Αν ο έρωτας είναι αστείρευτη πηγή αμφιβολιών, τόπος που κατοικεί η αμφισβήτηση και η αμφιθυμία, εκεί που δεν χωράνε οι λέξεις, τότε είναι και το βασίλειο του αναποφάνσιμου, των ερωτήσεων χωρίς οριστική απάντηση και γι’ αυτό εσαεί ενδιαφέρουσων.


 

Γιατί στον έρωτα εξιδανικεύουμε στην αρχή και μετά βρίζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη;

 

Και το μυστήριο των αταίριαστων ζευγαριών;

 

Κάποτε λέγανε ότι οι γυναίκες είναι από την Αφροδίτη και οι άντρες από τον Άρη. Τώρα;

 

Άλλο άντρας, άλλο γυναίκα.

 

Εκεί που κανείς αγαπά δεν ποθεί, κι εκεί που ποθεί δεν μπορεί ν’ αγαπήσει…

 

Τι είναι καλύτερο να είσαι ο προηγούμενος ή ο επόμενος;

 

Ό,τι σε φτιάχνει σε ρίχνει;

 

Μήπως να πάω σε σεξολόγο;

 

Μήπως να δοκίμαζα Viagra;

 

Γιατί η σεξουαλικότητα στην τρίτη ηλικία έχει αποκτήσει μια ιδέα γελοιότητας;

 

Γιατί δεν μιλάμε άλλο για αγάπη;

 

Γιατί ο έρωτας είναι και παιχνίδι;

 

Γιατί δεν χρειάζεται να το παίρνετε προσωπικά;

 

Γιατί σε πολλούς άντρες αρέσει το νούμερο δύο;

 

Γιατί οι κρυφοί έρωτες είναι τόσο παθιασμένοι;

 

Γιατί κρυφά επιθυμούμε ο άλλος/η να μας καταλαβαίνει χωρίς πολλά λόγια;

 

Γιατί κάποιοι καταλήγουν να οργανώσουν την ύπαρξή τους γύρω από την απώλεια και τη λύπη;

 

Γιατί αυτόν/ή κι όχι τον άλλο/η;

 

Γιατί το sex μοιάζει όλο και περισσότερο με συναλλαγή ή  διεκπεραίωση;

 

Γιατί σε μερικές γυναίκες αρέσουν οι θηλυπρεπείς άνδρες;

 

Είναι αλήθεια ότι αρρωσταίνουμε όταν δεν μας αγαπούν;

 

Γιατί δεν είναι κάθε εμπόδιο για καλό;

 

Γιατί κάνουμε συνεχώς τα ίδια λάθη;

 

Γιατί οι άντρες δεν λένε σ’ αγαπώ;

 

Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να μάθουμε τα χειρότερα;

 

Γιατί η ζωντάνια δεν είναι πάντα δείγμα ψυχικής υγείας;

 

Γιατί οι γυναίκες θέλουν να παντρεύονται περισσότερο από τους άντρες;

 

Γιατί άραγε ο άντρας δέχεται να γίνει πατέρας;

 

Γιατί ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα τόσο συχνά;

 

Singles verse Couples

 

Γιατί η πολλή δουλειά κάνει κακό στο σεξ;

 

Γιατί, αντίθετα με τα άλλα ζώα, δυσκολευόμαστε τόσο πολύ με το σεξ;

 

Γιατί θέλουμε ν’ αλλάζουμε αυτούς που ερωτευόμαστε;

 

Μήπως προσβάλλεστε εύκολα;

 

Γιατί το γυρίσαμε στις ανταλλαγές συζύγων;

 

Δίκτυα ή δίχτυα;

 

Και το διαδικτυακό φλερτ;

 

Και το sex χωρίς αγάπη;

 

Γιατί ο έρωτας μοιάζει τόσο πολύ με το θάνατο;

 

Υπάρχουν δεξιοτέχνες του sex;

 

Μπορεί ο έρωτας να συνυπάρξει με τη σιγουριά;

 

Η ζήλια είναι ένδειξη αγάπης;

 

Γιατί μας δυσκολεύει η διάρκεια;

 

Αγάπη είναι…

 


 

Γιατί στον έρωτα εξιδανικεύουμε στην αρχή και μετά βρίζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη;

«Η ψυχική αξία που προσδίδουμε στο σεξουαλικό αντικείμενο, το οποίο αποτελεί τον στόχο του σεξουαλικού ενστίκτου, πολύ σπάνια περιορίζεται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Η εκτίμηση επεκτείνεται σε ολόκληρο το σώμα του σεξουαλικού αντικειμένου και τείνει να συμπεριλάβει κάθε αισθησιασμό που απορρέει από αυτό. Η ίδια υπερεκτίμηση επεκτείνεται και στην ψυχολογική σφαίρα: το υποκείμενο παθαίνει κάτι σαν διανοητική τύφλωση (δηλαδή εξασθενεί η κριτική του ικανότητα) ως προς τις ψυχικές επιδόσεις και τελειότητες του σεξουαλικού αντικειμένου και υποτάσσεται στις κρίσεις του τελευταίου με ευπιστία. Έτσι η ευπιστία του έρωτα γίνεται μια σημαντική, αν όχι η πιο θεμελιώδης πηγή εξουσίας».

(Freud, Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

Ο έρωτας είναι προβολή της εικόνας της μητέρας που είχαμε τον πρώτο χρόνο της ζωής μας. Τότε οικοδομείται η σχέση αγάπης μαζί της. Οι άνθρωποι που είχαν μια πραγματικά επαρκή μητέρα ερωτεύονται με πιο φυσιολογικό τρόπο. Δεν εξιδανικεύουν και δέχονται τις ματαιώσεις που υπάρχουν σε κάθε σχέση. Σαν να ανακτούν μικρές γωνιές του παράδεισου της παιδικής ηλικίας που χάθηκε για πάντα. Οι άλλοι ερωτευόμαστε περισσότερο και  αναζητούμε με πάθος αυτό που μας έλειψε στη βρεφική ηλικία. Μια επανόρθωση με κάθε τίμημα. Με το καλημέρα σας, καθιστούμε τον άλλο τέλειο και μετά απογοητευόμαστε γιατί ως γνωστόν, κανείς δεν είναι τέλειος. Ο έρωτας είναι καθαρά ναρκισσιστικό συναίσθημα, επομένως εξιδανικεύουμε κάποιον για προσωπικούς μας και μόνο λόγους. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα πάλι, η Διοτίμα λέει ότι όταν ένας άνθρωπος ερωτευθεί έναν άλλον άνθρωπο, δεν πάει να του ζητήσει κάτι, αλλά να ανακτήσει κάτι δικό του το οποίο υπάρχει στον άλλον.

Και ηθικό δίδαγμα: όσο πιο γρήγορα αναμετρηθείς με τα φαντάσματα του παρελθόντος, τόσο καλύτερα για σένα απ’ όλες τις πλευρές και το ερωτικό, που είναι και το θέμα μας. Αλλιώς τα δάκρυα της αγάπης θα είναι για πάντα δάκρυα της παιδικής ηλικίας.

 

 

Και το μυστήριο των αταίριαστων ζευγαριών;

Ο έρωτας συχνά εξανεμίζει τους κανόνες και τις συμβάσεις. Το προσωπικό παρελθόν κι αυτό ακόμη των περασμένων γενεών κουβαλούν αρκετή πρωτοτυπία και πόνους για να προσδώσουν σε κάθε ζευγάρι μοναδικότητα. Αρχέτυπα, ωραιοποιημένες πραγματικότητες, παιδικές εικόνες, κοινωνικά μοντέλα, στερεότυπα. Ζευγάρια που μοιάζει να ταιριάζουν τελικά χωρίζουν, ενώ ζευγάρια αταίριαστα εκ πρώτης όψεως μπορεί να παραμείνουν μαζί. Κάθε επιλογή όμως, μαρτυρά μια ομοιότητα για τους εμπλεκόμενους. Αν είναι και οι δυο προβληματικοί, τότε ανάλογη θα είναι και η σχέση τους και η οικογένεια ολόκληρη, αφού το πρόβλημα θα μεταβιβαστεί στα παιδιά. Δείξε μου ποιον ερωτεύτηκες για να σου πω ποιος είσαι.

Πόνος στη σκιά της σιωπής, πίκρα και παράπονο. Ο ένας δράκουλας κι ο άλλος θύμα. Γύρω μας σχέσεις που τις διατηρεί περισσότερο η σαδομαζοχιστική εξάρτηση και λιγότερο ο έρωτας. Πολλοί άνθρωποι μένουν σε μια σχέση με κάθε τίμημα. Γι’ αυτούς η σχέση γίνεται πιο σημαντική από τον εαυτό τους. Εθελοτυφλούν προκειμένου να πετύχουν την επιμήκυνση της σχέσης. Αν θέλεις να χαθείς σε μια σχέση ξεχνώντας ότι στον έρωτα δε μετράει η διάρκεια αλλά το βάθος, είναι δικό σου θέμα. Όμως έρχεται η ώρα που η πραγματικότητα χτυπάει την πόρτα και τότε τα ψυχοσωματικά καθρεφτίζουν ανελέητα την καταβύθιση στη νάρκη.

Έτσι, ακόμη περισσότερο σήμερα απ’ ό,τι παλαιότερα «ο γάμος είναι επιστήμη» (Μπαλζάκ)

 

Κάποτε λέγανε ότι οι γυναίκες είναι από την Αφροδίτη και οι άντρες από τον Άρη. Τώρα;

Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μαζική εξόρμηση «dominant» γυναικών που σε φέρνει σε αμηχανία ως προς την ιδιαιτερότητα του ρόλου που προσδίνει το φύλο στον καθένα από μας. Ότι τα φύλα συναιρούνται είναι γεγονός. Το ανθρώπινο σώμα τείνει να γίνει «ένα κύκλωμα» με δύο πόλους, αρσενικό/θηλυκό (Μποντριγιάρ), όπως το θετικό/αρνητικό μιας μπαταρίας (Αρανίτσης). Κι αφού οι γυναίκες έγιναν «άντρες», εν ονόματι μιας κενής σε νόημα  σεξουαλικότητας (unisex), ήδη από τη δεκαετία του ’60, ήταν αναπόφευκτο να έρθει κι η ώρα των αντρών να γίνουν «γυναίκες» ακολουθώντας τα πρότυπα του life style που σαφώς εξυπηρετεί καταναλωτικά συμφέροντα. Άντρες λοιπόν που αγοράζουν καλλυντικά και γκάτζετ κάθε είδους και που συχνάζουν σε γυμναστήρια και ινστιτούτα αισθητικής- ένα μείγμα τσαμπουκαλή και δεσποινίδας- και διάφορα ερμαφρόδιτα, καινοφανή όντα που εισάγονται από τα ΜΜΕ και κυκλοφορούν ανάμεσά μας καταργώντας τάχα τη διαφορά ανάμεσα στα φύλα, κάνουν το θέμα του έρωτα ακόμη πιο περίπλοκο. Όμως οι πιο ισορροπημένοι και γοητευτικοί άντρες είναι αυτοί που έχουν αποδεχτεί το θηλυκό κομμάτι μέσα τους και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σ’ έναν άντρα που είναι ευγενικός, εκφράζει τα συναισθήματά του και φροντίζει τα παιδιά του, ούτε σε μια δυναμική, χειραφετημένη γυναίκα που δεν θυσιάζεται συνεχώς για τους άλλους.

