Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

 

……………………………………………………………..

 

 

Αιμομιξία/Απαγόρευση της αιμομιξίας: Όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η απαγόρευση, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο το λόγο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις. («Για τη μοναξιά», Φρ. Ντολτό)

 

Αλεξιθυμία (alexithymia): Χαρακτηριστικό γνώρισμα των χρηστικών ασθενών που δεν βρίσκουν λέξεις για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Οι αλεξιθυμικοί εμφανίζουν απουσία φαντασιώσεων, ονειρεύονται σπάνια, κάνουν χρηστική περιγραφή της καθημερινότητάς τους, των φυσικών συμπτωμάτων τους, είναι ευερέθιστοι, ανήσυχοι και έχουν έντονη την αίσθηση του κενού, τάση προς την παρορμητικότητα και πέρασμα στην πράξη. Οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι φτωχές, με τάση στην εξάρτηση ή στη μοναξιά. Αν και απουσιάζουν από την ψυχική τους πραγματικότητα, οι αλεξιθυμικοί λειτουργούν επαρκώς στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή κι έτσι εμφανίζουν μια κατ’ επίφαση φυσιολογικότητα. Στην καθημερινότητα γίνεται ό,τι οφείλει να γίνεται, πρόκειται δηλαδή για μια μηχανική, χρηστική συμπεριφορά. Ο P. Marty επισημαίνει ότι το ασυνείδητο «λαμβάνει αλλά δεν εκπέμπει». Η κινητικότητα αυτή απελευθερώνει την ενέργεια η οποία αλλιώς θα μετατρεπόταν σε διάχυτο άγχος ή νοσογόνες διεγέρσεις. Αποτελεί δηλαδή ένα είδος αυτό-ηρεμιστικής διαδικασίας που εξασφαλίζει την προστασία του Εγώ απέναντι σε κινδύνους που απειλούν την ακεραιότητά του. Το σώμα κινείται διαρκώς ενώ η ψυχή έχει παγώσει. Συχνά η εξαφάνιση των αυτό-ηρεμιστικών διαδικασιών συνοδεύεται από την εκδήλωση σωματικής ασθένειας. 

(Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Ψυχοσωματικά παράδοξα, Ψυχαναλυτική προσέγγιση των σωματικών νοσημάτων», του Claude Smadja, εκδ. Μετά)

 

Αλλοερωτισμός (allo-erotism) : Όρος που χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τον αυτοερωτισμό, δηλαδή σεξουαλική δραστηριότητα που επιτυγχάνει την ικανοποίησή της χάρη σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.

 

Αμνησία παιδική (infatile amnesia): Η αμνησία που συνήθως επικαλύπτει τα πρώτα χρόνια ζωής. Ο Φρόυντ θεωρεί ότι δεν οφείλεται σε κάποια λειτουργική ανικανότητα του μικρού παιδιού να απομνημονεύσει τις εντυπώσεις του, αλλά προκύπτει από την απώθηση της παιδικής σεξουαλικότητα και επεκτείνεται στο σύνολο των συμβάντων της παιδικής ηλικίας. Το χρονικό όριό της επεκτείνεται μέχρι το τέλος του οιδιπόδειου και την αρχή της λανθάνουσας περιόδου.

 

Αμφι (Bi)/ Παν (Pan): Οι σύγχρονες προσεγγίσεις των έμφυλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων τίθενται ενάντια στην περιορισμένη αντίληψή τους ως δίπολο (βλ. Δίπολο των φύλων & Φάσμα φύλου και ταυτότητας). Έτσι, ο όρος

Αμφισεξουαλικ@ (Bisexual) που χρησιμοποιείται ιστορικά για να περιγράψει άτομα που έχουν σεξουαλικές σχέσεις «με άντρες και γυναίκες» ή με δύο από τα φύλα, γίνεται Πανσεξουαλικ@ (Pansexual), για να περιληφθούν όλες οι έννοιες του φύλου που υπάρχουν και Πολυσέξουαλικ@  (Polysexual) για τα άτομα που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με πολλές κατηγορίες φύλων, αλλά όχι όλες, όπως τα Πανσεξουαλικ@.

 

Αμφισεξουαλικότητα ή αμφιφυλία (Bisexuality): H αμφιφυλοφιλία ή αμφισεξουαλικότητα αναφέρεται σε άτομα και των δύο φύλων τα οποία ελκύονται ερωτικά από άτομα των δύο φύλων ή των δύο από τα φύλα, αποτελεί δηλαδή Σεξουαλικό προσανατολισμό (βλ το σχετικό λήμμα). Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τα αμφιφυλόφιλα άτομα συχνά αποκαλούνται με τον αγγλικό προσδιορισμό του όρου, bisexual (αμφιφυλόφιλος). Τα αμφισεξουαλικά άτομα αποτελούν μέρος της ομάδας ΛΟΑΤ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα). Η αμφιφυλοφιλία εμφανίζεται από τα αρχαία χρόνια, π.χ. στην Αρχαία Ελλάδα σπάνια οι άντρες παρουσιάζονται αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι. Παρόλα αυτά η έννοια (όπως και οι έννοιες ομοφυλοφιλία και ετεροφυλοφιλία) εμφανίστηκαν μετά το 19ο αιώνα.

