ΟΡΟΙ Λ-Ρ

Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

 

……………………………………………………………..

 

Libido: Η ενέργεια της ερωτικής ενόρμησης. Η λέξη είναι λατινική  και σημαίνει πάθος, σφοδρή επιθυμία.

Καθένας από μας γεννιέται με μια βασική ενόρμηση, μια εσωτερική πηγή ερεθισμού που ωθεί, πιέζει να πετύχει την αίσθηση της ηδονής, μέσω ενός αντικειμένου, που μπορεί να είναι πρόσωπο ή πράγμα. Αυτή η εσωτερική ενέργεια ονομάζεται λίμπιντο. Το ανθρώπινο μωρό γεννιέται με αυτή  τη σεξουαλική ενέργεια, που σημαίνει ότι η διέγερση που νιώθει σε ολόκληρο ρο σώμα του, μπορεί να του επιφέρει σεξουαλική ηδονή. Για να αποκτήσει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο, χρειάζεται να περάσει από μια διαδικασία εκμάθησης που εύκολα μπορεί να πάει στραβά.

Ο Freud πίστευε ότι η κοινωνία καταπιέζει τη libido περιορίζοντάς την ή διοχετεύοντάς της στο παραγωγικό οικονομικό πεδίο. Επομένως η κοινωνία απωθεί τη σεξουαλικότητα στο ασυνείδητο. 

Στην καθομιλουμένη χρησιμοποιείται με την έννοια της ερωτικής επιθυμίας.

 

LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersexual+): Στα ελληνικά ΛΟΑΤΚΙ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά, Τρανσεξουαλικά, Κουήρ, Ίντερσεξ άτομα), όρος που κωδικοποιήθηκε από το κίνημα που διεκδικεί τα δικαιώματα όσων διαφοροποιούνται από το ετεροφυλοφιλικό πρότυπο.

 

ΛΟΑΤΚΙ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά, Τρανσεξουαλικά, Κουήρ, Ίντερσεξ άτομα), όρος που κωδικοποιήθηκε από το κίνημα που διεκδικεί τα δικαιώματα όσων διαφοροποιούνται από το ετεροφυλοφιλικό πρότυπο. Στην αγγλική γλώσσα,  LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersexual +). Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πολιτικό κίνημα των ομάδων αυτών, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ετεροκανονικότητα και οι οποίες συνεργάζονται σε κάποιους τομείς για να διεκδικήσουν κάποια αυτονόητα δικαιώματα. Τα κύρια αιτήματά τους είναι η προώθηση της ισονομίας, της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και η κατάργηση των διακρίσεων με βάση την ταυτότητα φύλου.

 

Μαζοχισμός (Masochism): Παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που υφίσταται το υποκείμενο.

 

Μ2F/ F2Μ: Male to Female, Female to Male: Αναφέρεται κυρίως σε transgender άτομα που έχουν πραγματοποιήσει φυλομετάβαση από αρσενικό σε θηλυκό ή από θηλυκό σε αρσενικό αντίστοιχα. 

 

Ménage ά  trois: Το ερωτικό τρίγωνο

 

Metrosexual (Μετροσέξουαλ): όρος που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 21ου και αφορά τους ετεροφυλόφιλους άντρες στις μεγάλες πόλεις που προσέχουν πολύ το ντύσιμό τους, τα μαλλιά τους κ.λπ. Παλαιότερα, αυτό ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό και στερεότυπο των ομοφυλόφιλων ανδρών. Το μετροσέξουαλ, αν και θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία όσον αφορά την αποδόμηση του φύλου, σχετίζεται περισσότερο με τον καταναλωτισμό. Για τις σχετικές βιομηχανίες, ένας άνδρας μετροσέξουαλ αποτελεί πολύ καλό πελάτη.

 

Μισογυνισμός: Μισογυνισμός είναι ο συσχετισμός της γυναικείας φύσης με κάτι κατώτερο ή αρνητικό. Από τις έμφυλες βρισιές μέχρι τα στερεότυπα για τις γυναίκες, μπορεί να είναι πολύ εμφανής ή διακριτικός. Μισογυνισμός είναι και η επιβολή προτύπων εμφάνισης και συμπεριφοράς, τα οποία προωθούνται μέσα από στερεότυπα στα ΜΜΕ στον τρόπο που ανατρεφόμαστε και στο σύνολο της κοινωνίας, και η μείωση, η απόρριψη, η κατηγορία ή η τιμωρία των γυναικών που δεν τα ακολουθούν. (από kamena soutien). 

Νέοι  όροι που εξηγούν με σαφήνεια τις εμπειρίες διαφορετικών τύπων γυναικών με τον μισογυνισμό. Οι ταυτότητες των γυναικών αυτών ξεφεύγουν από την κανονικότητα προσθέτοντας άλλη μια στρώση φοβικότητας απέναντί τους εκτός από το ότι είναι γυναίκες:

 

Τρανσμισογυνισμός (Transmisogyny): Το μίσος, η βία, η καταπίεση και η περιθωριοποίηση των τρανς γυναικών.

 

Misogynoir: Ο μισογυνισμός σε συνδυασμό με τον ρατσισμό που υφίστανται οι μαύρες γυναίκες.

 

Νευροσεξισμός (Neurosexism): Μια σειρά από πρόσφατες επιστημονικές μελέτες και εκλαϊκευτικά βιβλία, που έχουν γίνει bestseller, έρχονται να αναδείξουν ένα νέο μοντέλο: την ύπαρξη ενός «ανδρικού» και ενός «γυναικείου» εγκεφάλου, ο καθένας με τα δικά του ξεχωριστά νευρωνικά κυκλώματα, τις δικές του έμφυτες συμπεριφορές και αντιδράσεις, τις δικές του προτιμήσεις. Όπως γράφει η Κορντέλια Φάιν, αυστραλή επιστήμονας, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι στην ουσία ψευτο-επιστημονικοί και ανακριβείς και ότι στην πραγματικότητα «ντύνουν τον παλιομοδίτικο σεξισμό με την αξιοσέβαστη και έγκυρη γλώσσα της νευροεπιστήμης».

