του Sigmund Freud. Μετάφραση, Βασιλική Νικολούδη, εκδόσεις Printa

 

Οι «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας», που γράφτηκε το 1905 αλλά ολοκληρώθηκε το 1924, μαζί με την «Ερμηνεία των ονείρων» είναι τα θεμελιώδη έργα της ψυχαναλυτικής θεωρίας και απαραίτητο ανάγνωσμα όσων ασχολούνται με το θέμα της σεξουαλικότητας. Όταν πρωτοδημοσιεύτηκε προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις: πολλοί γνωστοί του Freudδεν του μιλούσαν στο δρόμο και οι πολυάριθμοι εχθροί του χαρακτήρισαν το έργο αισχρό, ανήθικο και νοσηρό. «Ο Freud λοιδορείται, όχι επειδή αμφισβήτησε την παιδική αθωότητα, αλλά επειδή έδειξε ότι η επιστήμη, εν προκειμένω η βιολογία, η χριστιανική ηθική και η κοινή γνώμη απατώνταν στο θέμα της σεξουαλικότητας». (Η.Π. Νικολούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)

Το έργο περιέχει ένα νέο στοιχείο, τη libido, που θα επιτρέψει την ανακάλυψη μιας νέας «επιστημολογικής ηπείρου», αυτήν της ψυχανάλυσης, η οποία εξήγησε τις νευρώσεις βασιζόμενη στον σεξουαλικό παράγοντα (η αιτία όλων των νευρώσεων έγκειται στο σεξουαλικό απωθημένο) κι έτσι αναθεμελίωσε την ψυχολογία και την παραδοσιακή ψυχιατρική. Αναζήτησε τη σημασία τους στη σεξουαλική ενοχή και τελικά στην παιδική σεξουαλικότητα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Οι «Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας» εμβαθύνουν στο θέμα της σεξουαλικότητας και αποδεικνύουν ότι η αφετηρία της βρίσκεται στους πρώτους μήνες της ζωής και όχι στην αρχή της εφηβείας. Επίσης, μελετούν τις διάφορες «σεξουαλικές ανωμαλίες» αναιρώντας τον απόλυτο χαρακτήρα της ομαλότητας και της ανωμαλίας και τους μηχανισμούς μετάβασης από το παιδικό σεξουαλικό στάδιο σ’ εκείνο του ενήλικα και τις δυσκολίες που γνωρίζει αυτή η μετάβαση.

 

Παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο:

 

Αυτό που ονομάζουμε «χαρακτήρα» ενός ατόμου οικοδομείται σε μεγάλο βαθμό από το υλικό των σεξουαλικών ερεθισμών και συντίθεται από ένστικτα που έχουν παγιωθεί από την παιδική ηλικία, από κατασκευές που διεκπεραιώθηκαν μέσω της υπεροχοποίησης και από άλλες κατασκευές, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την αποτελεσματική καταστολή των διεστραμμένων παρορμήσεων που έχουν αναγνωριστεί ως μη χρησιμοποιήσιμες. Η πολυτρόπως διεστραμμένη σεξουαλική προδιάθεση της παιδικής ηλικίας μπορεί, σύμφωνα με αυτά, να θεωρηθεί ως η πηγή πολλών αρετών μας, στο μέτρο που αυτή μέσω του μηχανισμού αντίδρασης διεγείρει την ανάπτυξή τους. Έτσι, η ισχυρογνωμοσύνη, η φειδώ και η ευταξία προκύπτουν από μια δραστηριοποίηση του πρωκτικού ερωτισμού, καθώς η φιλοδοξία καθορίζεται από μια ισχυρή ουρηθρο-ερωτική προδιάθεση. Η επίταση της επιμονής μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα μιας ιδιαιτέρως έντονης σωματικής εκδήλωσης της σεξουαλικότητας κατά τα πρώτα χρόνια.

 

Ένστικτο θα μπορούσαμε να εννοήσουμε την ψυχική αντιπροσώπευση μιας σε συνεχή ροή ενδοσωματικής πηγής ερεθισμού.

Όλοι οι παράγοντες που δυσχεραίνουν τη σεξουαλική ανάπτυξη εκφράζουν την επίδρασή τους με την έννοια ότι προκαλούν μια αναγωγή, μια επιστροφή σε μια προηγούμενη φάση ανάπτυξης..