 

Αναπαραγωγικό σύστημα: 1 Αναπαραγωγικό σύστημα του ανθρώπου

 

Αντικείμενο: (Ψυχαναλυτικός όρος) Αυτό που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της.

 

Απώλεια του αντικειμένου: Kατά την έναρξη της ψυχικής ζωής, θεωρήθηκε πως υπάρχει μια φάση συγχώνευσης ανάμεσα στο παιδί και το πρωτογενές αντικείμενό του, στα πλαίσια της τριαδικής δομής (εκ των υστέρων) του οιδιπόδειου συμπλέγματος, συγχώνευση από την οποία θα αναδυθεί σταδιακά μια εξατομίκευση και μια διαμορφοποίηση υποκειμένου-αντικειμένου. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής λαμβάνει χώρα το συμβάν της απώλειας του αντικειμένου, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα ίχνη αυτού του συμβάντος θα μπορούσαν εκ των υστέρων να αναζωπυρωθούν, είτε στις ουλές του χαρακτήρα είτε με τρόπο παλινδρομικό, μέσα από γεγονότα που προκαλούν αποδιοργάνωση, στην ενήλικη ζωή. Αν αυτό το πρωτογενές συμβάν πράγματι έλαβε χώρα, αυτό σημαίνει ότι προκάλεσε κάτι σαν κάταγμα στο εσωτερικό του ευάλωτου και ανώριμου ψυχικού ιστού του μικρού παιδιού. Κατά τη φάση αυτή που το παιδί βρίσκεται σε μια αυτοερωτική σεξουαλικότητα και δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στην ενορμητική ικανοποίηση και το αντιλαμβανόμενο αντικείμενο, οι επιπτώσεις που έχει η απόσυρση του μητρικού αντικειμένου στην ψυχοσωματική ενότητα του παιδιού είναι ολέθριες: κατά τη φάση αυτή, οποιαδήποτε απώλεια αντικειμένου αντιστοιχεί σε μια απώλεια του εαυτού, δηλαδή σε μια ναρκισσιστική απώλεια. 

 

Απώθηση: Είναι ο βασικός και πρωταρχικός αμυντικός μηχανισμός που βρίσκεται κάτω από όλους τους άλλους μηχανισμούς. Μοιάζει με ξέχασμα, γιατί η λειτουργία του είναι να ωθεί μη αποδεκτά ψυχικά στοιχεία - ιδέες, φαντασίες, συναισθήματα ή ενορμήσεις - στο ασυνείδητο και ενεργητικά να τα κρατά μακριά από την ενημερότητα και επίγνωση του ατόμου. Άλλοι αμυντικοί μηχανισμοί όπως η μετατροπή (στη διαταραχή μετατροπής), η μετάθεση (στις φοβίες) κτλ. μπορεί να κινητοποιηθούν σε δεύτερο επίπεδο, για να συμπληρώσουν ή να ενισχύσουν την απώθηση, που είναι όμως ο πρωταρχικός μηχανισμός των διαταραχών αυτών. 

 

Αρχή της Ηδονής (Pleasure principle, principe de plaisir): Η πρωτογενής ώθηση για εκπλήρωση της επιθυμίας στον άνθρωπο, η οποία συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη συνειδητή πλευρά του μυαλού μας που έχει ενσωματώσει τις απαγορεύσεις των γονέων και της κοινωνίας. 

 

Ασέξουαλ (Asexual): Άτομα, (άνδρες, γυναίκα, transgender κλπ) τα οποία δεν έλκονται σεξουαλικά από άλλα άτομα είτε αυτά αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, γυναίκες, transgender κ.λπ. είτε όχι. Άτομα δηλαδή, τα οποία δεν έχουν την διάθεση να κάνουν σεξ. Υπάρχει ένα site, το AVEN, με 50.000 μέλη και με σήμα ένα ανάποδο τρίγωνο και το βιβλίο "Understanding Asexuality", του καθηγητή Ψυχολογίας Άντονι Μπόγκαρτ, ο οποίος πιστεύει ότι δεν είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε την ασεξουαλικότητα ως παθολογικό φαινόμενο. "Όταν κάποιος είναι ασεξουαλικός και νιώθει εντάξει με αυτό ή δεν υποφέρει, δεν θα πρέπει να τον θεωρούμε προβληματικό". Η έρευνά του καταδεικνύει ότι το 1% του πληθυσμού είναι ασεξουαλικοί.