 

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα (Oedipus complex) : Οργανωμένο σύνολο φιλητικών και εχθρικών επιθυμιών που αισθάνεται το παιδί για τους γονείς του. Υπό τη θετική λεγόμενη μορφή του, το σύμπλεγμα εμφανίζεται όπως στην ιστορία του Οιδίποδος Τυράννου: επιθυμία θανάτου για τον αντίπαλο που συνιστά το πρόσωπο του ίδιου φύλου και σεξουαλική επιθυμία για το πρόσωπο του αντίθετου φύλου. Υπό την αρνητική μορφή του εμφανίζεται ανεστραμμένο: αγάπη για τον γονέα του ίδιου φύλου και ζηλότυπο μίσος για τον γονέα του αντίθετου φύλου. Στην πραγματικότητα οι δύο αυτές μορφές συνυπάρχουν σε διάφορους βαθμούς στα πλαίσια της λεγόμενης πλήρους μορφής του οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Η ακμή του οιδιπόδειου συμπλέγματος βιώνεται κατά την περίοδο μεταξύ τριών και πέντε ετών, κατά τη φαλλική φάση και η παρακμή του σημαδεύει την είσοδο στη λανθάνουσα περίοδο. Αναζωπυρώνεται με την είσοδο του παιδιού στην εφηβεία και ξεπερνιέται με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία χάρη σε μια ιδιαίτερου τύπου αντικειμενότροπο επιλογή.

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη δόμηση της προσωπικότητας και στον προσανατολισμό της ανθρώπινης επιθυμίας. Αποτελεί κομβικό σημείο της ψυχικής εξέλιξης καθώς το ομιλούν ον κινδυνεύει να παγιδευτεί εκεί νεκρό-ζωντανό ή να καταφέρει να αντλήσει απ’ αυτό αστείρευτη έμπνευση για ένα ποίημα.

 

Ομοφοβία: Η ομοφοβία (ή ομοφυλοφοβία ή ομοερωτοφοβία) είναι ο φόβος (έως του σημείου της παθολογικής φοβίας), η αποστροφή ή οι διακρίσεις για ομοφυλόφιλα άτομα ή τον τρόπο ζωής τους ή τον πολιτισμό, γενικά των ατόμων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό.  Η ομοφοβία μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη μίσος, εχθρότητα ή αποδοκιμασία των ομοφυλόφιλων ανθρώπων, της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς, που οδηγεί στην εκδήλωση μισαλλοδοξίας. Συχνά φτάνει ως το σημείο να εκδηλώνεται πολύ επικίνδυνα, όπως μέσω λεκτικής βίας και με ομοφοβικά εγκλήματα μίσους όπως επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και φόνους. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1969 από τον George Weinberg και έγινε γνωστός με το βιβλίο του Society and the Healthy Homosexual (1971).

Τα άτομα που ενεργούν με τέτοιους τρόπους περιγράφονται ως ομοφοβικά. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ομοφοβία μπορεί να προέρχεται από θρησκευτική προκατάληψη —μάλιστα, οι απόψεις που έχουν θρησκευτική βάση είναι οι πιο δύσκολες για να αλλάξουν—, αισθήματα κοινωνικής ανασφάλειας ή ως αυτοεπιβεβαίωση του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Σε πολλά μέρη του κόσμου, άτομα που έχουν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό (διαφορετικό από την πλειονότητα) υποβάλλονται σε διακρίσεις που κυμαίνονται από προσβολές έως δολοφονίες. Σε πολλές χώρες, η πρακτική της ομοφυλοφιλίας εξακολουθεί να είναι ένα έγκλημα και σε ορισμένες από αυτές τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Εντός της Ευρώπης, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος, στην αλλαγή της νομοθεσίας, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια, μια ψυχολογική διαταραχή ή αφύσικη συμπεριφορά. Η 17η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως διεθνής ημέρα κατά της ομοφοβίας. (βλ. και Φοβικότητα)

 

Outing: Ο όρος αναφέρεται στην «αποκάλυψη και πιθανόν δημοσιοποίηση από τρίτους του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου. Outing σου κάνουν άλλοι, coming out κάνεις εσύ ο/η ίδιος/α. Το outing είναι επί της ουσίας μια πράξη βίας απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και γίνεται παρά τη θέλησή τους. (Βλ και Coming out)

 

Παραφιλία: Οι σεξουαλικές διαστροφές ή παραφιλίες είναι καταστάσεις στις οποίες η σεξουαλική διέγερση ή ο οργασμός σχετίζεται με δραστηριότητες ή φαντασιώσεις οι οποίες θεωρούνται ασυνήθιστες για την επικρατούσα κουλτούρα και χαρακτηρίζονται από διαταραχή του σεξουαλικού σκοπού ή στόχου. Οι παραφιλίες επικεντρώνονται γύρω από ένα σεξουαλικό αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη πράξη. Οι παραφιλίες εκφράζονται συνήθως με σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση, είτε, (β) όταν ο οργασμός επιτυγχάνεται σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να φέρουν σεξουαλική ευχαρίστηση (φετιχισμός, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμός), είτε, (γ) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός. (Βλ.

 

Διαστροφικός παθολογικά) (Βλ. στο μενού, Σεξουαλικότητα- Κείμενα)

 

Παρενδυσία- Παρενδυτικός (Crossdresser): Ο παρενδυτικός δεν έχει καμιά αμφιβολία για το φύλο του, θέλει να αλλάξει φύλο, αλλά απολαμβάνει να παρουσιάζεται με τα εξαρτήματα και τα χαρακτηριστικά του άλλου φύλου, αυτού που δεν έχει αλλά προσποιείται ότι έχει. Άτομο που δεν αλλά ντύνεται με ρούχα στην καθημερινότητά του που πολιτισμικά συνδέουμε με το αντίθετο φύλο. 