 

Άλλο άντρας, άλλο γυναίκα;

Αν η διαφορά δεν υπήρχε θα έπρεπε να την επινοήσουμε. Μας διαταράσσει, αλλά είναι αναγκαία για να μπορέσουμε να σκεφτούμε, για να δημιουργήσουμε παραστάσεις. Είναι τοποθετημένη πάνω στο σώμα, μας χωρίζει αλλά μας κάνει να προχωράμε, ανοίγει χώρο στη σκέψη, επιτρέπει την κίνηση, σπάει τη μονοτονία του ίδιου, του κλώνου. Οι σχέσεις ανδρών και γυναικών είναι σχέσεις τρυφερότητας και αισθησιασμού που συμπεριλαμβάνουν και αρνητικά συναισθήματα. «Το μεταξύ μας όλοι ίδιοι» (G. Deleuze) θα ήταν χαλαρωτικό, ήρεμο αλλά άγονο σαν το θάνατο.

 

Εκεί που κανείς αγαπά δεν ποθεί, κι εκεί που ποθεί δεν μπορεί ν’ αγαπήσει…

Ο Freud λέει ότι αυτοί οι άντρες (γιατί στους άντρες συμβαίνει συνήθως), χωρίς να το καταλαβαίνουν- επειδή πρόκειται για απωθημένο- είναι καθηλωμένοι σε μια αιμομικτική σχέση με τη μητέρα. Μια εσωτερικευμένη και ασύνειδη απαγόρευση οδηγεί στο χωρισμό της τρυφερής πλευράς του έρωτα από την αισθησιακή πλευρά. Απ’ αυτό απορρέει ένας διχασμός της ερωτικής και σεξουαλικής ζωής αυτών των ανδρών που μπορούν να πλαγιάσουν με μια πόρνη, ενώ είναι ανίκανοι με τη γυναίκα που αγαπούν. Κάτι που εντέλει τους επιτρέπει να αποφεύγουν την αιμομιξία. Είναι οι πολεμιστές που περνούν χωρίς να σταματήσουν, οι ηδονοβλεψίες που δεν τολμούν να αγγίξουν, οι πρώιμοι εκσπερματιστές, οι μοναχοί, οι ναυτικοί. Για τις γυναίκες τους, όσων είναι παντρεμένοι, υπάρχει η λύση των chevaliers servants (ερωτικοί ακόλουθοι, δηλαδή νεαροί που συνοδεύουν συνήθως παντρεμένες γυναίκες).

 

Τι είναι καλύτερο να είσαι ο προηγούμενος ή ο επόμενος;

Σχεδόν όλοι θέλουμε να είμαστε οι τελευταίοι, οι μοιραίοι. Καλύτερα αντικαταστάτης παρά αντικατασταθείς. Πίσω όμως από κάθε διακηρυγμένη προσήλωση υπάρχει πάντα ο φόβος της απώλειας. Αυτή η ολέθρια προβολή ενός άθλιου μέλλοντος καταστρέφει μερικές φορές τις καλύτερες στιγμές του παρόντος ή οδηγεί σε ασφαλείς αλλά όχι επιθυμητές επιλογές. Έτσι μπορεί ένας μεγαλύτερος σε ηλικία σύζυγος ή ένας ακόμη πιο ανασφαλής από σένα να σε προστατεύει από τέτοιου είδους ανησυχίες.

«Φοβάται πάντοτε εκείνος που αγαπά» (Stendhal) να βιώσει μιαν αποτυχία. Όμως «οι καρδιές είναι καμωμένες για να συντρίβονται» (Oscar Wilde) και «η εμπειρία της αποτυχίας είναι ένα βασικό πέρασμα για τη ψυχολογική θεραπεία» (Lichtenberg). Μερικοί άνθρωποι εμφανίζονται σκληροί, απρόσιτοι, φτωχοί σε συναισθήματα. Είναι αυτοί που έχουν αποστερήσει τον εαυτό τους από τον αληθινό πλούτο της ζωής. Όταν παραμένουμε συνεχώς ανοιχτοί στην πρόκληση της συναισθηματικής περιπέτειας, μένουμε νέοι μέσα μας. Μόνο ζώντας ολοκληρωτικά αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται θεραπευτική επεξεργασία πένθους, αναδύεται η αναμφισβήτητα ανθρώπινη δημιουργική μας διάσταση.

 

Ό,τι σε φτιάχνει σε ρίχνει;

Δυστυχώς ουσίες και οινοπνεύματα δεν ενδείκνυνται. Δυο τρία τσιγάρα πριν το σεξ προκαλούν σημαντική μείωση ροής του αίματος στο πέος, άρα και μείωση της ανορθωτικής διαδικασίας. Για το αλκοόλ τα είχε πει ο Σαίξπηρ: «προκαλεί την επιθυμία αλλά παίρνει μακριά την επίδοση». Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν απελπισμένα να ξεχάσουν κάποιες βραδιές-Βατερλό μετά από μεθύσι. Οι Αμερικανοί το λένε whiskey dick και οι Άγγλοι brewer’s droop (= το κύρτωμα του ζυθοποιού). Όσο για την κοκαΐνη μπορεί σε μικρή ποσότητα να ανεβάζει την ερωτική διάθεση, αλλά η αμέσως επόμενη δόση ανατρέπει πλήρως το τοπίο. Κι όσο για τα χάπια διαφόρων ειδών και τα παραισθησιογόνα, η υπερταχεία του έρωτα εκτροχιάζεται κι όποιον πάρει ο χάρος.

«Πέρα από το να χρησιμοποιούμε το φαγητό, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ για να αντέξουμε την πλήξη και τα ψυχοφάρμακα για να καταπραΰνουμε το κενό και τον πόνο και να καταστείλουμε τα συμπτώματα, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι ν’ αντέξουμε τον εαυτό μας. Ένας απ’ αυτούς είναι να τον γνωρίζουμε, αποτολμώντας να τον αποκόβουμε, έστω και λίγο από το μοναχικό αποξενωμένο πλήθος που υποδύεται ότι διασκεδάζει».

 

Μήπως να πάω σε σεξολόγο;

 

Η ζήτηση τέτοιου είδους υπηρεσιών όλο και αυξάνεται, παρόλο που αποτυγχάνουν κατ’ επανάληψη να γιατρέψουν αυτά που υπόσχονται. Ο κόσμος τους πιστεύει για τον ίδιο λόγο που εμπιστεύεται και την Ιατρική γενικότερα. Φτάσαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως μηχανές προς επιδιόρθωση, φυσικά αντικείμενα επιστημονικής επεξεργασίας και νιώθουμε οικεία κάτω από το λευκό φως των εργαστηρίων αφού μέσα στη σύγχρονη μοναξιά δεν έχουμε που αλλού να στραφούμε για συμβουλή και βοήθεια. Ωστόσο, το σώμα υποφέρει όταν υποφέρει και η ψυχή και η σεξουαλικότητα είναι άρρηκτα δεμένη και με τα δύο.

 

Μήπως να δοκίμαζα Viagra;

Το Viagra βγαίνει από το vigorous, που σημαίνει ρωμαλέος, και τον Νιαγάρα, γιατί όσοι το παίρνουν υποτίθεται ότι γίνονται ορμητικοί σαν το φημισμένο καταρράκτη. Όμως για να λειτουργήσει χρειάζεται εγκεφαλικό ερέθισμα, δηλαδή επιθυμία. Όσα μπλε χαπάκια και να πάρεις κανένα θαύμα δεν πρόκειται να συμβεί. Άσε που η στυτική δυσλειτουργία είναι συνήθως ένα ψυχοσωματικό σύμπτωμα, μια ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά μέσα σου, οπότε αν το κουκουλώσεις δεν ξέρεις που αλλού θα σου προκύψει.

 

Γιατί η σεξουαλικότητα στην τρίτη ηλικία έχει αποκτήσει μια ιδέα γελοιότητας;

Καθώς κατακλυζόμαστε από εικόνες νέων, αψεγάδιαστων ανθρώπων και παντού προπαγανδίζεται η νεότητα ως η μόνη ηλικία που αξίζει κανείς να ζει και για την επιμήκυνση της οποίας πρέπει να κάνει θυσίες (πλαστικές κ.λπ.), φαίνεται γελοίο να διεκδικούν οι γέροι μια ευτυχισμένη σεξουαλική ζωή. Ο καπιταλισμός ενστάλαξε στις ψυχές μας το φόβο για το μέλλον, καθώς κάθε καινούργια μέρα μοιραία σου αποκαλύπτει μια ακόμη ρυτίδα, μερικές ακόμη άσπρες τρίχες, μια αναπόφευκτη πτώση στους κοιλιακούς, μια χαλάρωση, κάτι. Κάποτε «το παρόν ήταν εν δυνάμει, αν όχι ήδη, ο τόπος όπου όλοι οι χρόνοι αναπαύονταν συμφιλιωμένοι». (Αρανίτσης)

«Τα ζευγάρια των ηλικιωμένων είναι τα πιο συγκινητικά, τα πιο ισχυρά. Δεν είναι άραγε μια άλλη ιστορία: μιας ξεθωριασμένης αγάπης, πάντοτε κατεργάρικης ίσως, αλλά κατευνασμένης στο κίτρινο φως της φιλίας…». (J. Kristeva)

 

Γιατί δεν μιλάμε άλλο για αγάπη;

Μια κοινωνία της παραγωγής και των αναγκών δεν μπορούσε παρά να απαξιώσει την ερωτική εμπειρία και να εξορίσει το λόγο και τη γραφή της απόλαυσης στην τάξη του «παράσιτου». Η κοινωνική συμφωνία και κυρίως εκείνη που δίνει έμφαση στην αποτελεσματικότητα και στην παραγωγή αγαθών, οικοδομείται αποκλείοντας – και ενοχοποιώντας -  το λόγο της απόλαυσης ο οποίος είναι συνεκτατός προς την ερωτική κατάσταση.

Δεν καλλιεργείται πλέον λόγος για τον έρωτα ως αποτέλεσμα μιας γενικότερης κατάστασης που οι λέξεις δεν αντιστοιχούν στις έννοιες, δεν πληροφορούν αλλά κρύβουν.