 

 

Οι νευρωσικοί έχουν παραμείνει στο νηπιακό στάδιο της σεξουαλικότητάς τους ή επανέρχονται στο στάδιο αυτό.

 

Η βρεφονηπιακή σεξουαλικότητα συνδέεται στενά στην αρχή με μία από τις ζωτικές σωματικές λειτουργίες, δεν γνωρίζει ακόμα κανένα σεξουαλικό αντικείμενο, είναι αυτο-ερωτική, και ο σεξουαλικός της σκοπός κυριαρχείται από μια ερωτογόνο ζώνη.

 

Οι παιδικές σεξουαλικές αναζητήσεις πραγματοποιούνται πάντοτε στη μοναξιά. Αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση μιας ανεξάρτητης στάσης στον κόσμο, και συνεπάγονται μια μεγάλη αποξένωση του παιδιού από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, οι οποίοι προηγουμένως απολάμβαναν πλήρους εκ μέρους τους εμπιστοσύνης.

 

Η κούνια, το πέταγμα στον αέρα και το ταρακούνημα κατά τα σιδηροδρομικά ή οδικά ταξίδια (τα αγόρια συχνά θέλουν να γίνουν μηχανοδηγοί, οδηγοί γενικά) προκαλούν ηδονή των αισθήσεων από την κίνηση.

 

Η επιλογή αντικειμένου της εφηβικής περιόδου είναι υποχρεωμένη να απαλλαγεί από τα αντικείμενα της παιδικής ηλικίας και να αρχίσει εκ νέου ως «αισθησιακό ρεύμα». Η μη σύμπτωση των δύο αυτών ρευμάτων έχει συχνά ως αποτέλεσμα το ότι ένα από τα ιδεώδη της σεξουαλικής ζωής, η συγκέντρωση όλων των επιθυμιών πάνω σε ένα μοναδικό αντικείμενο, θα είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί.

 

Η τελική σεξουαλική στάση ενός ατόμου δεν αποφασίζεται παρά μετά την εφηβεία και είναι το αποτέλεσμα πολυάριθμων παραγόντων, οι οποίοι δεν είναι όλοι γνωστοί. Κάποιοι είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσεως άλλοι όμως είναι τυχαίοι. Αναμφισβήτητα, μερικοί από τους παράγοντες αυτούς μπορεί να έχουν τόση βαρύτητα ώστε να επηρεάζουν το αποτέλεσμα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Γενικά όμως, η πολλαπλότητα των καθοριστικών παραγόντων αντανακλάται στην ποικιλία των έκδηλων σεξουαλικών στάσεων μέσα από τις οποίες βρίσκουν την έκφρασή τους στην ανθρωπότητα….

 

Οι διαφορές στα τελικά προϊόντα μπορεί να είναι ποιοτικής φύσεως, αλλά η ανάλυση δείχνει ότι οι διαφορές ανάμεσα στους καθοριστικούς παράγοντες είναι μόνο ποσοτικές.

 

Η ψυχαναλυτική έρευνα διαπίστωσε ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να κάνουν μια ομοφυλόφιλη επιλογή αντικειμένου, και έχουν πράγματι κάνει στο ασυνείδητό τους.

 

Η ψυχική αξία που προσδίδουμε στο σεξουαλικό αντικείμενο, το οποίο αποτελεί τον στόχο του σεξουαλικού ενστίκτου, πολύ σπάνια περιορίζεται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Η εκτίμηση επεκτείνεται σε ολόκληρο το σώμα του σεξουαλικού αντικειμένου και τείνει να συμπεριλάβει κάθε αισθησιασμό που απορρέει από αυτό. Η ίδια υπερεκτίμηση επεκτείνεται και στην ψυχολογική σφαίρα: το υποκείμενο παθαίνει κάτι σαν διανοητική τύφλωση (δηλαδή εξασθενεί η κριτική του ικανότητα) ως προς τις ψυχικές επιδόσεις και τελειότητες του σεξουαλικού αντικειμένου και υποτάσσεται στις κρίσεις του τελευταίου με ευπιστία. Έτσι η ευπιστία του έρωτα γίνεται μια σημαντική, αν όχι η πιο θεμελιώδης πηγή εξουσίας.