 

Ασυνείδητο (unconscious): Ως επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το σύνολο των περιεχομένων που δεν είναι παρόντα στο ενεστώς πεδίο της συνείδησης. 

Με την «τοπική» έννοια, το ασυνείδητο συγκροτείται, κατά τον Φρόυντ, από απωθημένα περιεχόμενα για τα οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή η πρόσβαση στο συνειδητό, λόγω της δράσης της απώθησης. Οι επιθυμίες της παιδικής ηλικίας είναι κυρίως εκείνες που υφίστανται καθήλωση στο ασυνείδητο. Τα περιεχόμενά του ασυνειδήτου τείνουν προς μια επιστροφή στη συνείδηση και στην πράξη μέσω συμβιβαστικών σχηματισμών και αφού υποστούν προηγουμένως τις παραμορφώσεις της λογοκρισίας.

Η επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών μας δεν μας οδηγεί στην απώθηση, αλλά μας καθιστά ικανούς να συλλογιστούμε πάνω σ’ αυτές και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να πραγματοποιήσουμε ή όχι διάφορες επιθυμίες μας, προωθεί δηλαδή την αυτονομία του υποκειμένου που θέτει τους δικούς του νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που ζει σε μια κοινωνία που του επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. 

Αν το ασυνείδητο αποτελεί μια πτυχή του τρόπου που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τότε ο αποκλεισμός του επιτείνει το αίσθημα μοναξιάς, αφού το υποκείμενο χάνει ένα βασικό στήριγμα. 

 

Ασφαλής χώρος (Safe space): Έτσι ονομάζεται οποιοσδήποτε χώρος (πραγματικός ή διαδικτυακός) όπου ως προτεραιότητα ορίζεται η σωματική, ψυχολογική και συναισθηματική ασφάλεια μιας ομάδας ανθρώπων κι έτσι δεν γίνονται δεκτά σχόλια ή συμπεριφορές που σκοπό έχουν να βλάψουν την ομάδα αυτή.

 

Αυτοερωτισμός (auto-erotism): Με την ευρεία έννοια, χαρακτηρίζει σεξουαλικές συμπεριφορές με τις οποίες το υποκείμενο εξασφαλίζει ικανοποίηση καταφεύγοντας στο ίδιο του το σώμα, χωρίς δηλαδή εξωτερικό αντικείμενο. Με την έννοια αυτή ο αυνανισμός θεωρείται αυτοερωτική συμπεριφορά. 

 

Αυτονομία: σημαίνει θέτω τους δικούς μου νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που μεγάλωσα σε μια συγκεκριμένη  οικογένεια και παρόλο που ζω σε μια κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. 

 

Βιολογικό φύλο (Sex): με το οποίο κάποια/ος γεννιέται ως γυναίκα ή ως άνδρας

 

Body positivity: η έκφραση/νοοτροπία πως όλα τα σώματα είναι ωραία.

 

Body positive movement: κίνημα για τη θετική αντιμετώπιση όλων των σωμάτων.

 

BDSM:Συντομογραφία των Bondage/Discipline/Sadism/Masochism (Δεσμά/Πειθαρχία/Σαδισμός/Μαζοχισμός)

Η βασική αρχή για όλα τα παιχνίδια του BDSM είναι το SSC: Safe (Ασφάλεια), Sane (Λογική), Consensual (Συναίνεση).

 

Buggery: Σημαίνει ταυτόχρονα σοδομισμός, κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, παιδεραστία.

 

Butch (ή boi): Προφέρεται <Μπούτs> και αναφέρεται στις λεσβίες που υιοθετούν ένα πιο αρσενικό στυλ ντυσίματος και εμφάνισης. Συνήθως κοντά μαλλιά, εννοείται παντελόνια, ενίοτε πουκάμισα και φυσικά καθόλου βάψιμο ή κοσμήματα. Αναφέρεται στη διάκριση ανάμεσα σε αρρενωπή/ενεργητική και femme, τη θηλυκή/παθητική γυναίκα στις λεσβιακές σχέσεις. 