«Πρόκειται για μια διαφάνεια του τίποτε, ό,τι ονομάζει ο Gianni Vattimo “the transparent society”, δηλαδή τη διάλυση εικόνων και ερμηνειών κι έναν απορφανισμό της όποιας δεσπόζουσας αναφοράς. Όταν τα πράγματα διατηρούν την τιμή αλλά χάνουν την αξία τους σ’ ένα συμβολικό tromp l’oeil (οφθαλμαπάτη), όπου βάθος και βάρος έχουν συρρικνωθεί στη μονοείδεια του πλάτους (ώστε να λάμπουν στην flat TV, ήγουν στην επίπεδη οθόνη, εκεί που απόλλυται κάθε αισθητική διάσταση βάθους)».  (Μ. Στεφανίδης)

«Οι χαρές και οι αγωνίες του έρωτα επιδεινώνονται σήμερα λόγω της έλλειψης ερωτικών κωδίκων: δεν υπάρχουν στέρεοι καθρέφτες για τους έρωτές μιας εποχής, μιας ομάδας, μιας κοινωνικής τάξης. Χάσαμε τη σχετική ασφάλεια που εγγυόνταν οι παλαιοί ηθικοί κώδικες στους έρωτές μας, είτε απαγορεύοντάς τους είτε καθορίζοντας τα όριά τους. Υπό τα διασταυρούμενα πυρά της γυναικολογικής χειρουργικής και της τηλεοπτικής οθόνης, καταχωνιάσαμε τον έρωτα στη σφαίρα του ανομολόγητου, προς όφελος της ηδονής, της επιθυμίας, αν όχι της επανάστασης, της εξέλιξης, της τιθάσευσης, της διαχείρισης, με μια λέξη προς όφελος της Πολιτικής». (J. Kristeva)

Ο Fornari θεωρεί ότι η δημόσια ζωή δεν συνδέεται με τα αισθήματα αγάπης και τη σεξουαλικότητα των ατόμων και ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να κρύβουν αυτές τις πλευρές τους από τη δημόσια σφαίρα. Αντίθετα, αυτό με το οποίο συνδέονται τα κοινωνικά φαινόμενα είναι οι επιθετικές πλευρές των ατόμων.

Οι περισσότεροι δεν μιλάμε για τον έρωτα ως ατομικό και συλλογικό θέμα. Στο σύνολο της εμπειρίας μας η ερωτική εμπειρία παραμένει ουσιαστικά ξεκομμένη από τη φυσιολογική επικοινωνία των συγκινήσεων.  

Όταν κουβαλάς την κλειδαρότρυπα στον πολιτισμό εδώ και αιώνες, δύσκολα την εγκαταλείπεις. Το σεξ παραμένει ταμπού. Είναι πολύ βολικό και έτσι πουλάει. (Μετά τον Φρόιντ και μετά το φεμινισμό ασφαλώς, μια ορισμένη λογοκρισία καταργήθηκε σε σχέση με την επιθυμία, την ηδονή και τον έρωτα. Ωστόσο, όσο μιλάμε για έρωτα δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τη απώθηση. Όμως το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: ποια γλώσσα πρέπει να προσφέρουμε σε αυτή την άρση της λογοκρισίας;)

Το σεξ παραμένει ταμπού γιατί δεν υπάρχει σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, παρόλο που οι έφηβοι δεν χρησιμοποιούν προφυλάξεις και είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη στις αμβλώσεις ανηλίκων. Αν δεν ήταν, δεν θα παρακολουθούσαμε μαζικά τούρκικα σίριαλ, ούτε reality όπου οι πρωταγωνιστές βασανίζονται απο αδιέξοδους έρωτες μπροστά στα μάτια όλων και δεν θα ήμαστε κόμβος του trafficking στην Ευρώπη. Αν δεν ήταν ταμπού, θα το απολαμβάναμε περισσότερο και θα ασχολούμαστε με πιο σοβαρά πράγματα. Παραμένει λοιπόν, ένα απαγορευμένο θέμα. Τίποτα βέβαια, δεν απαγορεύεται τελείως, πάντα υπάρχουν παραβάσεις (και η διαστροφή θα μπορούσε να οριστεί ως τέχνη του να απολαμβάνει κανείς μ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο μανιακό τρόπο το αίσθημα της παράβασης). Υπάρχει βέβαια, σήμερα μια εξασθένιση αυτής της απαγόρευσης που όμως βγάζει στην επιφάνεια την έλλειψη ερωτικού λόγου. Όλοι θέλουμε να μιλήσουμε αλλά δε βρίσκουμε τα λόγια κι αναμασάμε κοινοτοπίες (αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να ανακινούμε τη συζήτηση περί έρωτος, για να επαναπροσδιορίζουμε το περιεχόμενό του και τις σχέσεις των φύλων στη σημερινή εποχή).

Πάντως η ερωτική εμπειρία κατά κύριο λόγο μας υποχρεώνει στη σιωπή. Μια σιωπή που, όπως διαπιστώνουμε από τη μελέτη της Ιστορίας, δεν ήταν πάντα αυτονόητη στο βαθμό που συμβαίνει στην πρόσφατη φάση του πολιτισμού. Η σημερινή κρίση των σχέσεων μάς αναγκάζει ως γονείς και παιδαγωγούς, να άρουμε αυτή τη σιωπή. Όχι για να δώσουμε μοντέλα συμπεριφοράς, αλλά για να ταράξουμε τα νερά, τις βεβαιότητες που πηγάζουν από τις mainstream ιδεολογίες. Δυστυχώς, η ηθικολογία είναι η κυρίαρχη τάση όταν προκύπτει συζήτηση για το σεξ και τον έρωτα με νέους ανθρώπους, ενώ πρόκειται για μια δραστηριότητα συναισθηματικής, βιολογικής, ηθικής και ψυχολογικής σημασίας που αφορά ένα μεγάλο μέρος της ζωής όλων μας. Μήπως δεν είναι ο έρωτας στο μυαλό των πιο πολλών από μας; Γι’ αυτόν που δεν μπορεί να υπεκφύγει, γι’ αυτόν που η ζωή του ανοίγεται στον πλεονασμό, είναι κατ’ εξαίρεση το προσωπικό πρόβλημα. Και ταυτόχρονα, κατ’ εξαίρεση, είναι το οικουμενικό πρόβλημα. Μεταξύ όλων των άλλων προβλημάτων, είναι το πιο μυστηριώδες, το πιο γενικό, το πιο παραμερισμένο.

Αυτό το χαμένο βάθος των λόγων του έρωτα θα μπορούσαμε να το ξανακερδίσουμε αναζητώντας μέσα μας στηρίγματα για τις λέξεις, ψηλαφώντας τον έρωτα μέσα μας σε κάθε βήμα.

 

Γιατί ο έρωτας είναι και παιχνίδι;

Αν θέλουμε να συλλάβουμε την ένταση της τελετουργικής μορφής, πρέπει αναμφίβολα να απαλλαγούμε από την ιδέα ότι κάθε μας ευτυχία προέρχεται από τη φύση, ότι κάθε μας ευχαρίστηση προέρχεται από την εκπλήρωση μιας επιθυμίας (σ’ αυτή την περίπτωση θα μας ήταν αρκετός ένας οργασμός). Το παιχνίδι, η σφαίρα του παιχνιδιού, μας αποκαλύπτει απεναντίας το πάθος του κανόνα, τον ίλιγγο του κανόνα, τη δύναμη που απορρέει από ένα εθιμοτυπικό και όχι από μια επιθυμία. Το παιχνίδι υπόκειται σε κανόνες και το παιχνίδι δεν το παρατάς. Η υποχρέωση που δημιουργεί είναι ανάλογη μ’ εκείνη της πρόκλησης. Το να εγκαταλείπεις το παιχνίδι δεν είναι παιχνίδι, και η αδυναμία να αρνηθείς το παιχνίδι εκ των ένδον, η οποία το κάνει μαγευτικό και το διαφοροποιεί από την τάξη του πραγματικού, δημιουργεί παράλληλα μια συμβολική επιθυμία, έναν καταναγκασμό απεριόριστης τήρησης και την υποχρέωση να φτάσεις ως το τέλος του παιχνιδιού, όπως και ως το τέλος της πρόκλησης.

Η τάξη την οποία εγκαθιδρύει το παιχνίδι, όντας συμβατική, δεν συγκρίνεται με την αναγκαία τάξη του πραγματικού κόσμου: δεν είναι ούτε ηθική ούτε ψυχολογική, και η αποδοχή του κανόνα δεν σημαίνει ούτε υποταγή ούτε καταναγκασμό…Η μοναδική αρχή του παιχνιδιού, η οποία δεν τίθεται ποτέ ως οικουμενική, είναι ότι η επιλογή του κανόνα μας απαλλάσσει από το νόμο… Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του παιχνιδιού, αυτό είναι το διακύβευμά του – και θα ήταν μάταιο να το ακυρώσουμε μέσα σε μια οικονομική λογική που θα παρέπεμπε σε μια συνειδητή επένδυση ή σε μια λογική της επιθυμίας που θα παρέπεμπε σ’ ένα ασυνείδητο διακύβευμα. (Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

 

Γιατί δεν χρειάζεται να το παίρνετε προσωπικά;

«Το να δωρίσεις τον εαυτό σου στον άλλο προϋποθέτει το να έχεις εαυτό, γεγονός συζητήσιμο αν αναφερόμαστε σε δυστυχείς, οι οποίοι, ως εκ τούτου, δηλαδή ακριβώς επειδή ο εαυτός τους τελεί υπό διάλυση, αδιαφορούν παγερά για τον εαυτό του άλλου, για το ποιος είναι ο άλλος και για το τι δηλώνει το βλέμμα του». (Ευγένιος Αρανίτσης)

Ο Freud μιλάει για άνδρες (στην εποχή μας πιθανόν να συμπεριλάμβανε και γυναίκες με τα ίδια χαρακτηριστικά) προσβεβλημένους από ψυχική αναισθησία, στους οποίους η σεξουαλική πράξη ολοκληρώνεται χωρίς ψυχική απώλεια, αλλά και χωρίς ιδιαίτερο όφελος ηδονής κι αυτές οι περιπτώσεις είναι πολύ πιο συχνές από όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Ο γητευτής υπήρξε κατά παράδοση ένας απατεώνας που χρησιμοποιεί τεχνάσματα και μπαγαμποντιές για να επιτύχει τους σκοπούς του, που νομίζει ότι τα χρησιμοποιεί, γιατί παραδόξως, καθώς ο άλλος αφήνεται να σαγηνευτεί και υποκύπτει στην απάτη, συχνά τον καταργεί και του υφαρπάζει κάθε έλεγχο, με αποτέλεσμα ο γητευτής να πέφτει στα ίδια του τα δίχτυα, μην έχοντας υπολογίσει την αναστρέψιμη δύναμη της σαγήνης. Αυτό ισχύει πάντοτε: όταν κάποιος θέλει να αρέσει στον άλλον σημαίνει ότι έχει υποκύψει στη γοητεία του άλλου. (Baudrillard, Περί Σαγήνης)

