Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

 

……………………………………………………………..

 

 

Εκ των υστέρων (differed action): Πρόκειται για μια μεταγενέστερη αναψηλάφηση εμπειριών, εντυπώσεων και μνημονικών ιχνών, που ευνοείται από τις νέες εμπειρίες ή από την προσέγγιση σε νέα επίπεδα ανάπτυξης. Το αναψηλαφώμενο υλικό αποκτά έτσι καινούργια σημασία και συγχρόνως νέα ικανότητα επηρεασμού του όλου ψυχισμού. Ο Φρόυντ τονίζει ευθύς εξ αρχής ότι το υποκείμενο δεν υφίσταται παθητικά, αλλά αντίθετα αναψηλαφεί τα γεγονότα του παρελθόντος, και ότι είναι αυτή ακριβώς η αναψηλάφηση που τους προσδίδει νόημα και ακόμη ψυχική αποτελεσματικότητα ή παθογενετική ισχύ.

«…εργάζομαι στην υπόθεση ότι ο ψυχισμός μας θεμελιώθηκε δια στρωματοποιήσεως: το υλικό που ενυπάρχει με τη μορφή μνημονικών ιχνών υφίσταται από καιρού εις καιρόν, κάτω από νέες συνθήκες, μια αναδιοργάνωση, μια επανεγγραφή». (Από γράμμα του Φρόυντ στον Φλάις, 1896)

 

Έμφυλη βία: Η έμφυλη βία έχει τις ρίζες της στις ιστορικά διαμορφωμένες άνισες σχέσεις, στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων. Εκφράζεται τόσο στην ιδιωτική σφαίρα (συζυγικοί βιασμοί, άσκηση σωματικής βίας από τον «σύντροφο», ψυχολογικός έλεγχος, εγκλήματα τιμής κ.λπ.) όσο και στη δημόσια (σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, επιθέσεις –σωματικές ή λεκτικές– στο δρόμο, συλλογικοί βιασμοί, εξαναγκασμός σε πορνεία).

Συχνά, οι δράστες περιστατικών έμφυλης βίας, αρνούνται τη βίαιη συμπεριφορά τους και προκειμένου να αποποιηθούν τις ευθύνες τους, κατηγορούν τους αποδέκτες της βίας («με προκάλεσε», «ξεκίνησε πρώτη» κ.α.) ή διάφορους εξωτερικούς παράγοντες (φίλους, οικογένεια) ως υπεύθυνους για τη συμπεριφορά τους και επικαλούνται αδυναμία ελέγχου των αντιδράσεών τους και απώλεια μνήμης κατά τη διάρκεια του βίαιου ξεσπάσματος («βγήκα από τα ρούχα μου», «θόλωσε το μυαλό μου» κ.α.). Και επίσης πολύ συχνά, το περιβάλλον με τη σχετικοποίηση της έμφυλης βίας και την ανοχή απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, ( «δεν έγινε κ τίποτα», «σε όλους συμβαίνει να χάσουμε τον έλεγχο») ουσιαστικά τη διαιωνίζει. (βλ. και Κουλτούρα του βιασμού)

 

Ενεργητικότητα – Παθητικότητα (activity - passivity): Ένα από τα θεμελιώδη ζεύγη αντιθέσεων της ψυχικής ζωής που προσδιορίζει ορισμένους τύπους ενορμητικών σκοπών. Από γενετική άποψη, η αντίθεση ενεργητικός – παθητικός θεωρείται η πρώτη σε σχέση με τις μεταγενέστερες αντιθέσεις στις οποίες ενσωματώνεται: φαλλικό – ευνουχισμένο και αρσενικό – θηλυκό.

 

Enchangistes: Γαλλικός νεολογισμός για τα ζευγάρια που ανταλλάσουν τους συζύγους τους. (βλ. και swinging)

 

Ενόρμηση (instinct ή drive): Δυναμική διαδικασία η οποία συνίσταται σε μια ώση (ενεργειακό φορτίο, παράγων κινητικότητας) που αναγκάζει τον οργανισμό να τείνει προς ένα σκοπό. Ο σκοπός της είναι να καταργήσει την ένταση που κυριαρχεί στην ενορμητική πηγή. Η ενόρμηση μπορεί να πετύχει το στόχο της μέσα στο αντικείμενο ή χάρη σ’ αυτό. (βλ. και Αντικείμενο)

 