 

Rape Culture (βλ. Κουλτούρα του βιασμού)

 

Queer: Η λέξη ‘queer’ ξεκίνησε ως βρισιά (άμεση μετάφραση “αλλόκοτος”, “περίεργος”, “ανώμαλος”) αλλά το νόημά της άλλαξε όταν διεκδικήθηκε η χρήση της από την ευρύτερη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Η λέξη πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους σε όλο το φάσμα της σεξουαλικότητας και έμφυλης έκφρασης, πλην των ετεροκανονικών ανθρώπων. Ο όρος περικλείει transgender άτομα, gay άτομα, λεσβίες, intersex κλπ. Ο όρος έχει μεγάλο πολιτικό βάθος καθώς ερμηνεύεται ως μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων με χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν από την ηγεμονική κανονικότητα της κοινωνίας / κουλτούρας στην οποίαν ζουν. 

Questioning: Συνοπτικά, οι πολιτισµικές αντιλήψεις για τα φύλα συνυφαίνονται σε μεγάλο βαθµό µε αυτές για τη σεξουαλικότητα. Σε ένα πολύ μεγάλο βαθµό βιώνουµε τη σεξουαλικότητά µας ως µια αυστηρά ατοµική και ιδιωτική πτυχή της ζωής µας. Διαδικασία μετάβασης, αναφέρεται σε άτομα τα οποία δεν είναι σίγουρα, ακόμη ψάχνονται και δεν θέλουν να βάλουν ταμπέλα ή να αυτοπροσδιοριστούν ως κάτι.

 

 

ΟΡΟΙ Σ-Ω

Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

  

……………………………………………………………..

 

 

Ρατσισμός: το σύστημα εξουσιών που δομεί κοινωνικές ανισότητες σε βάρος μη-λευκών ανθρώπων. Ο όρος αφορά μόνο στις συστημικές ανισότητες βάσει της φυλής και δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται για άλλες περιπτώσεις (π.χ. είναι λάθος να λέμε, «ρατσισμός απέναντι στις γυναίκες» και σωστό, «σεξισμός» ή  «μισογυνισμός»).

Σαδισμός (Sadism): Σεξουαλική παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που επιβάλλεται στον άλλο. Η ψυχανάλυση επεκτείνει την έννοια του σαδισμού σε πιο συγκαλυμμένες εκδηλώσεις, παιδικές ιδιαίτερα, και θεωρώντας την ως μία από τις θεμελιακές συνιστώσες της ενορμητικής ζωής. (Βλ Παθολογικά διεστραμμένος και Παραφυλία)

Sex-positive φεμινισμός: Μια έκφραση του φεμινισμού όπου η σεξουαλική ελευθερία των γυναικών αντιμετωπίζεται ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα του κινήματος. Οι φεμινιστ@ς αυτ@ αντιτίθενται ιδιαίτερα στη θέαση της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα από πατριαρχική σκοπιά μιας και, ιστορικά, ο ορισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας δίνεται από άντρες και ελέγχεται και περιορίζεται ώστε να ικανοποιεί πατριαρχικές, ανδροκεντρικές ανάγκες.

Σεξισμός (sexism): Το σύνολο των αντιλήψεων, στάσεων και πρακτικών, με βάση τις οποίες θεσμοθετείται η κοινωνική ανισότητα εις βάρος του ενός φύλου, καθώς και η μεροληπτική αντιμετώπισή του. Στις δυτικές κοινωνίες, όπου η θεσμική κυριαρχία ανήκει στην κατηγορία των ανδρών, τα βασικά θύματα του σεξισμού είναι οι γυναίκες, οι οποίες -ως κοινωνική ομάδα - θεωρούνται υποδεέστερες των ανδρών, με συνέπεια να καταπιέζονται και να αποτελούν αντικείμενα συστηματικής εκμετάλλευσης από αυτούς. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γυναίκες και οι άνδρες δεν αποτελούν ομοιογενείς κοινωνικές ομάδες, με συνέπεια, να μην κυριαρχούν όλοι οι άνδρες πάνω σε όλες τις γυναίκες. Ο σεξισμός αποτελεί ιδεολογικό εργαλείο υπεράσπισης και διατήρησης της έμφυλης ασυμμετρίας, ερμηνεύοντας και δικαιολογώντας ως «φυσικές» πολλές κοινωνικές πρακτικές.

 

ΣΜΝ (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα):  Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα

 

Σεξουαλικός προσανατολισμός: Η ερωτική/σεξουαλική ή συναισθηματική έλξη ή ο συνδυασμός αυτών για το αντίθετο φύλο, το ίδιο φύλο, όλα τα φύλα ή κανένα. Ο ετεροφυλόφιλος και ο ομοφυλόφιλος, για παράδειγμα, είναι οι δύο πιο γνωστοί σεξουαλικοί προσανατολισμοί. Και ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι φάσμα μάλλον, παρά δίπολο. Δηλαδή, ένα άτομο που δεν είναι ετεροφυλόφιλο δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι ομοφυλόφιλο. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις των δύο αυτών χαρακτηριστικών –του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου δηλαδή– αλλά και πολλοί διαφορετικοί συνδυασμοί και στην πραγματικότητα υπάρχουν τόσες συνδυασμοί και αποχρώσεις όσοι και άνθρωποι.

 

Σεξουαλική συμπεριφορά: Ο σεξουαλικός προσανατολισμός οδηγεί στη σεξουαλική συμπεριφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ουσιαστικά είναι η εφαρμογή στην πράξη του σεξουαλικού προσανατολισμού που έχει ένα άτομο. Αν, δηλαδή, ο σεξουαλικός μου προσανατολισμός είναι πανσεξουαλικός, η σεξουαλική μου συμπεριφορά είναι ότι κάνω σεξ με άτομα οποιουδήποτε φύλου και το ενδιαφέρον αυτό για όλα τα φύλα δεν μου δημιουργεί ποτέ σύγχυση.

