμήν του Βάκχου, λατινικό όνομα του Διονύσου: «Όταν το κρασί, η νύχτα και η ανάμειξη ανδρών και γυναικών, νέων και ηλικιωμένων, τους ερέθιζε, τότε κάθε αίσθημα αιδούς έσβηνε και άρχιζαν οι ακολασίες (corruptelae) κάθε είδους. Ο καθένας έβρισκε την ηδονή εκεί όπου μπορούσε να ικανοποιήσει τις φαντασιώσεις του».

 

Μέχρι και το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου η ομοφυλοφιλία είναι αποδεκτή. Ο Ιουστινιανός πρώτος, θέσπισε την ποινή θανάτου για όλες τις μορφές ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς. Μόλις τον 13ο αιώνα δε, άρχισε να αποδίδεται στους ομοφυλόφιλους άνδρες η ονομασία «σοδομίτες» και τότε άρχισε η υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία της Ιεράς Εξέτασης. Η καταγγελία «σοδομισμός» άρχισε να χρησιμοποιείται για εκβιασμό και πολιτικές διαφορές. Οι διώξεις που υπέστησαν οι ομοφυλόφιλοι ήταν τρομακτικές καθώς υπήρχε η πεποίθηση ότι ο σοδομισμός επιφέρει δεινά σε ολόκληρη την κοινωνία προκαλώντας την οργή του Θεού.

 

Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, θεσμοθετήθηκε ως επάγγελμα ο αγοραίος έρωτας και οργανώθηκε η πρώτη «βιομηχανία του σεξ» που συμπεριλάμβανε τα πάντα, από το να σχεδιάζουν και να κόβουν τις μάρκες μέχρι να διαχειρίζονται τα πορνεία. Οι «μάρκες πορνείων» πολύ ενδιαφέρον αρχαιολογικό εύρημα, στη ρωμαϊκή εποχή ήταν διαδομένες σε όλη την Ευρώπη. Από τη μία όψη είχαν μια σεξουαλική παράσταση και στην άλλη έναν αριθμό. Έτσι, κάθε μισθοφόρος μπορούσε να ζητήσει αυτό που ακριβώς ήθελε από την πόρνη, χωρίς περιττές εξηγήσεις.

 

Μέχρι το 314, που ο Κωνσταντίνος χρίζεται χριστιανός και την καταργεί, η πολυγυνία είναι νόμιμη. Στην πράξη, εξακολουθεί να εφαρμόζεται για χίλια χρόνια ακόμη. Τα υψηλά πρόσωπα και οι βασιλιάδες της Δύσης δεν παραιτούνται εύκολα από καθιερωμένα προνόμια και αγνοούν τις προτροπές της εκκλησίας για μονογαμία.

 

Έλενα Σκαρπίδου

 

[1] Αυτές οι απόψεις συνιστούσαν προφανώς την αντίληψη ότι γυναίκες που είχαν βιαστεί καλό θα ήταν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, κάτι που δεν επιβαλλόταν αλλά η κοινωνία το περίμενε απ’ αυτές.