Εάν το παιχνίδι διέθετε μια οποιαδήποτε σκοπιμότητα, ο μοναδικός πραγματικός παίκτης θα ήταν ο ζαβολιάρης. Όμως το παιχνίδι δεν διέπεται από το Νόμο. Ο Κανόνας δεν μπορεί να «παραβιαστεί», μπορεί μόνο να μην τηρηθεί. Τέτοια είναι η περίπτωση του ζαβολιάρη ο οποίος, βεβηλώνοντας το τελετουργικό, αρνούμενος την εθιμοτυπική σύμβαση του παιχνιδιού, αποκαθιστά μια οικονομική (ή ψυχολογική, αν κλέβει για τη χαρά της νίκης) σκοπιμότητα, δηλαδή το νόμο του πραγματικού κόσμου. Καταστρέφει τη δυαδική μαγεία του παιχνιδιού με την εισβολή της ατομικής απόφασης. Άλλοτε τιμωρούνταν με θάνατο και σήμερα παραμένει αυστηρά κατακριτέος, επειδή το έγκλημά του εμπίπτει ουσιαστικά στην τάξη της αιμομιξίας: καταπατά τους νόμους του πολιτισμικού παιχνιδιού προς αποκλειστικό όφελος του «νόμου της φύσης». Για τον ζαβολιάρη δεν υφίσταται πλέον καν διακύβευμα. Συγχέει το διακύβευμα με τη διαδικασία της υπεραξίας. Το διακύβευμα, επομένως, είναι κατ’ αρχάς αυτό που επιτρέπει το παιχνίδι, είναι κατάχρηση να το ανάγει κανείς σε σκοπό του παιχνιδιού…Ο ζαβολιάρης είναι χυδαίος, επειδή έχει πάψει να εκτίθεται στη σαγήνη του παιχνιδιού, επειδή αρνείται τον ίλιγγο της σαγήνης. Μπορούμε άλλωστε να υποθέσουμε ότι το κέρδος δεν είναι παρά το άλλοθι: στην πραγματικότητα κλέβει για να γλιτώσει τη σαγήνη, κλέβει από φόβο μη σαγηνευτεί. (Baudrillard, Περί Σαγήνης)

 

Γιατί σε πολλούς άντρες αρέσει το νούμερο δύο;

Αυτό το ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες γυναίκες υποδηλώνει μια στρατηγική προστασίας. Για να μην επιτρέψει ο εγωτιστής να τον καταβροχθίσει η μία από αυτές, προσφέρει στον εαυτό του τουλάχιστον δύο απ’ αυτές. Η διατήρηση των δύο πόλων της κρυστάλλωσης (ενίοτε και με διαδοχή), αιώνια πανουργία της αρσενικής σεξουαλικότητας που στοιχειώνεται από το φόβο του ευνουχισμού.

Ο εγωτιστής, κινούμενος από μια φιλοδοξία που αποδεικνύεται ότι αποτελεί κατά καιρούς έναν έρωτα, οφείλει στον εαυτό το να παραμείνει στην επιφάνεια του ορατού. Θαρρείς και μια γυναίκα δεν είναι ορατή παρά συγκρινόμενη με μιαν άλλη. Επιπλέον, ο εγωτιστής αισθάνεται επιβεβαίωση, ανακτά την ταυτότητά του όταν βλέπει τον εαυτό του στο βλέμμα μιας άλλης γυναίκας και τούτο κατά την πιο επικίνδυνη στιγμή, όταν τον αρπάζει το αντίγραφό της, μια αντίζηλος ή μια συνεργός. Όχι η κατακτητική επιθυμία ενός Δον Ζουάν, αλλά περισσότερο ο φόβος μην τυχόν καταστραφεί από ένα πάθος που θα μπορούσε να θέσει υπό διακύβευση τη φιλοδοξία του. Οι ερωμένες υπό μορφή ντουέτου περιορίζονται να είναι το φετίχ- ορόσημο αυτής της ανόδου, που μετασχηματίζει ένα ενδεχόμενο πάθος σε παιχνίδι: σε ένα παιχνίδι εξουσίας. (J. Kristeva)

Αυτή η αχαλίνωτη απόλαυση στοχεύει στο να διώξει την πλήξη, αλλά ακολουθείται από μια αίσθηση «απώλειας του εαυτού» και θλίψης, αίσθηση που κρύβεται πίσω από τη μάσκα του Καρναβαλιού. (Αρανίτσης)

 

Άραγε μπορεί η ποσότητα να αντισταθμίσει την ποιότητα;

 

 

 

Γιατί οι κρυφοί έρωτες είναι τόσο παθιασμένοι; 

Στο Romeo and Juliet, ο Σαίξπηρ φαίνεται να μας λέει ότι οι κρυφοί έρωτες είναι ο παράδεισος του ερωτικού πάθους. Αν υπάρχει ειδύλλιο, είναι ένα ειδύλλιο που το εγγυάται η μυστικότητα και το επιτρέπει η βραχύτητα.

Η σκιά του τρίτου, των γονέων, του πατέρα, του συζύγου ή της συζύγου, είναι ασφαλώς περισσότερο παρούσα στις σαρκικές συγκινήσεις απ’ όσο είναι πρόθυμοι να παραδεχτούν οι αθώοι επαίτες μιας ευτυχίας για δύο. Πολλές φορές, αρκεί να αφαιρέσει κανείς αυτόν τον τρίτο για να δει το οικοδόμημα να καταρρέει, λόγω έλλειψης επιθυμίας, αφού θα έχει χαθεί το πάθος που τη χρωματίζει. Στην πραγματικότητα δίχως αυτόν τον τρίτο που εξουσιάζει το μυστικό, ο άνδρας χάνει την ερωτική του υπακοή του ενώπιον του απειλητικού πατέρα. Από την άλλη, στην εκδικητική της ορμή ενάντια στον πατέρα ή σύζυγο, η γυναίκα ξαναβρίσκει μέσω του κρυφού εραστή της τις ανυποψίαστες απολαύσεις μιας μητρικής συγχώνευσης. Μην ξεχνάμε την περίπτωση του άπιστου συζύγου ο οποίος, μέσω της συζύγου του, ξεφεύγει από εκείνη την οποία φαντάζεται ως κτητική μητέρα, για να εξασφαλίσει μέσα από μια σειρά κατακτήσεις την ασφάλεια ενός αστείρευτου αυτοερωτισμού…

Χάρη σε αυτή την πρόκληση που απευθύνουν οι κρυφοί εραστές στο νόμο, ρέπουν στην τρέλα και είναι έτοιμοι για το έγκλημα.

Στην περίπτωση του φυσιολογικού γάμου, η αλχημεία του χρόνου μεταμορφώνει το εγκληματικό και μυστικό πάθος των έκνομων εραστών στην κοινότοπη, καθημερινή και άχρωμη μονοτονία μιας κουρασμένης και κυνικής συνενοχής.

Παίζοντας καθένας με τη σειρά του το ρόλο των δύο φύλων, σε στιγμές πάθους το ζευγάρι, αυτή η τετραμερής μηχανή καταφεύγει σε διεγερτικά: σε προσωρινούς ερωτικούς συντρόφους, ειλικρινά αγαπημένους και μολαταύτα θύματα, που το τερατώδες ζεύγος αλέθει μέσα στην παθιασμένη πίστη για τον εαυτό του, στηριζόμενο στην απιστία που επιδεικνύει προς τους άλλους. (J. Kristeva)

Θα ήταν ανακριβές να ταυτιστεί η φλόγα τους με διαστροφή. Εκτός αν χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την πλέον ευρεία σημασία του, εννοώντας ότι είμαστε όλοι διαστροφικοί  καθότι νεοτενείς, ανίκανοι να επιβιώσουμε μόνο μέσα στην τάξη του συμβολικού και αναγκασμένοι να καταφεύγουμε, για να ξεδιψάσουμε, στις ζωώδεις πηγές ενός πάθους που αψηφά το Όνομα προς όφελος της απώλειας του εαυτού μέσα στο χείμαρρο της ηδονής. (J. Kristeva)

 

Γιατί κρυφά επιθυμούμε ο άλλος/η να μας καταλαβαίνει χωρίς πολλά λόγια;

Η Melanie Klein (1963) αναφέρει ότι "μια ικανοποιητική σχέση με τη μητέρα προϋποθέτει μια στενή επαφή ανάμεσα στο ασυνείδητο της μητέρας και του παιδιού". Κατά την Klein, "η βασική συνθήκη για να μπορέσει το παιδί να έχει μια ολοκληρωμένη εμπειρία είναι ότι το καταλαβαίνουν στην προλεκτική περίοδο και αυτό είναι μια προϋπόθεση για να μπορεί να αντλεί κάποιος ικανοποίηση επικοινωνώντας με σκέψεις και συναισθήματα σε κάποιο οικείο πρόσωπο. Παρόλα αυτά, μένει πάντα η νοσταλγία για μια κατανόηση χωρίς τη χρήση γλώσσας –σε τελευταία ανάλυση, η νοσταλγία της πρωταρχικής σχέσης με τη μητέρα. Αυτή η επιθυμία δημιουργεί την αίσθηση της μοναξιάς, η οποία προέρχεται από το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι έχουμε υποστεί μία απώλεια ανεπανόρθωτη".

 

Γιατί κάποιοι καταλήγουν να οργανώσουν την ύπαρξή τους γύρω από την απώλεια και τη λύπη; 

Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που ένα υποκείμενο συνδέει τον ίδιο το ρόλο του με τη συγκεκριμένη πρακτική που καταλήγει να θεωρεί ότι η δυστυχία του, και η προβολή της προς τους άλλους, είναι ο μόνος ή ο βασικότερος τρόπος ώστε να κερδίσει την προσοχή, τη συμπάθεια και την αποδοχή τους, να πετύχει από αυτούς μια ορισμένη συμπεριφορά που επιθυμεί. Στο βαθμό που συμβαίνει αυτό, το υποκείμενο παραιτείται πλέον από την προσπάθεια να απαλλαγεί από τη λύπη του, και μάλιστα ενίοτε προσπαθεί ενεργητικά να δημιουργήσει τις αιτίες που τη δημιουργούν ή να επινοήσει νέες, διότι φαντάζεται ότι μόνο αυτές δίνουν νόημα στην ύπαρξή του. Μιλάμε δηλαδή, για τη γοητεία της απώλειας, τη μαζοχιστική εμμονή στο παράπονο και τη λύπη.