 

Σεξουαλική ταυτότητα: Οι τρόποι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζει κάποι@ την ταυτότητα που πηγάζει από τη σεξουαλική τ@ επιθυμία (εδώ περιλαμβάνονται όροι όπως στρέιτ, γκέι, λεσβία, πανσεξουαλικ@, ασέξουαλ κ.α.).

 

Sexting: Ο διαμοιρασμός εικόνων και κειμένου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων.                                                                                                                   

 

Slut shaming: Η ταπείνωση μιας γυναίκας της οποίας η σεξουαλικότητα δεν ακολουθεί το στενό πατριαρχικό μοντέλο. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαπόμπευσης είναι ότι στα μάτια κάποιου κόσμου, η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας (ή / και τα ρούχα που φοράει) μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αίτιο μιας επίθεσης. Αρκετός κόσμος πιστεύει ακόμη πως στην περίπτωση π.χ. ενός βιασμού παίζει ρόλο τι έκανε ή τι φορούσε το θύμα ενώ το μόνο πράγμα που παίζει ρόλο είναι οι πράξεις του βιαστή. 

 

Στερεότυπα φύλου: Υπάρχουν πολλά κοινωνικά στερεότυπα: άλλα βασίζονται στην ηλικία, άλλα στη φυλή, ή στην κοινωνική τάξη, στη θρησκεία, το βάρος κλπ. Τα στερεότυπα φύλου όμως, έχουν την ιδιομορφία ότι χωρίζουν το  πληθυσμό σε δυο ομάδες: όλα τα άτομα κατηγοριοποιούνται είτε ως άνδρες είτε ως γυναίκες. 

Είναι κοινωνικές αντιλήψεις σύµφωνα µε τις οποίες ορισμένα προτερήματα, μειονεκτήματα, μορφές συμπεριφοράς αποδίδονται στα άτοµα ανάλογα µε το αν αυτά τα τελευταία είναι άνδρες ή γυναίκες, αγνοώντας ή παραβλέποντας τις ατοµικές τους διαφορές και ιδιαιτερότητες. 

 

Σύμπλεγμα Ευνουχισμού (Castration complex): Ο ευνουχισμός είναι το κομμάτι που αφαιρείται συμβολικά από το σώμα για να ρυθμιστεί η απόλαυση. Ο ευνουχισμός εισάγει μια απώλεια απόλαυσης, ένα μείον απόλαυσης, καθώς προϋπόθεση της ύπαρξης μιας κοινωνίας είναι η ρύθμιση των δυνατοτήτων απόλαυσης του σώματος. Γι’ αυτό η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι εξ αρχής τραυματική καθώς δεν μας είναι εύκολο να απαρνηθούμε τις πρωτογενείς επιθυμίες μας. Η απογοήτευση, η οργή, το άγχος, η «πρωτόγονη» θλίψη που συνοδεύουν αυτές τις απώλειες αφήνουν τα ίχνη τους, άλλοτε καλά μεταμφιεσμένα κι άλλοτε πιο εμφανή και ευδιάκριτα μέσα μας. (Βλ. Ασυνείδητο και Απώθηση)

 

Σώμα / Φύλο: Χρησιμοποιούμε τους όρους αυτούς για ν’ αντικαταστήσουμε τους  «Βιολογικό φύλο (Sex)» / «Κοινωνικό φύλο (Gender)». Αντ’ αυτών μιλάμε για «Σώμα» περιγράφοντας τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου και «Φύλο» για να περιγράψουμε το σύνολο των κοινωνικά δομημένων χαρακτηριστικών, δηλαδή της κοινωνικής κατασκευής του φύλου. 

 

Ταυτότητα φύλου ή Έμφυλη ταυτότητα: Οι τρόποι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζεται κά-ποι@ σε σχέση με το φύλο τ@ και την έκφραση του φύλου αυτού (όροι όπως cis γυναίκα, cis άντρας, trans γυναίκα, trans άντρας, genderqueer, gender neutral, gender fluid κ.α). Η έννοια της ταυτότητας είναι έννοια ψυχολογική. Σημαίνει το σύνολο των στοιχείων εκείνων που προσδίδει στο άτομο την αίσθηση και την αντίληψη ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συμπεριφορές, συναισθήματα, ρόλους. Οι ταυτότητες φύλου διαμορφώνονται νωρίς στη ζωή του παιδιού, σε μια φάση κατά την οποία το παιδί συνειδητοποιεί τις διαφορές των φύλων και κατατάσσει τον εαυτό του στη μια ή την άλλη κατηγορία. Επομένως, η ταυτότητα φύλου βασίζεται στα ανατοµικά χαρακτηριστικά του φύλου (βιολογικό φύλο – sex) και στα κοινωνικά χαρακτηριστικά (κοινωνικό φύλο - gender), τα οποία αποδίδονται σε άνδρες και γυναίκες από το εκάστοτε κοινωνικό περιβάλλον (∆εληγιάννη, 2002-2003) μέσω των επιδράσεων των «σημαντικών άλλων», όπως είναι οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι φίλοι. Έ,  ί  ά   ό   ό  ύ ί  έ  ά  έ ό  ί     έ    έ  ό    ό ί  ί   ώ, ό    ύ  έ  έ  ύ.  (Βλ και Επιτελεστικότητα)

 

Sexting:  Ο διαμοιρασμός εικόνων και κειμένου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων. 

 

ΣΜΝ (Σεξουαλικά  Μεταδιδόμενα  Νοσήματα): Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα. Στην αγγλική γλώσσα, STD sexually transmitted diseases.