 

Φαίνεται πως κάθε υγιές άτομο μπορεί να προσθέσει στον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό κάτι τι που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως διεστραμμένο και η γενική ισχύς αυτής της ανακάλυψης είναι από μόνη της αρκετή για να δείξει το πόσο απρόσφορη είναι η χρήση του όρου διαστροφή ως όρου μομφής.

 

Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις αυτές που δρουν σαν φραγμοί πάνω στη σεξουαλική ανάπτυξη – η αηδία, η ντροπή και η ηθικότητα – πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως ιστορικά κατάλοιπα των εξωτερικών αναστολών στις οποίες υποβλήθηκε το σεξουαλικό ένστικτο κατά τη διάρκεια της ψυχογένεσής του ανθρώπινου είδους. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται την κατάλληλη στιγμή, κατά την ανάπτυξη των ατόμων, σαν να εμφανίζονται αυτόματα, όταν η ανατροπή και η εξωτερική επίδραση δώσουν το σύνθημα.

 

Το πρόβλημα είναι το πώς γίνεται η ηδονή που αισθάνεται κάποιος να γεννά την ανάγκη για μεγαλύτερη ηδονή.

 

Στα ανθρώπινα όντα γνήσια αρρενωπότητα ή θηλυκότητα δεν ανευρίσκεται ούτε με την ψυχολογική, ούτε με τη βιολογική έννοια. Αντίθετα, κάθε άτομο παρουσιάζει μια μείξη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που ανήκουν στο δικό του και στο αντίθετο φύλο και παρουσιάζει ένα συνδυασμό ενεργητικότητας και παθητικότητας, είτε τα χαρακτηριστικά του αυτά γνωρίσματα αντιστοιχούν με τα βιολογικά, είτε όχι.

(Όλα τα ανθρώπινα άτομα, ως συνέπεια της αμφίφυλης σύστασης και της σταυρωτής κληρονομιάς, συνενώνουν εντός τους αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε ο καθαρός ανδρισμός και η καθαρή θηλυκότητα να παραμένουν θεωρητικές κατασκευές με περιεχόμενο που δεν είναι διασφαλισμένο).

 

Σε κάθε περίπτωση, η σεξουαλική πρόωρη ανάπτυξη κάνει πιο δύσκολο τον μετέπειτα επιθυμητό έλεγχο του σεξουαλικού ενστίκτου από τις ανώτερες ψυχικές δυνάμεις και αυξάνει την παρορμητική ικανότητα η οποία, ξέχωρα εντελώς από αυτό, χαρακτηρίζει τις ψυχικές παραστάσεις του ενστίκτου. Η σεξουαλική πρόωρη ανάπτυξη βαδίζει συχνά παράλληλα με την πρόωρη διανοητική ανάπτυξη. Με τη μορφή αυτή συναντάται στην ιστορία της παιδικής ηλικίας των πιο προικισμένων και δημιουργικών ατόμων…

 

Κατ’ ακολουθία της αντίστροφης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον πολιτισμό και την ελεύθερη ανάπτυξη της σεξουαλικότητας, σχέσης της οποίας οι συνέπειες μπορεί κανείς να ακολουθήσει μέχρι βαθιά μέσα στη δομή της ύπαρξής μας, η πορεία που ακολουθείται από το σεξουαλικό ένστικτο ενός παιδιού είναι ακριβώς τόσο ασήμαντη για τη μετέπειτα ζωή, εκεί όπου το πολιτισμικό ή κοινωνικό επίπεδο είναι σχετικά χαμηλό, όσο είναι σημαντική εκεί όπου το επίπεδο αυτό είναι σχετικά υψηλό.

 

Οι διάφοροι ψυχικοί παράγοντες μαζί με τυχόν βιωμένους ερεθισμούς της βρεφονηπιακής σεξουαλικότητας (κυρίως η αποπλάνηση από άλλα παιδιά ή από ενήλικες) παρέχουν το υλικό για ένα σεβαστό ποσοστό των αργότερα παρατηρούμενων παρεκκλίσεων από τη φυσιολογική σεξουαλική ζωή, τόσο στους νευρωσικούς όσο και στους διεστραμμένους.