 

Γιατί αυτόν/ή κι όχι τον άλλο/η;

Αιώνιο μυστήριο. Κάθε ερωτική εξύμνηση είναι κατ’ ουσίαν εξιδανικευτική. Αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε, ο λόγος είναι ότι δυσκολευόμαστε να εξιδανικεύσουμε: δυσκολευόμαστε να επενδύσουμε το ναρκισσισμό μας σε κάποιον άλλο θεωρούμενο ως φορέα μιας ασύγκριτης αξίας, ώστε να εγγυηθεί τη δική μας δυνατότητα στην έλλειψη μέτρου. Και αντιθέτως, όταν καταφέρνουμε να αγαπήσουμε, δεν είναι άραγε επειδή κάποιος, άνδρας ή γυναίκα ή παιδί ή λέξη, ένα άνθος…, κατάφερε ν’ αντισταθεί στην ακάματη δύναμη που έχουμε να δυσπιστούμε, να μισούμε και να φοβόμαστε την εκχώρησή μας σε μια ιδεατή ετερότητα; (J. Kristeva)

 

Γιατί το sex μοιάζει όλο και περισσότερο με συναλλαγή ή  διεκπεραίωση; 

Η σεξουαλικότητα έχει καταντήσει μια καταναγκαστική εκσπερμάτιση, μια πάσης θυσίας παραγωγή, μια υγιεινή λογιστική του σώματος… Ολοένα και περισσότερο κάθε σαγήνη, κάθε τρόπος σαγήνευσης, που είναι μια διαδικασία άκρως τελετουργική, σβήνει πίσω από τη ζωώδη σεξουαλική προσταγή, πίσω από την άμεση και επιτακτική ικανοποίηση μιας επιθυμίας. Αυτός ο καταναγκασμός ρευστότητας, ροής, επιταχυμένης κυκλοφορίας του ψυχικού, του σεξουαλικού και των σωμάτων είναι η ακριβής απομίμηση του καταναγκασμού εκείνου που δίνει την εμπορική αξία: το κεφάλαιο πρέπει να κυκλοφορεί, να μην υπάρχει πλέον σταθερό σημείο, η αλυσίδα των επενδύσεων και επανεπενδύσεων να είναι ακατάπαυστη, η αξία να ακτινοβολεί αδιάπτωτα – αυτή είναι η μορφή της σύγχρονης πραγματοποίησης της αξίας, και η σεξουαλικότητα, το σεξουαλικό μοντέλο, είναι η έκφανσή της στο επίπεδο των σωμάτων… Όπου το σεξ επικρατεί ως λειτουργία, ως αυτόνομη αρχή, σημαίνει ότι έχει εξοβελίσει τη σαγήνη. Ακόμη και σήμερα εμφανίζεται κατά κανόνα μόνο ως υποκατάστατο της ελλιπούς σαγήνης ή ως κατάλοιπο και σκηνοθεσία της αποτυχημένης σαγήνης. Έτσι, η απούσα μορφή της σαγήνης γίνεται ερωτική παραίσθηση – με τη μορφή επιθυμίας. Η σύγχρονη θεωρία περί επιθυμίας πηγάζει από αυτή την εκποίηση της διαδικασίας αποπλάνησης. (Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

Ταχύτητα, καινοτομία, ανία, απόρριψη, το μαγικό τετράπτυχο της κουλτούρας του καταναλωτισμού. Υπερβολή, ασωτία και εξωφρενική σπατάλη τα ψυχοφάρμακά της. (Αρανίτσης)

Δυστυχώς όμως, έρχεται η ώρα που αυτή η απατηλή ναρκισσιστική αυτάρκεια καταρρέει. Τότε η κατάθλιψη, το κενό, η εξάρτηση από ουσίες και αλλοτριωτικές σχέσεις, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα και οι αυτοκαταστροφικές πράξεις μοιάζουν να αποτελούν τη μόνη διέξοδο για τους περισσότερους. Κι όταν η πραγματικότητα γίνεται αβάσταχτη, το παραλήρημα γίνεται το έσχατο μέσο αυτοΐασης. «Γιατί η πρωταρχική λειτουργία της ψυχικής νόσου, όπως έδειξε ο Freud είναι μια αποστολή αυτοσυντήρησης, ένας τρόπος να δώσει στο άτομο που υποφέρει αρκετούς λόγους για να παραμείνει ακόμη σε αναζήτηση». (Πιέρα Ολανιέ)

 

Γιατί σε μερικές αρέσουν οι θηλυπρεπείς άνδρες;

Κι όταν μια γυναίκα λέει ότι αγαπάει έναν θηλυκό άνδρα, πρόκειται μόνο για ένα υποκατάστατο της μητέρας της την οποία αναζητά ή μήπως επιλέγει αυτόν τον άνδρα, λιγότερο ή περισσότερο συρρικνωμένο ως προς τον ανδρισμό του, επειδή της προκαλεί λιγότερο φόβο; (Andre Green)

 

Είναι γεγονός ότι αρρωσταίνουμε όταν δεν μας αγαπούν;

Αυτό σημαίνει ότι αν από μια ψυχική δομή απουσιάζει η ταυτισιακή μεταφορά ή εξιδανίκευση, τότε τείνει να την πραγματώνει με αυτό το ενσαρκωμένο μη  αντικείμενο που είναι το σωματικό σύμπτωμα, δηλαδή η αρρώστια. Οι σωματικοί ασθενείς δεν είναι άτομα με αδυναμία λεκτικοποίησης, αλλά άτομα από τα οποία λείπει ή στα οποία λειτουργεί η δυναμική της μεταφορικότητας που συγκρατεί την εξιδανίκευση ως σύνθετη διαδικασία. (J. Kristeva)

Ο P. Marty επισήμανε τρεις οδούς διοχέτευσης των διαφόρων ειδών διέγερσης στον άνθρωπο: μια ψυχική, μια συμπεριφορική και μια σωματική. Η τελευταία χρησιμοποιείται όταν οι δύο άλλες έχουν υποστεί φραγή. (Για περισσότερα δες τον όρο Ψυχοσωματική στο ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΡΩΝ)

 

Γιατί δεν είναι κάθε εμπόδιο για καλό;

Όλοι αυτοί οι έρωτες που ενέχουν τη διάσταση του επιζήτητου ή δημιουργημένου εμποδίου μετατρέπονται σε «μάχες» ή «πολέμους» και όλο και περισσότερο «κρυσταλλώνουν» στο βαθμό που το ανικανοποίητο συναίσθημα περιπλανιέται και κατευνάζεται μόνο στο φαντασιακό. (J. Kristeva)

Εάν η σαγήνη είναι ένα πάθος ή ένα πεπρωμένο, τις περισσότερες φορές υπερισχύει το αντίστροφο πάθος: το πάθος του να μη σαγηνευτείς. Παλεύουμε να οχυρωθούμε στην αλήθεια μας, παλεύουμε ενάντια σ’ αυτό που θέλει να μας σαγηνεύσει. Αρνούμαστε να σαγηνεύσουμε φοβούμενοι μήπως τυχόν σαγηνευτούμε. Τα εμπόδια μας προστατεύουν απ’ αυτό το ενδεχόμενο καθώς υπάρχουν ανεξάρτητα από τη θέλησή  μας.

Κάθε μέσο ενδείκνυται προκειμένου να διαφύγει κανείς. Από το να σαγηνεύεις ασταμάτητα τον άλλο προκειμένου να μη σαγηνευτείς ο ίδιος μέχρι να προσποιείσαι ότι έχεις σαγηνευτεί προκειμένου να εμποδίσεις οποιαδήποτε σαγήνη. (Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για υστερία και στη δεύτερη για διαστροφή). (Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

Τι πιο πρόσφορο για ολ’ αυτά από μια σχέση με αξεπέραστα εμπόδια;

(Για περισσότερα δες Υστερία, Διαστροφή στο ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΡΩΝ )

 

Γιατί κάνουμε συνεχώς τα ίδια λάθη;

Οι πρωτόγονες λογικές, γράφει ο Michel Neyraut στο βιβλίο του “Τα αίτια του παραλόγου”, αντιστοιχούν σε ψυχικές διεργασίες οι οποίες εγκαθίστανται πρώιμα, ως απάντηση σε πρώιμα τραύματα, ακόμα και διαγενεαλογικά, σε μια φάση της ανάπτυξης, κατά την οποία το Εγώ και ο εξωτερικός κόσμος είναι σε μια κατάσταση αδιαφοροποίητου και μη αποχωρισμού. Υπό αυτή την έννοια, ορίζει ως αντιτραυματικά συστήματα «όλες τις μορφές αντίδρασης που εγκαθίστανται στο ψυχικό σύστημα, πριν να εξασφαλιστεί η αρχή της ηδονής. Μεταξύ αυτών των μορφών αντίδρασης ο ψυχαναγκασμός της επανάληψης παραμένει το απτό στοιχείο, κλινικά εντοπίσιμο και αντιπροσωπευτικό του συστήματος». Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι πρωτόγονες λογικές, τη στιγμή που έχουν εγκατασταθεί, συνεχίζουν να λειτουργούν αναχρονιστικά, στο βαθμό που αποτελούν σύγχρονους τρόπους απάντησης σε ξεπερασμένες τραυματικές συγκυρίες, τις οποίες μόνο ο ψυχαναγκασμός της επανάληψης φέρεται να θυμάται, ως ύστατη μαρτυρία.

Ο καταναγκασμός της επανάληψης βρίσκεται στην υπηρεσία του «Θανάτου», μιας ενόρμησης αναζήτησης της νιρβάνα της ομοιόστασης, συνεπώς μιας ενόρμησης θανάτου.

Μερικές φορές νιώθουμε καταδικασμένοι να κάνουμε τα ίδια ρομαντικά λάθη ξανά κα ξανά ακολουθώντας το ίδιο σενάριο με διαφορετικούς ανθρώπους σα να είναι η μοίρα μας προκαθορισμένη. Όμως η «αγαπημένη μας ιστορία» μπορεί να είναι επικίνδυνη για την υγεία μας. Ευτυχώς μπορούμε να μάθουμε να ξαναγράφουμε τις ιστορίες μας αν πάρουμε την απόφαση να τις κατανοήσουμε αποκτώντας ταυτόχρονα συνείδηση των πιο απόκρυφων και ουσιαστικότερων αναγκών μας. Μεγάλη βοήθεια σ’ αυτό το εγχείρημα είναι οι άλλοι και για τις πιο άκαμπτες περιπτώσεις η ψυχανάλυση.

 

Γιατί οι άντρες δεν λένε σ’ αγαπώ;

Η ομολογία των αδυναμιών της ύπαρξης είναι πιο συμβατή με τις στερεότυπες γυναικείες ταυτίσεις παρά με τα ιδανικά της αρρενωπότητας. Το να πέσει σε κατάθλιψη ένας άντρας ισοδυναμεί με το να ενσωματωθεί στο γυναικείο κόσμο. Ακόμη και η ερωτική εξομολόγηση μοιάζει να εκθέτει τον ανδρικό κόσμο στην κατάθλιψη: ο έρωτας ισοδυναμεί για τον άνδρα με τη φανέρωση του εκείνου του κενού που τον φέρνει κοντά στη γυναίκα. (Ο έρωτας ως παραδοχή της έλλειψης).