 

Spectrum: Βλ. Φάσμα φύλου/ και ταυτότητας

 

Trans: Το trans σημαίνει “από την άλλη μεριά”. Άτομα των οποίων το φύλο (η έμφυλη ταυτότητα) και το σώμα δεν «συνάδουν». Γενικός όρος που αποφεύγει παθολογικοποιημένες έννοιες, όπως τρανσέξουαλ, και περιλαμβάνει άτομα απ' όλο το φάσμα εκείνων που δεν συμφωνούν με το υπάρχον δίπολο «άντρας / γυναίκα», δηλαδή τρανσέξουαλ, transgender, ανδρόγυνα (androgynes), ουδετερόφιλα (neutrois), bigendered κ.α.

Τα τρανς άτομα, εξ αιτίας της ταυτότητας του φύλου τους, η οποία από το υπόλοιπο περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως παράβαση, αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό, τις αρνητικές προκαταλήψεις και την υποτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ως «μη αυθεντικές». (Βλ. και Cis)

 

Trans*: Η χρήση του trans* με τον αστερίσκο γίνεται για να εννοηθούν όλοι οι σχετικοί όροι που χρησιμοποιούνται από την τρανς κοινότητα (transgender, transsexual κ.ο.κ.). 

 

Transsexual (διεμφυλικός - transgender): Ο όρος transgender είναι ορθότερος και όχι τόσο φορτισμένος όπως ο «τρανσέξουαλ» ή ο «τραβεστί» και περιγράφει τα άτομα που έχουν ένα ανατομικό φύλο αλλά είναι πεπεισμένα ότι ανήκουν σε άλλο φύλο. Ορισμένα από αυτά είναι διατεθειμένα να προχωρήσουν σε χειρουργικές και ορμονικές παρεμβάσεις, προκειμένου να διεκδικήσουν την «αληθινή» τους αντιστοίχιση.

 

Φαντασίωση (fantasy ή phantasy): Φανταστικό σενάριο, στην πλοκή του οποίου το άτομο είναι παρόν. Απεικονίζει, με λίγο έως πολύ παραμορφωμένο από τις αμυντικές διεργασίες τρόπο, την εκπλήρωση επιθυμιών οι οποίες είναι, σε τελευταία ανάλυση, ασυνείδητες. Η φαντασίωση απαντάται σε ποικίλες μορφές: πρωταρχικές φαντασιώσεις, συνειδητές φαντασιώσεις ή ονειροπολήσεις, ασυνείδητες φαντασιώσεις που αποτελούν τη λανθάνουσα υποδομή έκδηλων περιεχομένων.

 

Φάσμα φύλου και ταυτότητας (Gender/Sexuality Spectrum): Η έννοια του  έμφυλου έχει περιοριστεί δραματικά στο δίπολο άνδρας- γυναίκα, ενώ η έμφυλη ταυτότητα  μπορεί να δημιουργείται και να τοποθετείται μέσα σε  ένα ευρύ φάσμα ορισμών του φύλο (spectrum)

 

Φετιχισμός (Fetichism): Στον φετιχισμό η χρήση άψυχων αντικειμένων (φετίχ) αποτελεί την επανειλημμένα προτιμούμενη ή αποκλειστική μέθοδο για την επίτευξη σεξουαλικής διέγερσης. Υπάρχουν δύο κύριες μορφές φετιχισμού: ο φετιχισμός κατάτον οποίο το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος, όπως τα μαλλιά, τα πόδια, κλπ, και ο φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως τα παπούτσια, τα γάντια, κλπ. Όταν το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος είναι δύσκολο να ανιχνευθεί, αφού το άτομο απλώς βρίσκει ελκυστικό ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος. Η πιο καθαρή μορφή φετιχισμού παρουσιάζεται όταν το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο. Τυπικά, το αντικείμενο του φετιχισμού είναι κάτι που είναι στενά συνδεδεμένο με το σώμα και συνήθως είναι αντικείμενο που χρησιμοποιείται από κάποιο άλλο άτομο, όπως τα εσώρουχα.

 

Φοβικότητα και χρήση των όρων με κατάληξη σε «-φοβία»: Όταν χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους, δεν εννοούμε πως κανείς φοβάται τους ομοφυλόφιλους / τρανς / χοντρούς κ.ο.κ. Το καταληκτικό αυτό χρησιμοποιείται σ’ αυτές τις λέξεις για να υποδηλώσει συμπεριφορά μη-ανεκτικότητας ή και διακρίσεων και επιθετικότητας προς τα άτομα της ομάδας που περιγράφει ο όρος. (Π.χ. Ομοφοβία=διακρίσεις βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού, Τρανσφοβία=διακρίσεις βάσει ταυτότητας φύλου, Χοντροφοβία=διακρίσεις βάσει βάρους κ.ο.κ.)  (βλ. και Ομοφοβία)

 

 

 

 

ΟΡΟΙ Α-Δ

Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

 

……………………………………………………………..

 

 

Αιμομιξία/Απαγόρευση της αιμομιξίας: Όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η απαγόρευση, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο το λόγο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις. («Για τη μοναξιά», Φρ. Ντολτό)

 

Αλεξιθυμία (alexithymia): Χαρακτηριστικό γνώρισμα των χρηστικών ασθενών που δεν βρίσκουν λέξεις για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Οι αλεξιθυμικοί εμφανίζουν απουσία φαντασιώσεων, ονειρεύονται σπάνια, κάνουν χρηστική περιγραφή της καθημερινότητάς τους, των φυσικών συμπτωμάτων τους, είναι ευερέθιστοι, ανήσυχοι και έχουν έντονη την αίσθηση του κενού, τάση προς την παρορμητικότητα και πέρασμα στην πράξη. Οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι φτωχές, με τάση στην εξάρτηση ή στη μοναξιά. Αν και απουσιάζουν από την ψυχική τους πραγματικότητα, οι αλεξιθυμικοί λειτουργούν επαρκώς στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή κι έτσι εμφανίζουν μια κατ’ επίφαση φυσιολογικότητα. Στην καθημερινότητα γίνεται ό,τι οφείλει να γίνεται, πρόκειται δηλαδή για μια μηχανική, χρηστική συμπεριφορά. Ο P. Marty επισημαίνει ότι το ασυνείδητο «λαμβάνει αλλά δεν εκπέμπει». Η κινητικότητα αυτή απελευθερώνει την ενέργεια η οποία αλλιώς θα μετατρεπόταν σε διάχυτο άγχος ή νοσογόνες διεγέρσεις. Αποτελεί δηλαδή ένα είδος αυτό-ηρεμιστικής διαδικασίας που εξασφαλίζει την προστασία του Εγώ απέναντι σε κινδύνους που απειλούν την ακεραιότητά του. Το σώμα κινείται διαρκώς ενώ η ψυχή έχει παγώσει. Συχνά η εξαφάνιση των αυτό-ηρεμιστικών διαδικασιών συνοδεύεται από την εκδήλωση σωματικής ασθένειας. 

(Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Ψυχοσωματικά παράδοξα, Ψυχαναλυτική προσέγγιση των σωματικών νοσημάτων», του Claude Smadja, εκδ. Μετά)

 

Αλλοερωτισμός (allo-erotism) : Όρος που χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τον αυτοερωτισμό, δηλαδή σεξουαλική δραστηριότητα που επιτυγχάνει την ικανοποίησή της χάρη σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.

 

Αμνησία παιδική (infatile amnesia): Η αμνησία που συνήθως επικαλύπτει τα πρώτα χρόνια ζωής. Ο Φρόυντ θεωρεί ότι δεν οφείλεται σε κάποια λειτουργική ανικανότητα του μικρού παιδιού να απομνημονεύσει τις εντυπώσεις του, αλλά προκύπτει από την απώθηση της παιδικής σεξουαλικότητα και επεκτείνεται στο σύνολο των συμβάντων της παιδικής ηλικίας. Το χρονικό όριό της επεκτείνεται μέχρι το τέλος του οιδιπόδειου και την αρχή της λανθάνουσας περιόδου.

 

Αμφι (Bi)/ Παν (Pan): Οι σύγχρονες προσεγγίσεις των έμφυλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων τίθενται ενάντια στην περιορισμένη αντίληψή τους ως δίπολο (βλ. Δίπολο των φύλων & Φάσμα φύλου και ταυτότητας). Έτσι, ο όρος

Αμφισεξουαλικ@ (Bisexual) που χρησιμοποιείται ιστορικά για να περιγράψει άτομα που έχουν σεξουαλικές σχέσεις «με άντρες και γυναίκες» ή με δύο από τα φύλα, γίνεται Πανσεξουαλικ@ (Pansexual), για να περιληφθούν όλες οι έννοιες του φύλου που υπάρχουν και Πολυσέξουαλικ@  (Polysexual) για τα άτομα που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με πολλές κατηγορίες φύλων, αλλά όχι όλες, όπως τα Πανσεξουαλικ@.

 

Αμφισεξουαλικότητα ή αμφιφυλία (Bisexuality): H αμφιφυλοφιλία ή αμφισεξουαλικότητα αναφέρεται σε άτομα και των δύο φύλων τα οποία ελκύονται ερωτικά από άτομα των δύο φύλων ή των δύο από τα φύλα, αποτελεί δηλαδή Σεξουαλικό προσανατολισμό (βλ το σχετικό λήμμα). Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τα αμφιφυλόφιλα άτομα συχνά αποκαλούνται με τον αγγλικό προσδιορισμό του όρου, bisexual (αμφιφυλόφιλος). Τα αμφισεξουαλικά άτομα αποτελούν μέρος της ομάδας ΛΟΑΤ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα). Η αμφιφυλοφιλία εμφανίζεται από τα αρχαία χρόνια, π.χ. στην Αρχαία Ελλάδα σπάνια οι άντρες παρουσιάζονται αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι. Παρόλα αυτά η έννοια (όπως και οι έννοιες ομοφυλοφιλία και ετεροφυλοφιλία) εμφανίστηκαν μετά το 19ο αιώνα.

 

Αναπαραγωγικό σύστημα: 1 Αναπαραγωγικό σύστημα του ανθρώπου

 

Αντικείμενο: (Ψυχαναλυτικός όρος) Αυτό που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της.

 

Απώλεια του αντικειμένου: Kατά την έναρξη της ψυχικής ζωής, θεωρήθηκε πως υπάρχει μια φάση συγχώνευσης ανάμεσα στο παιδί και το πρωτογενές αντικείμενό του, στα πλαίσια της τριαδικής δομής (εκ των υστέρων) του οιδιπόδειου συμπλέγματος, συγχώνευση από την οποία θα αναδυθεί σταδιακά μια εξατομίκευση και μια διαμορφοποίηση υποκειμένου-αντικειμένου. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής λαμβάνει χώρα το συμβάν της απώλειας του αντικειμένου, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα ίχνη αυτού του συμβάντος θα μπορούσαν εκ των υστέρων να αναζωπυρωθούν, είτε στις ουλές του χαρακτήρα είτε με τρόπο παλινδρομικό, μέσα από γεγονότα που προκαλούν αποδιοργάνωση, στην ενήλικη ζωή. Αν αυτό το πρωτογενές συμβάν πράγματι έλαβε χώρα, αυτό σημαίνει ότι προκάλεσε κάτι σαν κάταγμα στο εσωτερικό του ευάλωτου και ανώριμου ψυχικού ιστού του μικρού παιδιού. Κατά τη φάση αυτή που το παιδί βρίσκεται σε μια αυτοερωτική σεξουαλικότητα και δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στην ενορμητική ικανοποίηση και το αντιλαμβανόμενο αντικείμενο, οι επιπτώσεις που έχει η απόσυρση του μητρικού αντικειμένου στην ψυχοσωματική ενότητα του παιδιού είναι ολέθριες: κατά τη φάση αυτή, οποιαδήποτε απώλεια αντικειμένου αντιστοιχεί σε μια απώλεια του εαυτού, δηλαδή σε μια ναρκισσιστική απώλεια. 