Ενορμήσεις ζωής (life instincts/drives): Μεγάλη κατηγορία ενορμήσεων, η οποία αντιπαρατίθεται από τον Φρόυντ στις ενορμήσεις θανάτου. Οι ενορμήσεις ζωής προσπαθούν να συγκροτούν όλο και μεγαλύτερες ενότητες και να τις διατηρούν. Ορίζονται επίσης και με τον όρο Έρως και καλύπτουν όχι μόνο τις λεγόμενες σεξουαλικές ενορμήσεις, αλλά και τις ενορμήσεις αυτοσυντήρησης (λήψη τροφής κλπ). (Βλ. και Έρως)

 

Ενορμήσεις θανάτου (death instincts/drives): Μεγάλη κατηγορία ενορμήσεων, η οποία αντιπαρατίθεται από τον Φρόυντ στις ενορμήσεις ζωής. Τείνουν στην ολοκληρωτική μείωση των εντάσεων, δηλαδή στην επαναφορά του έμβιου όντος στην ανόργανη κατάσταση. Αρχικά είναι στραμμένες προς το εσωτερικό και τείνουν προς την αυτοκαταστροφή. Δευτερογενώς κατευθύνονται προς το εξωτερικό με τη μορφή της επιθετικής ενόρμησης ή της ενόρμησης καταστροφής.

 

Εξιδανίκευση (idealization): Ψυχική διεργασία με την οποία οι ιδιότητες και αρετές του αντικειμένου εξαίρονται στη σκέψη του ατόμου σε σημείο ώστε να αγγίζουν την τελειότητα. Η ταύτιση με το εξιδανικευμένο αντικείμενο – κατά κύριο λόγο με τους γονείς – συμβάλλει στο σχηματισμό των ιδεωδών ψυχικών συστημάτων. Στην ερωτική ζωή (σεξουαλική υπερεκτίμηση) το αντικείμενο εξυψώνεται καθώς μια σημαντική ποσότητα ναρκισσιστικής libido “ξεχειλίζει” πάνω στο αντικείμενο.

 

Επιτελεστικότητα  ή Παραστασιακή Επιτέλεση (Performativity): Τον όρο εισήγαγε από τη γλωσσολογία και τη φιλοσοφία στις σπουδές Φύλου η Τζούντιθ Μπάτλερ. Αναθεωρώντας τη σχέση βιολογικού και κοινωνικού φύλου (sex & gender), η Μπάτλερ υποστηρίζει ότι το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο δεν είναι παρά επιτελέσεις (performances), οι οποίες αποκτούν ισχύ και εξουσία μέσω των επαναλαμβανόμενων πράξεων των υποκειμένων. Κατά συνέπεια, φύλο δεν είναι αυτό που είμαστε, αλλά αυτό που επιτελούμε. Το φύλο, που αποτελεί την κοινή αντίληψη περί φύλου, δημιουργείται δηλαδή, μέσω μιας επαναλαμβανόμενης μίμησης στοιχείων και ενεργειών που γίνονται μέσα σε ένα εντόνως άκαμπτο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η επιτελεστικότητα είναι κανονιστική, καθότι ορίζει και παράγει μια σειρά από εγκλεισμούς και αποκλεισμούς, συνιστά ένα σύστημα δυνατοτήτων γνώσης και δράσης.

Πρόκειται για μια στυλιζαρισμένη επανάληψη κινήσεων και πράξεων και οι οποίες με τον καιρό παγιώνονται για να προξενήσουν την εμφάνιση της ουσίας, μιας «φυσικής», κατά κάποιο τρόπο ύπαρξης. Η κάθε μια και ο καθένας από μας ακολουθεί τα πρότυπα της εξιδανικευμένης έμφυλης κανονικότητας, μιμούμενος/η τους μεγαλύτερους, τον τρόπο που φέρονται, που ντύνονται, που μιλούν, τις ασχολίες τους κ.λπ.. Κατά συνέπεια, φύλο δεν είναι αυτό που είμαστε αλλά αυτό που επιτελούμε.

Αυτή η διαμόρφωση των ορίων του σώματος πραγματοποιείται μέσω απαγορεύσεων, εκτοπισμών και απωλειών. Κάθε κοινωνία ασκεί pίesh για endeίxeiV summόrfwshV sto rόlo tou fύlou σε όσους δημόσια υπερβαίνουν τα στερεότυπα. Έτσι το φύλο δεν εγγράφεται παθητικά πάνω στο σώμα αλλά επιτελείται καθημερινά σε μια διαδικασία πίεσης και αντίστασης όπου τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού φύλου επιτυγχάνονται μέσω μιας επίμονης κοινωνικοποίησης.