 

Γονιμοποίηση:   1.4 Γονιμοποίηση 

 

Γεννητικό ανδρικό σύστημα :   1.1 Γεννητικό σύστημα του άνδρα

 

Γεννητικό γυναικείο σύστημα :   1.2 Γεννητικό σύστημα της γυναίκας

 

Γενετήσια αγάπη (genital love): Όρος που χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση για να δηλώσει εκείνη τη μορφή αγάπης στην οποία καταλήγει να φτάσει το υποκείμενο μέσα από την ολοκλήρωση της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης, πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο την είσοδο στο γενετήσιο στάδιο, αλλά και στην υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Πρόκειται για μια σύγκληση του αισθησιασμού με τη στοργή. «Με την εφηβεία, δίνεται ένας νέος σεξουαλικός σκοπός για την πραγματοποίηση του οποίου συνεργάζονται όλες οι μερικές ενορμήσεις, ενώ οι ερωτογενείς ζώνες υποτάσσονται στην πρωτοκαθεδρία της γεννητικής ζώνης». (S.Freud, Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Cis: Το cis σημαίνει “από την ίδια μεριά”. Άτομα των οποίων το φύλο  και το σώμα «συνάδουν», ή καλύτερα, το τί φύλο εκφράζουν δεν πάει κόντρα στο τί φύλο πιστεύει η κοινωνία ότι πρέπει να εκφράζουν, με βάση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του σώματός τους, και αποδέχονται όλες τις εκφάνσεις του φύλου. Cis, είναι όρος που χρησιμοποιείται για να αποστιγματίσει τον όρο τρανς. Όταν παραδέχομαι ότι είμαι cis, σημαίνει ότι αποδέχομαι ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι cis, και συνεπώς δεν αποδίδω «φυσιολογικότητα» στη δική μου κατάσταση και απαξίωση στη δική τους.

 

Coitus interruptus: Διακεκομμένη συνουσία 

 

Coming out : Το «Coming out (...of the closet, είναι ολόκληρη η φράση) », είναι μια διεθνής έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πράξη της γνωστοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου από ένα ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI*) άτομο προς την οικογένειά του, τους φίλους του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρος εργασίας κτλ). Σαν έννοια, το coming out, η «έξοδος από την ντουλάπα», είναι μια εύστοχη μεταφορά που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση των «κρυφών» ΛΟΑΤΚΙ  (LGBTQI*)  ατόμων ανά τον κόσμο, και κυρίως τον πόνο και την καταπίεση που συνεπάγεται η συνεχής διαβίωση μέσα στο σκοτάδι και την (αμυντική) υποκρισία. (βλ. και Outing)

 

Cybersex: Σεξουαλικές εμπειρίες ή εικονικό σεξ που γίνεται μέσω του Διαδικτύου, για παράδειγμα, μια σεξουαλική συνομιλία με κάποιον/α.

 

Διαθεματικότητα (Intersectionality): Τα σημεία όπου ο φεμινισμός συναντά / τέμνει άλλα κοινωνικά ζητήματα, π.χ. φυλή, σεξουαλικότητα, φτώχεια, μετανάστευση κ.α. 

 

Διαστροφή (perversion): Βλ. Παραφιλία

 

Διαστροφικός παθολογικά: Παθολογικά διαστροφικός θα μπορούσε να θεωρηθεί κανείς αν επιβάλλει το δικό του σενάριο στον παρτενέρ, ο οποίος δεν το συμμερίζεται (βιασμός, ηδονοβλεψία), ή αν το επιβάλλει σε κάποιον που δεν είναι σε θέση να δηλώσει την επιθυμία του (διανοητικώς καθυστερημένοι, παιδιά, ζώα). Ο παθολογικά διαστροφικός δεν χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα παρά για να κάνει κακό, να δημιουργήσει αμφιθυμία η οποία, παίζοντας με το φύλο και το γένος, θα φέρει τον άλλον σε κατάσταση ανισορροπίας, θα τον εκθέσει, θα τον οδηγήσει στην απελπισία. Είναι το θέατρο της παρεξήγησης τραβηγμένο στα άκρα που διαλύει τον άλλον καταστρέφοντάς τον ως υποκείμενο. (Βλ. και  Παραφυλία)

 

Δίπολο των φύλων (Gender Binary): Η προσέγγιση των φύλων ως δίπολο, «ή-ή», περιορίζει το φύλο σε «άντρας» και «γυναίκα». Το τί είναι άντρας συχνά καθορί-ζεται σε σχέση με το τί είναι γυναίκα και αντιστρόφως, με σαφή ιεραρχικά χαρα-κτηριστικά «ανώτερου / κατώτερης». (βλ. και Φάσμα των φύλων)

 

Drag: Είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσία) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Πολλοί Drag Kings (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που πολιτισμικά συνδέουμε με το ανδρικό φύλο) και Drag Queens (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο) κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους. 

 

Dyke: Προφέρεται «Ντάικ» και είναι διαδεδομένοs όρος, συνώνυμος με τη λέξη λεσβία που χρησιμοποιείται όμως κυρίως μεταξύ των λεσβιών και όχι από straight. Η φράση dyke on a bike αναφέρεται στις μηχανόβιες και ποδηλατόβιες λεσβίες που έχουν ένα λίγο… πιο ανδροπρεπές στυλ.