 

Απώθηση: Είναι ο βασικός και πρωταρχικός αμυντικός μηχανισμός που βρίσκεται κάτω από όλους τους άλλους μηχανισμούς. Μοιάζει με ξέχασμα, γιατί η λειτουργία του είναι να ωθεί μη αποδεκτά ψυχικά στοιχεία - ιδέες, φαντασίες, συναισθήματα ή ενορμήσεις - στο ασυνείδητο και ενεργητικά να τα κρατά μακριά από την ενημερότητα και επίγνωση του ατόμου. Άλλοι αμυντικοί μηχανισμοί όπως η μετατροπή (στη διαταραχή μετατροπής), η μετάθεση (στις φοβίες) κτλ. μπορεί να κινητοποιηθούν σε δεύτερο επίπεδο, για να συμπληρώσουν ή να ενισχύσουν την απώθηση, που είναι όμως ο πρωταρχικός μηχανισμός των διαταραχών αυτών. 

 

Αρχή της Ηδονής (Pleasure principle, principe de plaisir): Η πρωτογενής ώθηση για εκπλήρωση της επιθυμίας στον άνθρωπο, η οποία συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη συνειδητή πλευρά του μυαλού μας που έχει ενσωματώσει τις απαγορεύσεις των γονέων και της κοινωνίας. 

 

Ασέξουαλ (Asexual): Άτομα, (άνδρες, γυναίκα, transgender κλπ) τα οποία δεν έλκονται σεξουαλικά από άλλα άτομα είτε αυτά αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, γυναίκες, transgender κ.λπ. είτε όχι. Άτομα δηλαδή, τα οποία δεν έχουν την διάθεση να κάνουν σεξ. Υπάρχει ένα site, το AVEN, με 50.000 μέλη και με σήμα ένα ανάποδο τρίγωνο και το βιβλίο "Understanding Asexuality", του καθηγητή Ψυχολογίας Άντονι Μπόγκαρτ, ο οποίος πιστεύει ότι δεν είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε την ασεξουαλικότητα ως παθολογικό φαινόμενο. "Όταν κάποιος είναι ασεξουαλικός και νιώθει εντάξει με αυτό ή δεν υποφέρει, δεν θα πρέπει να τον θεωρούμε προβληματικό". Η έρευνά του καταδεικνύει ότι το 1% του πληθυσμού είναι ασεξουαλικοί.

 

Ασυνείδητο (unconscious): Ως επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το σύνολο των περιεχομένων που δεν είναι παρόντα στο ενεστώς πεδίο της συνείδησης. 

Με την «τοπική» έννοια, το ασυνείδητο συγκροτείται, κατά τον Φρόυντ, από απωθημένα περιεχόμενα για τα οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή η πρόσβαση στο συνειδητό, λόγω της δράσης της απώθησης. Οι επιθυμίες της παιδικής ηλικίας είναι κυρίως εκείνες που υφίστανται καθήλωση στο ασυνείδητο. Τα περιεχόμενά του ασυνειδήτου τείνουν προς μια επιστροφή στη συνείδηση και στην πράξη μέσω συμβιβαστικών σχηματισμών και αφού υποστούν προηγουμένως τις παραμορφώσεις της λογοκρισίας.

Η επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών μας δεν μας οδηγεί στην απώθηση, αλλά μας καθιστά ικανούς να συλλογιστούμε πάνω σ’ αυτές και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να πραγματοποιήσουμε ή όχι διάφορες επιθυμίες μας, προωθεί δηλαδή την αυτονομία του υποκειμένου που θέτει τους δικούς του νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που ζει σε μια κοινωνία που του επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. 

Αν το ασυνείδητο αποτελεί μια πτυχή του τρόπου που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τότε ο αποκλεισμός του επιτείνει το αίσθημα μοναξιάς, αφού το υποκείμενο χάνει ένα βασικό στήριγμα. 

 

Ασφαλής χώρος (Safe space): Έτσι ονομάζεται οποιοσδήποτε χώρος (πραγματικός ή διαδικτυακός) όπου ως προτεραιότητα ορίζεται η σωματική, ψυχολογική και συναισθηματική ασφάλεια μιας ομάδας ανθρώπων κι έτσι δεν γίνονται δεκτά σχόλια ή συμπεριφορές που σκοπό έχουν να βλάψουν την ομάδα αυτή.

 

Αυτοερωτισμός (auto-erotism): Με την ευρεία έννοια, χαρακτηρίζει σεξουαλικές συμπεριφορές με τις οποίες το υποκείμενο εξασφαλίζει ικανοποίηση καταφεύγοντας στο ίδιο του το σώμα, χωρίς δηλαδή εξωτερικό αντικείμενο. Με την έννοια αυτή ο αυνανισμός θεωρείται αυτοερωτική συμπεριφορά. 

 

Αυτονομία: σημαίνει θέτω τους δικούς μου νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που μεγάλωσα σε μια συγκεκριμένη  οικογένεια και παρόλο που ζω σε μια κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. 

 

Βιολογικό φύλο (Sex): με το οποίο κάποια/ος γεννιέται ως γυναίκα ή ως άνδρας

 

Body positivity: η έκφραση/νοοτροπία πως όλα τα σώματα είναι ωραία.

 

Body positive movement: κίνημα για τη θετική αντιμετώπιση όλων των σωμάτων.

 

BDSM:Συντομογραφία των Bondage/Discipline/Sadism/Masochism (Δεσμά/Πειθαρχία/Σαδισμός/Μαζοχισμός)

Η βασική αρχή για όλα τα παιχνίδια του BDSM είναι το SSC: Safe (Ασφάλεια), Sane (Λογική), Consensual (Συναίνεση).

 

Buggery: Σημαίνει ταυτόχρονα σοδομισμός, κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, παιδεραστία.