 

Ενδοβολή: πρόκειται για την πρόσκτηση από το Εγώ ιδιοτήτων προσώπων περιβάλλον του ατόμου. Σύμφωνα με Freud το Εγώ ενδοβάλλει (φαντασιακά) εξωτερικά αντικείμενα που είναι πηγές ευχαρίστησης, π.χ. μέρη του σώματος των γονιών και προβάλλει («πετάει έξω») ότι του προξενεί δυσφορία. Ενδοβάλλει την ενόρμηση της ζωής και προβάλλει την ενόρμηση του θανάτου. (βλ. και Ενορμήσεις ζωής, Ενορμήσεις θανάτου)

 

Ενσωμάτωση : Χαρακτηριστικός τύπος σχέσης κατά το στοματικό στάδιο κατά το οποίο το υποκείμενο αφήνει να εισβάλλει (φαντασιακά) στο σώμα του ένα αντικείμενο.

Έρως (Eros): Εκτός από τη θεότητα της αγάπης στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος χρησιμοποιείται για το σύνολο των ενορμήσεων ζωής, σε αντίθεση με τις ενορμήσεις θανάτου. Ο Φρόυντ μοιάζει να εξομοιώνει τον όρο με τη libido: «…υποθέτουμε ότι η libido των σεξουαλικών μας ενορμήσεων συμπίπτει με τον Έρωτα των ποιητών και των φιλοσόφων, που συντηρεί τη συνοχή όλων των ζωντανών όντων».

Ερωτογενής ζώνη (erotogenic zone): Οποιαδήποτε περιοχή του δέρματος ή του βλεννογόνου ικανή να αποτελέσει έδρα μιας διέγερσης σεξουαλικού τύπου. Ειδικότερα, ορισμένες περιοχές αποτελούν την έδρα μιας τέτοιας διέγερσης: στοματική, πρωκτική, ουρογεννητική ζώνη, θηλή.

«Όλα τα όργανα του σώματος, επιπλέον των φυσιολογικών τους λειτουργιών, φέρεται να διαδραματίζουν επίσης ένα σεξουαλικό ερωτογενή ρόλο, ο οποίος ορισμένες φορές γίνεται κυρίαρχος, σε βαθμό που ενδέχεται να διαταράξει τη φυσιολογική λειτουργία». (Φρόυντ). «Για να ακριβολογούμε, ολόκληρο το σώμα είναι μια ερωτογενής ζώνη» (Φρόυντ), αλλά φαίνεται ότι ορισμένες ζώνες είναι προορισμένες γι’ αυτή τη λειτουργία.

Οι ερωτογενείς ζώνες αποτελούν, στις απαρχές της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, τα επιλεκτικά σημεία των ανταλλαγών με το περιβάλλον, ενώ απαιτούν περισσότερο την προσοχή, τη φροντίδα ή ακόμα και τη διέγερση εκ μέρους της μητέρας. 

 

Εσωτερίκευση: είναι η διαδικασία αποδοχής και υιοθέτησης από το άτομο εξωτερικών ιδεών, αξιών και κανόνων ενός άλλου (ή άλλων) σε βαθμό που να θεωρούνται στοιχεία της προσωπικότητας του. Ένα εσωτερικευμένο αντικείμενο μπορεί να βιώνεται ως τιμωρητικό ως προς το Εγώ. Αυτό παραπέμπει στην έννοια του Υπερεγώ και πρωτίστως στην αυστηρότητα του (π.χ. εσωτερικευμένος αυστηρός πατρικός νόμος). Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την εσωτερίκευση των κανόνων της κοινωνίας

Ετεροκανονικότητα (Ηeteronormativity): Η θεσμοθετημένη ετεροφυλοφιλία και τα θεωρούμενα ως αυτονόητα ετεροφυλοφιλικά προνόμια. Δηλαδή, την παραδοχή ως κανονικών των παρακάτω: ‘Κανονική’ σεξουαλικότητα = ετεροφυλοφιλία. ‘Κανονική’ έμφυλη έκφραση = μόνο η κοινωνικά αποδεκτή αρρενωπότητα & θηλυκότητα. ‘Κανονική’ έμφυλη ταυτότητα = μόνο το να συνάδει το φύλο με το σώμα σου, κ.ο.κ. Η Judith Butler στο έργο της Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity (1990) ασκεί κριτική στην έννοια της ετεροκανονικότητας, ενώ επιδιώκει την ανατροπή της.

 

Θετικές ‘διακρίσεις’: Ονομάζονται έτσι τα θεσμικά κυρίως μέτρα τα οποία αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μιας κοινωνικής ομάδας, την πρόληψη των ανισοτήτων ή την παροχή ευκαιριών για ευκολότερη πρόσβαση σε συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες. Το νόημα τους δεν είναι η δημιουργία νέων διακρίσεων αλλά η αποκατάσταση προηγούμενων αδικιών, τις οποίες ιστορικά έχουν υποστεί κάποιες κοινωνικές ομάδες λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, κ.λπ.