 

Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να μάθουμε τα χειρότερα;

Φταίει που βαρεθήκαμε να προτιμάμε να γνωρίζουμε τα καλύτερα; Μήπως η περιέργεια υπερισχύει πάντα του προσωπικού συμφέροντος; Ή μήπως, πιο απλά, η επιθυμία να μάθουμε τα χειρότερα είναι η αγαπημένη διαστροφή του έρωτα; … Για κάποιους αυτή η περιέργεια λειτουργεί σαν αμαρτωλή φαντασίωση. Υπάρχουν τέτοια άτομα. Τι επιδιώκουν στην πραγματικότητα; Μήπως κάποια τελική επιβεβαίωση ότι η ίδια η ανθρωπότητα είναι αθεράπευτα διεφθαρμένη, ότι η ζωή δεν είναι τελικά παρά ένας φανταχτερός εφιάλτης στο μυαλό ενός ηλίθιου;

 

Γιατί η ζωντάνια δεν είναι πάντα δείγμα ψυχικής υγείας; 

«Μερικές φορές το άτομο αναζητά τη ζωντάνια με τεχνητά μέσα: αφοσίωση στο παιχνίδι, στην τέχνη, στην επιστήμη, στην πολιτική, με έντονη σεξουαλικότητα, ριψοκίνδυνες δραστηριότητες ή προκλητικές κρίσεις. Ολ’ αυτά εκφράζουν το «τρελό πάθος για τη μητέρα». Πίσω από το κενό πένθος τους για τη μητέρα μπορεί κανείς να δει φευγαλέα το τρελό πάθος του οποίου η μητέρα είναι – και παραμένει – το αντικείμενο, ένα πάθος που καθιστά το πένθος γι’ αυτήν μια εμπειρία που είναι αδύνατον να βιωθεί και αυτό γιατί ολόκληρη η δομή του υποκειμένου στοχεύει σε μια θεμελιώδη φαντασίωση: να θρέψει τη νεκρή μητέρα, να τη διατηρήσει αιώνια βαλσαμωμένη». (Green)

«Η αναζήτηση του χαμένου νοήματος οδηγεί το υποκείμενο σε πρόωρη ανάπτυξη των ικανοτήτων της φαντασίας και της νόησης, σε έναν καταναγκασμό να φαντάζεται και σε έναν καταναγκασμό να σκέφτεται προσπαθώντας να διατηρήσει ή να δημιουργήσει εκ νέου το χαμένο στήθος της μητέρας». Έτσι ερμηνεύει ο Green το συχνό φαινόμενο να προσέρχονται για ψυχανάλυση άνθρωποι δραστήριοι και με εξαιρετική δημιουργικότητα, αλλά με ανικανότητα για αγάπη.

 

Γιατί οι γυναίκες θέλουν να παντρεύονται περισσότερο από τους άντρες; 

Παρ’ όλες τις ριζικές αλλαγές των ηθών μας υπό την επιρροή του φεμινισμού, δεν έχει ανατραπεί αυτή η επιθυμία των γυναικών για το γάμο. Οι ηθικολόγοι υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο προέρχεται από το σταθερό ένστικτο της αναπαραγωγής, το μητρικό ένστικτο. Σε ψυχικό επίπεδο, πρόκειται ίσως για μια αναλλοίωτη ανάγκη που έχει η γυναίκα, μέσω του συζύγου, να εξασφαλίσει την κατοχή της μητέρας-τροφού που χάνει μετά το οιδιπόδειο όταν ο πατέρας γίνεται το κανονικό αντικείμενο της ετεροφυλοφιλικής της επιθυμίας. «Θέλει λοιπόν, να παντρευτεί ώστε, μέσα στη ζεστή και προστατευτική σταθερότητα της οικογενειακής εστίας, το μικρό κορίτσι του μπαμπά της θα μπορεί όχι μόνο να γίνει μητέρα με τη σειρά της, αλλά επίσης… να έχει μια μητέρα, ως πηγή τροφής και απόλαυσης. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή ακριβώς η σύζυγος θα είναι ο άνδρας, ο σύζυγος αυτής της φαντασιωτικής μητέρας που είναι ο σταθερός και τροφός σύζυγος. Αυτή θα είναι ο φαλλός υιοθετώντας τα προσωπεία της εξημερωμένης αρρενοπώτητας: θα κυριαρχεί κρυφά και απρόσεκτα, ήπια αλλά σίγουρα, πάνω στο μητρικό σύζυγο. Η φαντασίωση του πετυχημένου ζεύγους για μια γυναίκα δεν είναι να παντρευτεί μια μητέρα της οποίας αυτή η ίδια, θα είναι ο φαλλός; Να μπορεί να είναι το κλειδί της απόλαυσης του άλλου, αλλά επίσης να είναι ο κοινωνικός του αντιπρόσωπος, κυριαρχώντας μυστικά και σταθερά πάνω του; Θα υποθέταμε ότι όποια κι αν είναι η εξέλιξη της επιστήμης και των ηθών, οι γυναίκες θα χρειάζονται το ζευγάρι, κυρίως κατά τη γόνιμη περίοδο της ζωής τους, ως μέσο απόκτησης μιας ορισμένης φερεγγυότητας. Η μητρότητα έχει ανάγκη ένα στήριγμα. Πρέπει να παρίσταται μια μητέρα της μητέρας, ρόλος που ανατίθεται στο σύζυγο, από τότε που κατέρρευσαν οι μεγάλες οικογένειες ή οι φυλές στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής». (J. Kristeva)

 

Γιατί άραγε ο άντρας δέχεται να γίνει πατέρας;

Αδιόρθωτος έφηβος, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, φαντάζεται εν τούτοις τον εαυτό του ελεύθερο, σαν τον ποιητή, στο βαθμό που λατρεύει τη μητέρα: θα την αναδημιουργήσει αφήνοντάς την έγκυο στη θέση του πατέρα ή επίσης ως μητροκτόνος, θα προτιμήσει μια ανταγωνίστρια δεν πρόκειται όμως να ξεφύγει. Αυτός θα είναι ο τρόπος του για να ρυθμίσει τους λογαριασμούς της μ’ αυτήν, την ποθητή ευνουχίστρια, τη νοσηρή πηγή ζωής, τη μητέρα γη, τη γη των νεκρών. Πρόκειται για ένα λογαριασμό που βρίσκεται πάντα σε εκκρεμότητα, ακόμη κι αν εγκαταλείψει μητέρα και σύζυγο, για να αφοσιωθεί στη στύση του και στην αγέλη του μέσα από μια ακολουθία γυναικών ή ορόσημων δόξας (που σημειωτέον πολλαπλασιάζεται μέσα από τους απογόνους του), για χάρη της φιλαυτίας του. Το επέκεινα του ζευγαριού συνιστά ένα επέκεινα της μητέρας. (J. Kristeva)

 

Γιατί ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα τόσο συχνά;

Ο νόμος μετατρέπει αυτό το ερωτευμένο εμείς που βρίσκεται σε κατάσταση εύθυμης αποσταθεροποίησης σε ένα συμπαγές σύνολο, σε έναν πυλώνα της αναπαραγωγής, της παραγωγής ή απλούστερα του κοινωνικού συμβολαίου. Ο γάμος, ως ιστορικά και κοινωνικά καθορισμένος θεσμός, αντιβαίνει στον έρωτα επειδή ακριβώς συνενώνεται με την υπερεγωική άσκηση του νόμου…

Μήπως όμως η οικονομική εξέλιξη των τεχνολογικών κοινωνιών μας επιτρέπει να αποβάλλουμε ολοένα και περισσότερο από την οικογένεια αυτούς τους καταναγκασμούς από τους οποίους εξαρτάται η ζωή του είδους; Όχι ότι θα έπρεπε να μετατραπεί η οικογένεια σε έναν τόπο κενό από εξουσία. Αλλά μια εξουσία την οποία μπορώ περισσότερο να εξιδανικεύσω παρά να φοβάμαι, διότι είναι κατ’ αρχάς ιδεώδες και μετά καταναγκασμός, δεν είναι μια εξουσία την οποία μπορεί κανείς να ερωτευτεί; Διαστροφικά; Ουτοπικά; (J. Kristeva)

 

 

Singles verse Couples

Το ζευγάρι, ανεξαρτήτως αν είναι ετεροφυλοφιλικό ή ομοφυλοφιλικό, είναι αυτό το ουτοπικό στοίχημα που επιδιώκει να καταστήσει διαρκή τον χαμένο παράδεισο (μήπως όμως είναι κάτι που απλώς επιθυμείται αλλά που ποτέ κανείς δεν γνώρισε;) της αγαπητικής σύμπνοιας μεταξύ του παιδιού και των γονιών του.

Κατά κανόνα, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, στην εφηβεία, ονειρεύονται την πίστη και τη σταθερή σχέση του ζευγαριού. Αντιθέτως, η ανακάλυψη της σεξουαλικής ηδονής αποσταθεροποιεί, αλλά οδηγεί επίσης, σε αντίστιξη, στην ανάγκη για (μητρική;) ασφάλεια και στη νοσταλγία που επιζητεί να αναδημιουργήσει τον χαμένο παράδεισο της πρωταρχικής δυάδας.

Τα σύγχρονα ήθη, που εμπνέονται από τα αντισυλληπτικά χάπια και την τεχνητή γονιμοποίηση, διαχωρίζουν όλο και περισσότερο τη σεξουαλικότητα από την αναπαραγωγή. Θα καταστήσουν κοινωνικά και επιστημονικά αχρείαστο το αιώνιο ζευγάρι, όπως επίσης το θεσμό του γάμου ως κοινωνική αναγκαιότητα που εγγυάται τις βέλτιστες συνθήκες για την αναπαραγωγή του είδους; Οι ψυχικές ανάγκες ύπαρξης σταθερών ζευγαριών πρόκειται προφανώς να μειωθούν, όχι όμως και να χαθούν. Γιατί το πιστό ζευγάρι που ευχόταν κάποτε ο νόμος, παραμένει για πολλούς μια θεραπευτική ερωτική αναγκαιότητα μπροστά στην απώλεια ταυτότητα την οποία προκαλεί η ανοιχτή πολλαπλότητα ηδονών και απολαύσεων. Παρέχοντας μιαν ασφάλεια μέσω των ορόσημων ταυτότητας που εγγυάται, το ζευγάρι είναι ένας ανθεκτικός καθρέφτης, μια επαναλαμβανόμενη αναγνώριση. Έχει υποστηρικτικό χαρακτήρα σαν τη μητέρα που υποστηρίζει το μωρό της.