 

Butch (ή boi): Προφέρεται <Μπούτs> και αναφέρεται στις λεσβίες που υιοθετούν ένα πιο αρσενικό στυλ ντυσίματος και εμφάνισης. Συνήθως κοντά μαλλιά, εννοείται παντελόνια, ενίοτε πουκάμισα και φυσικά καθόλου βάψιμο ή κοσμήματα. Αναφέρεται στη διάκριση ανάμεσα σε αρρενωπή/ενεργητική και femme, τη θηλυκή/παθητική γυναίκα στις λεσβιακές σχέσεις. 

 

Γονιμοποίηση:   1.4 Γονιμοποίηση 

 

Γεννητικό ανδρικό σύστημα :   1.1 Γεννητικό σύστημα του άνδρα

 

Γεννητικό γυναικείο σύστημα :   1.2 Γεννητικό σύστημα της γυναίκας

 

Γενετήσια αγάπη (genital love): Όρος που χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση για να δηλώσει εκείνη τη μορφή αγάπης στην οποία καταλήγει να φτάσει το υποκείμενο μέσα από την ολοκλήρωση της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης, πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο την είσοδο στο γενετήσιο στάδιο, αλλά και στην υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Πρόκειται για μια σύγκληση του αισθησιασμού με τη στοργή. «Με την εφηβεία, δίνεται ένας νέος σεξουαλικός σκοπός για την πραγματοποίηση του οποίου συνεργάζονται όλες οι μερικές ενορμήσεις, ενώ οι ερωτογενείς ζώνες υποτάσσονται στην πρωτοκαθεδρία της γεννητικής ζώνης». (S.Freud, Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

 

Cis: Το cis σημαίνει “από την ίδια μεριά”. Άτομα των οποίων το φύλο  και το σώμα «συνάδουν», ή καλύτερα, το τί φύλο εκφράζουν δεν πάει κόντρα στο τί φύλο πιστεύει η κοινωνία ότι πρέπει να εκφράζουν, με βάση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του σώματός τους, και αποδέχονται όλες τις εκφάνσεις του φύλου. Cis, είναι όρος που χρησιμοποιείται για να αποστιγματίσει τον όρο τρανς. Όταν παραδέχομαι ότι είμαι cis, σημαίνει ότι αποδέχομαι ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι cis, και συνεπώς δεν αποδίδω «φυσιολογικότητα» στη δική μου κατάσταση και απαξίωση στη δική τους.

 

Coitus interruptus: Διακεκομμένη συνουσία 

 

Coming out : Το «Coming out (...of the closet, είναι ολόκληρη η φράση) », είναι μια διεθνής έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πράξη της γνωστοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου από ένα ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI*) άτομο προς την οικογένειά του, τους φίλους του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρος εργασίας κτλ). Σαν έννοια, το coming out, η «έξοδος από την ντουλάπα», είναι μια εύστοχη μεταφορά που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση των «κρυφών» ΛΟΑΤΚΙ  (LGBTQI*)  ατόμων ανά τον κόσμο, και κυρίως τον πόνο και την καταπίεση που συνεπάγεται η συνεχής διαβίωση μέσα στο σκοτάδι και την (αμυντική) υποκρισία. (βλ. και Outing)

 

Cybersex: Σεξουαλικές εμπειρίες ή εικονικό σεξ που γίνεται μέσω του Διαδικτύου, για παράδειγμα, μια σεξουαλική συνομιλία με κάποιον/α.

 

Διαθεματικότητα (Intersectionality): Τα σημεία όπου ο φεμινισμός συναντά / τέμνει άλλα κοινωνικά ζητήματα, π.χ. φυλή, σεξουαλικότητα, φτώχεια, μετανάστευση κ.α. 

 

Διαστροφή (perversion): Βλ. Παραφιλία

 

Διαστροφικός παθολογικά: Παθολογικά διαστροφικός θα μπορούσε να θεωρηθεί κανείς αν επιβάλλει το δικό του σενάριο στον παρτενέρ, ο οποίος δεν το συμμερίζεται (βιασμός, ηδονοβλεψία), ή αν το επιβάλλει σε κάποιον που δεν είναι σε θέση να δηλώσει την επιθυμία του (διανοητικώς καθυστερημένοι, παιδιά, ζώα). Ο παθολογικά διαστροφικός δεν χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα παρά για να κάνει κακό, να δημιουργήσει αμφιθυμία η οποία, παίζοντας με το φύλο και το γένος, θα φέρει τον άλλον σε κατάσταση ανισορροπίας, θα τον εκθέσει, θα τον οδηγήσει στην απελπισία. Είναι το θέατρο της παρεξήγησης τραβηγμένο στα άκρα που διαλύει τον άλλον καταστρέφοντάς τον ως υποκείμενο. (Βλ. και  Παραφυλία)

 

Δίπολο των φύλων (Gender Binary): Η προσέγγιση των φύλων ως δίπολο, «ή-ή», περιορίζει το φύλο σε «άντρας» και «γυναίκα». Το τί είναι άντρας συχνά καθορί-ζεται σε σχέση με το τί είναι γυναίκα και αντιστρόφως, με σαφή ιεραρχικά χαρα-κτηριστικά «ανώτερου / κατώτερης». (βλ. και Φάσμα των φύλων)

 

Drag: Είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσία) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Πολλοί Drag Kings (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που πολιτισμικά συνδέουμε με το ανδρικό φύλο) και Drag Queens (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο) κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους. 

 

Dyke: Προφέρεται «Ντάικ» και είναι διαδεδομένοs όρος, συνώνυμος με τη λέξη λεσβία που χρησιμοποιείται όμως κυρίως μεταξύ των λεσβιών και όχι από straight. Η φράση dyke on a bike αναφέρεται στις μηχανόβιες και ποδηλατόβιες λεσβίες που έχουν ένα λίγο… πιο ανδροπρεπές στυλ. 

 

Περισσότερα Άρθρα...

  1. ΟΡΟΙ E-K