Μπορεί όμως να γίνει ένας ναός όπου καίει η αιώνια φλόγα της επιθυμίας; Ο φεμινιστικός αγώνας αναζωογόνησε τη λιβιδινική ζωτικότητα μέσω του φαλλικού ανταγωνισμού, μέσω του ερωτικού πολέμου που υποκρύπτεται στην ταύτιση με το άλλο φύλο. Ωστόσο, τα ζευγάρια, ντροπιασμένα, ανασυγκροτήθηκαν, ομοφυλοφιλικά ή ετεροφυλοφιλικά, με στοιχεία μητρικής φροντίδας ή σαδομαζοχισμού. (J. Kristeva)

 

Γιατί η πολλή δουλειά κάνει κακό στο σεξ;

Όσο κι αν διαφέρουμε από τα ζώα αυτή η πλεονάζουσα σεξουαλικότητα μέσα μας σημαίνει την επιμονή της ζωώδους ζωής. Αν το σκεφτούμε, μόνο η ανθρώπινη εργασία αντιστρατεύεται χωρίς καμιά αμφιβολία το ζωώδες στοιχείο. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η μόνιμη εργασία μειώνει τη σεξουαλική πείνα. Κατά μία έννοια, ο καταναγκασμός της εργασίας έχει αποστρέψει τον άνθρωπο, αν όχι από τη συνείδηση των αντικειμένων, τουλάχιστον από τη συνείδηση του εαυτού του. Τον κατανάγκασε ταυτόχρονα στη γνώση του κόσμου και στην άγνοια του εαυτού του. (Ζωρζ Μπατάιγ)

 

Γιατί, αντίθετα με τα άλλα ζώα, δυσκολευόμαστε τόσο πολύ με το σεξ; 

Η σεξουαλικότητα του καθενός μας προκύπτει μέσα από μια μακριά συγκρουσιακή περιπέτεια. Η ικανοποιητική σεξουαλική ζωή είναι το ζητούμενο για όλους ανεξαιρέτως. Κανείς δεν έχει εξασφαλίσει τη χαλιναγώγηση της επιθυμίας του σε σημείο που αυτή να τον αφήσει ήσυχο. Το υποκείμενο γενικά εισέρχεται στην επιθυμία του ως διχασμένο: Άλλο τι κάνουμε και άλλο τι θα θέλαμε να κάνουμε, αλλά δεν μπορούμε ή δεν έχουμε την ευκαιρία ή δεν τολμούμε να κάνουμε. Η απόλαυση με κεφαλαίο Α παραμένει το άπιαστο όνειρο που κυνηγά κάθε άνθρωπος, με ό,τι μαστόρεμα του έλαχε να σκαρώσει, στο εκ των υστέρων της εφηβείας, με τα απομεινάρια της παιδικής του σεξουαλικότητας. (Ψυχαναλυτικό Περιοδικό ‘Εκ των Υστέρων’)

 

Γιατί θέλουμε ν’ αλλάζουμε αυτούς που ερωτευόμαστε;

Ως γνωστόν, η ετερότητα τρομάζει, είναι εκνευριστική, μας εξοργίζει και σαν να μην έφτανε αυτό, σε κάθε έρωτα φωλιάζει η ανησυχία της εγκατάλειψης. Μετατρέποντας τον άλλο σε κόπια του εαυτού σου μπορείς να ηρεμήσεις (τόσο που μετά από λίγο χασμουριέσαι). Τώρα που σου μοιάζει μπορείς έτσι να τον λατρέψεις ανεπιφύλακτα και η σχέση να λαμπρύνει τη δόξα σου. «Όπου πηγαίνω θα έρχεσαι, ό,τι κάνω θα κάνεις, ό,τι με πειράζει θα σε πειράζει. Αφού δεν είσαι και ούτε μπορείς να είσαι το σιαμαίο δίδυμό μου, ας γίνεις ο κλώνος μου» (Μπάουμαν).  Όσο προσεκτικά όμως και να σβήνεις τα ψεγάδια διακρίνεις τα ίχνη και όσο βαθιά να καταχωνιάσεις τις αμφιβολίες τις ακούς να κροταλίζουν υπόκωφα. Ο έρωτας μετατρέπεται τότε σε ακατάπαυστη προσπάθεια, σε διαρκή ανησυχία και γίνεται αμετάκλητα κουραστικός.

 

Μήπως προσβάλλεστε εύκολα;

Όταν κάποιος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι δεν αποτίμησε σωστά τις καταστάσεις, ότι έκανε λάθη κ.λπ., οπότε επιστρατεύει την προσβολή για να ξεχάσει τη δική του ανικανότητα και ν’ αποσπάσει την προσοχή απ’ το δικό του σφάλμα. Μ’ έναν σμπάρο δυο τριγώνια! Είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουμε τον άλλο ότι αδίκησε πρώτος, ότι «αυτός άρχισε», παρά τον εαυτό μας. Εμείς είμαστε το θύμα, αυτός που υποφέρει. Για να διατηρηθεί αυτή η αίσθηση της αδικίας, η οργή προς τον άλλο χρειάζεται διαρκή ανανέωση και τα «μέτρα» που παίρνονται γίνονται όλο και πιο σκληρά. Ώσπου, πριν ακόμα χαθεί η σχέση, έχει χαθεί κάθε ίχνος εμπιστοσύνης και συμπόνιας.

 

Γιατί το γυρίσαμε στις ανταλλαγές συζύγων;

 

Αν ο γάμος εξορίζει την αβεβαιότητα στη σχέση, οι ανταλλαγές συζύγων χαλαρώνουν τα δεσμά φέρνοντας πίσω έναν αέρα ανεμελιάς παρακάμπτοντας τις συνέπειες μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας περισσότερο ρομαντικής. Όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν τον ίδιο στόχο και συστρατεύονται στην κοινή προσπάθεια να αποφύγουν το απρόβλεπτο

Οι Παριζιάνοι enchangistes είναι διάσημοι για την προσπάθειά τους να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα: εγγράφονται σε κλαμπ, υπογράφουν συμβάσεις, διαθέτουν κάρτα μέλους. «Όπως οι περισσότερες πρόσφατες τεχνολογικές καινοτομίες, έτσι κι αυτές μικραίνουν την απόσταση ανάμεσα στο «θέλω» και την ικανοποίηση και κάνουν τη μετάβαση από το ένα στην άλλη ταχύτερη και λιγότερο κοπιαστική» (Μπάουμαν). Δηλαδή, κάτι σαν πιστωτική κάρτα.

 

 

Δίκτυα ή δίχτυα;

 

Πριν μιλούσαμε για σχέσεις, συντροφιές, συγγένειες, έννοιες που βασίζονται στην αμοιβαία δέσμευση. Τώρα εξαίρονται τα δίκτυα γιατί σ’ αυτά συνδέεσαι και αποσυνδέεσαι εύκολα. «Δίκτυο σημαίνει στιγμές επαφής που εναλλάσσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σύνδεση και αποσύνδεση απολαμβάνουν το ίδιο κύρος κι έχουν την ίδια σημασία… Οι συνδέσεις είναι εικονικές σχέσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των συνθηκών της ρευστής μοντέρνας ζωής. Υπόσχονται δε, όλο και μεγαλύτερη ικανοποίηση και ολοκλήρωση… Αντίθετα από τις πραγματικές σχέσεις η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες και καθαρές, εύκολες στη χρήση και φιλικές προς το χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις βαριές, δυσκίνητες, αδρανείς και ακατάστατες «πραγματικές ομόλογούς τους» (Μπάουμαν). Έτσι, οι εικονικές σχέσεις που μετονομάστηκαν σε συνδέσεις, θέτουν το πρότυπο των σύγχρονων σχέσεων: ραγδαία αύξηση στα ραντεβού μέσω υπολογιστή και στο cybersex. Ο Ralf Waldo Emerson, παρατηρεί ότι «όταν τρέχεις πάνω σε λεπτό πάγο, η σωτηρία σου είναι η ταχύτητα. Όταν η ποιότητα σε απογοητεύει, αναζητάς συνήθως λύτρωση στην ποσότητα». Αν οι «δεσμεύσεις δεν έχουν νόημα», ενώ οι σχέσεις παύουν να είναι αξιόπιστες, και πολύ δύσκολα διαρκούν, προτιμάς να ανταλλάξεις συντρόφους με δίκτυα. Αν όμως συνηθίσεις να λειτουργείς μ’ αυτό τον επιφανειακό τρόπο, να καταφεύγεις στα δίκτυα κάθε φορά που η κατάσταση γύρω σου αγριεύει, δύσκολα επανέρχεσαι γιατί δεν διαθέτεις πια τα προσόντα που θα έκαναν εφικτή μια άλλη προοπτική. Καταδικάζεσαι να ζεις δικτυωμένος (μπλεγμένος σε αόρατα δίχτυα, θα έλεγα) κι αυτή η καταραμένη ανησυχία που ήθελες να εξαλείψεις δεν λέει να σ’ αφήσει…

 

Και το διαδικτυακό φλερτ;

Η αέναη αναζήτηση του έρωτα σ’ έναν κόσμο που ήδη πάσχει από αποξένωση οδηγεί πολλούς  στην ασφάλεια της οθόνης. Αν δεν έχεις αυτοπεποίθηση ή είσαι ντροπαλός, ο γραπτός λόγος σου δίνει την ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης. Κάποιοι άλλοι δεν έχουν χρόνο ή βαριούνται να τραβηχτούν. Όμως κάποτε η ψυχή είχε ευρυχωρία, αγαπούσε την ονειροπόληση και την αναμονή. Το προνόμιο αυτό τείνει τώρα να εκλείψει εντελώς. Η απουσία χρόνου μας στερεί την εμπειρία του παρόντος, δηλαδή την πηγαία ζωή όπου λειτουργούν τα συναισθήματα.

«Το σεξ έχει απελευθερωθεί σε τέτοιο βαθμό που πλέον δεν υπάρχει έλλειψη, απαγόρευση, όριο: έχει απολεσθεί κάθε αρχή αναφοράς. Όταν η επιθυμία περνά εξ ολοκλήρου στο αίτημα, όταν διεκπεραιώνεται χωρίς περιορισμούς, καταλήγει να στερείται πραγματικότητας καθότι στερείται φαντασιακού, βρίσκεται παντού αλλά σε μια γενικευμένη προσομοίωση. Το σεξ βρίσκεται παντού εκτός από τη σεξουαλικότητα». (Ρολάν Μπαρτ)

Ή μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι η καθαρή μορφή είναι αυτή της διάχυτης σαγήνης, της άνευ γοητείας και διακυβεύματος, αυτού του φαντάσματος σαγήνης που στοιχειώνει τα δίχως μυστικά κυκλώματά μας, τις δίχως συναίσθημα φαντασιώσεις μας, τα δίχως επαφή δίκτυα επαφής μας; …Ουσιαστικά ζούμε μέσα στις καθαρές μορφές, μέσα σε μια ακραία (που σημαίνει ορατή και αδιαφοροποίητη) χυδαιότητα σχημάτων που ήταν άλλοτε μυστικά και διακριτά. Όπως και στο κοινωνικό, ομοίως και η σαγήνη, στην παρούσα μορφή της, έχει  απωλέσει το απρόοπτο, την αγωνία, τη μαγγανεία, για να ενδυθεί τη μορφή μιας ανάλαφρης και αδιαφοροποίητης προστυχιάς. (Jean Baudrillard, Περί Σαγήνης)

Στο Internet μπαίνεις στον πειρασμό να υποδύεσαι διάφορους ρόλους και χάνεις την αίσθηση του εαυτού, κάτι που μόνο το καθρέφτισμα με τους άλλους ανθρώπους μπορεί να εμποδίσει. Βολεύεσαι στην ευκολία και η αληθινή ζωή φαντάζει όλο και πιο περίπλοκη. Ο υπολογιστής σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική επαφή. Εξαρτάται βέβαια, τι ζητά κανείς από τη ζωή…

 

Και το sex χωρίς αγάπη;

 

Κάποτε ήταν ανδρικό σπορ. Τώρα άνδρες και γυναίκες καταφεύγουν σ’ αυτό όταν η μοναξιά, ή η προοπτική της μοναξιάς, γίνεται αφόρητη. Ψευδαίσθηση ασφαλώς που «αφήνει τους ξένους τόσο απομακρυσμένους όσο ήταν και πριν». Ο σεξουαλικός οργασμός, σ’ αυτές τις περιπτώσεις «επιτελεί μια λειτουργία που δεν τον κάνει πολύ διαφορετικό από τον αλκοολισμό και την τοξικομανία». Όπως αυτές, είναι έντονος αλλά «εφήμερος και περιοδικός». (Έριχ Φρομ). Και κρίνεται αποκλειστικά από την ικανοποίηση που μπορεί να επιφέρει (συνήθως ικανοποίηση κατώτερη των προσδοκιών). Στο μεγάλο πόλεμο της σεξουαλικής απελευθέρωσης το σεξ νίκησε, αλλά προσωρινά. Οι οπαδοί του ελεύθερου, χωρίς δεσμεύσεις «καθαρού» σεξ παραπονιούνται για όλο και περισσότερες παρενέργειες, έτσι λένε οι επαγγελματίες θεραπευτές.

Ένας απ’ αυτούς, ο Volkmar Sigusch, γράφει: «Όλες οι μορφές μύχιων σχέσεων που είναι στη μόδα επί του παρόντος φέρουν την ίδια μάσκα ψευδούς ευτυχίας που φορούσε κάποτε ο συζυγικός και αργότερα ο ελεύθερος έρωτας... Όταν κοιτάξαμε από πιο κοντά και βγάλαμε τη μάσκα, βρήκαμε ανεκπλήρωτους πόθους, κουρελιασμένα νεύρα, ερωτική απογοήτευση, πληγές, φόβους, μοναξιά, υποκρισία, εγωισμό και ψυχαναγκασμούς επανάληψης… Οι επιδόσεις αντικατέστησαν την έκσταση, η φυσική μετράει, η μεταφυσική όχι…».

Και ο Μπάουμαν αναρωτιέται αν οι δεσμεύσεις του παρελθόντος δεν ήταν τόσο άχρηστες και καταπιεστικές όσο τις θεωρούσαμε. Ίσως οι δεσμεύσεις εκείνες (όχι ότι τις νοσταλγούμε κιόλας) να ήταν επιτεύγματα πολιτιστικής ευφυΐας μάλλον, παρά τεκμήρια πολιτισμικής αποτυχίας. Οπότε, σήμερα που οι θρησκείες και οι ιδεολογίες έχουν ανεπανόρθωτα διαφθαρεί και δεν έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν καθολικές δεσμεύσεις, το διακύβευμα παραμένει η επινόηση των σύγχρονων δεσμεύσεων, ατομικών, χωρίς ευνουχιστικές εξαρτήσεις και σίγουρα η απαλλαγή τους από την κυριαρχία της καταναλωτικής ορθολογικότητας.

Κατά την άποψη του Φρομ, το σεξ μπορεί να είναι όργανο αυθεντικής συγχώνευσης – αντί μιας εφήμερης, διπρόσωπης και εν τέλει αυτοκαταστροφικής εντύπωσης συγχώνευσης – μόνο χάρη στο σύνδεσμό του με τον έρωτα. Η όποια ικανότητα του σεξ να παράγει ένωση προέρχεται από τη συνύφανσή του με τον έρωτα (Μπάουμαν).

«Ο έρωτας ενώνει, το σεξ χωρίζει» (Κρίστεβα).

 

 

Γιατί ο έρωτας μοιάζει τόσο πολύ με το θάνατο; 

 

Η εμφάνιση του καθενός από τους δύο έρχεται από το πουθενά, από το έρεβος της ανυπαρξίας. Και τα δύο φαινόμενα μοναδικά, χωρίς επανάληψη «αποκαλύπτουν την ασημαντότητα των σχεδίων του παρελθόντος και τη ματαιότητα κάθε μελλοντικού σχεδιασμού… Ο έρωτας και ο θάνατος δεν έχουν τη δική τους ιστορία. Αποτελούν συμβάντα στον ανθρώπινο χρόνο, κάθε φορά ξεχωριστά και δεν συνδέονται με άλλα παρόμοια παρά μόνο αναδρομικά σε μια προσπάθεια κατανόησης του ακατανόητου… Κι έτσι, ο έρωτας και ο θάνατος θα ενσκήψουν, θα έρθουν στην ώρα τους, μόνο που εσύ δεν έχεις ιδέα πότε. Όποτε κι αν έρθουν θα σε πιάσουν εξαπίνης. Απορροφημένος καθώς θα είσαι στις καθημερινές σου έγνοιες, θα αναδυθούν ab nihilo (εκ του μηδενός)» (Μπάουμαν). 

 

 

Υπάρχουν δεξιοτέχνες του sex;

 

Αν το σεξ ήταν άσκηση, θα μπορούσαν πιθανώς η συχνότητα και οι επαναλήψεις να επιφέρουν την αντίστοιχη επιδεξιότητα. Κάποιοι είμαι σίγουρη ότι το πιστεύουν. Είναι αυτοί που ανυπομονούν να τελειώσουν την κάθε περιπέτεια για να προχωρήσουν στην πολλά υποσχόμενη επόμενη. Κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας, οι δεξιοτέχνες αυτοί «προσπαθούν εμμονοληπτικά να εμποδίσουν το παρόν να σταθεί εμπόδιο σε μελλοντικές προσπάθειες. Ομοιάζουν με τον Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ, τον αρχετυπικό δεξιοτέχνη που υπήρξε επίσης και ένας αρχετυπικός “ανίκανος γι’ αγάπη”» (Μπάουμαν).

 

 

Μπορεί ο έρωτας να συνυπάρξει με τη σιγουριά;

 

Ξεχάστε το! «Ο έρωτας δεν βρίσκει το νόημά του στη λαχτάρα για προκατασκευασμένα, έτοιμα και ολοκληρωμένα πράγματα - αλλά στην ανάγκη να συμμετάσχει στο γίγνεσθαι αυτών των πραγμάτων. Ο έρωτας συγγενεύει με το υπερβατικό. Δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα της δημιουργικής ορμής και ως τέτοιος είναι κατάφορτος από κινδύνους: όπως κάθε δημιουργία, δεν είναι ποτέ σίγουρος πού θα καταλήξει». Οπότε και οι υποσχέσεις δέσμευσης δεν έχουν κανένα μακροπρόθεσμο νόημα. “Αφροδίσιος όρκος ου δάκνει”, έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες.

«Το γεγονός αυτό είναι που τον κάνει να μοιάζει με μια ιδιοτροπία της μοίρας – με αυτό το αλλόκοτο και μυστηριώδες μέλλον που είναι αδύνατο να προβλεφθεί, να προληφθεί ή να αποκρουστεί, να επισπευσθεί ή να αναχαιτιστεί. Να αγαπάς θα πει να ανάγεσαι σε τούτη τη μοίρα, σε αυτήν την εξοχότερη όλων των ανθρώπινων καταστάσεων, στην οποία ο φόβος και η χαρά ενώνονται σε ένα κράμα που δεν επιτρέπει πλέον το διαχωρισμό των συστατικών του. Η διάνοιξη σ’ αυτή τη μοίρα θα πει, σε τελευταία ανάλυση, εισδοχή της ελευθερίας του είναι: εκείνης της ελευθερίας που ενσαρκώνεται στον Άλλο» (Μπάουμαν).

Γι’ αυτό και η φράση “τον/την έφαγε η σιγουριά” ακούγεται αρκετά συχνά.

 

Η ζήλια είναι ένδειξη αγάπης;

Η αληθινή αγάπη συνδέεται με την ελευθερία και είναι έτοιμη να βρεθεί αντιμέτωπη με όλους τους κινδύνους. Όταν δύο άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπήσουν ο ένας τον άλλον με τη διαφορετικότητά τους, η ζήλια καθρεφτίζει μια επιθυμία που κατά βάθος είναι μίσος. Γιατί πώς αλλιώς να περιγράψεις μια επιθυμία που θέλει να απομονώσει, να στερήσει από τα πάντα όποιον δεν είναι όμοιος ή όποιον δεν υποτάσσεται στη δική μας ευχαρίστηση;                                         

Αν συμπεριφέρεσαι στον άλλον σαν να είναι το βάζο σου, τότε κινδυνεύει να σπάσει. Η κτητικότητα θα κάνει τον έναν από του δύο να σπάσει.

 

Γιατί μας δυσκολεύει η διάρκεια;

 

Για να έχει πιθανότητες να κρατήσει μια σχέση, απαιτείται δέσμευση –η οποία φυσικά ενέχει τον κίνδυνο να πληγωθείς στο μέλλον. Ο μόνος τρόπος είναι η συνεχής προσπάθεια, να εργάζεσαι αγόγγυστα γι’ αυτό το σκοπό. Αν παρεκκλίνεις από το στόχο σου, αν χαλαρώσεις κι αφήσεις το τιμόνι, η σχέση θ’ αρχίσει να παραδέρνει. Κι αν κάπου προσκρούσει θα χρειαστεί επισκευή.

Στη σημερινή δυτική πραγματικότητα όμως, υπάρχει η τάση να κρίνουμε τους συντρόφους μας κατά τα πρότυπα καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή από το μέγεθος της απόλαυσης που μπορούν να μας προσφέρουν.  Όταν επιλέγουμε τον/την αγαπημένο/η μας «για ό,τι μπορεί να αποκομίσουμε απ’ αυτόν/ήν», υπό την προοπτική «να πιάσει τα λεφτά του/της», όταν αναζητούμε έναν σύντροφο που η παρουσία του και η ενεργός συμμετοχή του θα αυξήσει τις ηδονές, στην πορεία χάνεται εντελώς από τον ορίζοντα η εγγενής αξία του άλλου ως μοναδικού όντος. Αυτός το έδαφος δεν είναι ακριβώς κατάλληλο για να ριζώσει και ν’ ανθίσει η εμπιστοσύνη κι ο έρωτας μοιάζει τότε όλο και περισσότερο με παγίδα.

Ο Μπάουμαν κάνει έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό: «Κανένα συγκαιρινό μας ναυτάκι  δεν θα έχανε την ώρα του επισκευάζοντας το μέρος εκείνο που δεν είναι πια πλόιμο, θα προτιμούσε μάλλον να τοποθετήσει κάποιο ανταλλακτικό στη θέση του. Έλα όμως που στη σχεδία της σχέσης δεν διατίθενται ανταλλακτικά…».

 

 

Αγάπη είναι…

Μάλλον μια σχέση που ο ένας δεν κρύβει από τον άλλον τις συνεχείς αλλαγές και τις διακυμάνσεις μέσα του ή τα αισθήματα αβεβαιότητας, τα πάνω και τα κάτω. Όχι μόνο συναίσθημα, αλλά απόφαση, κρίση και υπόσχεση. Μια παράδοση στην ετερότητα που προκαλεί ρωγμές στην ύπαρξή μας. Όχι για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά μας, ούτε για να συγχωνευθούμε με τον άλλο, αλλά για να ανοίξουμε την ταυτότητά μας σε αυτό που εμείς δεν είμαστε. «Ο έρωτας είναι συναίσθημα, πράξη, παροξυσμός, παράδοξα, και επίσης λέξεις που ανταλλάσσουμε. Συχνά αυτό επιτρέπει να φοβόμαστε λιγότερο εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε» (JeanCournut)