 

Femme: Προφέρεται «φαμ» ενώ λέγονται και lipstick lesbians. Όταν λέμε femme εννοούμε τις λεσβίες που υιοθετούν ένα εντελώς θηλυκό στυλ που δε διαφέρει σε τίποτα από αυτό μιας straight κοπέλας. Υπάρχουν και διάφορες υποκατηγορίες όπως blue jeans lesbian για τις femme που αποφεύγουν τα φορέματα και προτιμούν τα τζην. (βλ. και Butch/Boi)

 

Foreplay: Προκαταρκτικά παιχνίδια στο sex                                                                                      

 

Gay: Συνήθως χρησιμοποιείται για άνδρες οι οποίοι έλκονται σεξουαλικά και συναισθηματικά από άλλους άνδρες. Ενώ το gay σημαίνει χαρούμενος, υποδηλώνει και μια ελαφρότητα και μια «περιέργεια». Στην αρχή, ο όρος χρησιμοποιείτο υποτιμητικά. Το gay κίνημα όμως, υιοθέτησε τον όρο αυτό και τον «επανοικειοποιήθηκε». Έτσι αυτό που συνήθιζαν να τους επισυνάπτουν σαν αρνητικό, προβάλλεται σαν κάτι θετικό, π.χ. μέσω των Gay Pride, φεστιβάλ. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη λέξη Queer. (βλ. και Queer)

 

Gender: Βλέπε Κοινωνικό φύλο

 

Genderfluid: Άτομα με ρευστό φύλο/σεξουαλικότητα.

 

Gender Role - Ρόλοι Κοινωνικών Φύλων: Περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για το κάθε φύλο, π.χ. ότι οι γυναίκες έχουν μέσα τους την μητρότητα και την φροντίδα και ότι οι άνδρες πρέπει να είναι κυνηγοί. Το τι «θεωρείται» ανδρική ή γυναικεία συμπεριφορά διαμορφώνεται και επιβάλλεται στο άτομο από την εκάστοτε κοινωνία και δεν πηγάζει «φυσικά» από το βιολογικό φύλο. (Βλ. Στερεότυπα φύλου και Κοινωνικό φύλο)

 

Genderqueer (Φύλο-παράξενος): Τον όρο χρησιμοποιούν άτομα που δεν θέλουν να προσδιοριστούν με καμία ταμπέλα ψυχολογικού, βιολογικού και κοινωνικού φύλου. (βλ. και Queer)

 

Glass ceiling («Γυάλινη οροφή»): Ο όρος περιγράφει ένα αόρατο εμπόδιο το οποίο δεν επιτρέπει την άνοδο των γυναικών σε επαγγελματικά θέσεις και υψηλόβαθμα αξιώματα συνδεδεμένα με τη λήψη αποφάσεων, όπως αρχηγοί κρατών ή διευθύντριες μεγάλων εταιριών. Το glass ceiling  υποστηρίζεται από ισχυρά κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία πολλές γυναίκες αποδέχονται και εσωτερικεύουν. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

 

Ίντερσεξ (Intersex, Μεσοφυλικός): Άτομα που γεννήθηκαν με γεννητικά όργανα που έχουν χαρακτηριστικά και των δύο φύλων, αλλά και γενικότερος όρος που χρησιμοποιείται για μία ποικιλία καταστάσεων στις οποίες ένα άτομο γεννιέται με έμφυλα χαρακτηριστικά τα οποία δεν ταιριάζουν στους τυπικούς ορισμούς του θηλυκού ή αρσενικού. Η «διττή ανατομία» μπορεί να είναι εσωτερική και εξωτερική κι έτσι η intersex κατάσταση έχει συχνά «διττή ορμονική» λειτουργία. «...ο όρος ερμαφρόδιτος έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για να αναφερθεί στα Intersex άτομα, αλλά θεωρείται πια κοινωνικά βεβαρημένος λόγω των μυθικών, ψυχιατρικών, και κλινικών προεκτάσεων του». «Κάποια από αυτά τα άτομα μεγαλώνοντας αισθάνονται ότι έχουν πέσει θύματα ακρωτηριασμού και σεξουαλικής κακοποίησης ή ότι τους αφαιρέθηκε ένα ουσιαστικό μέρος του εαυτού τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, την απόφαση για την ανατομία του ατόμου αναλαμβάνει ο/η γιατρός όταν εκείνο βρίσκεται σε βρεφική ηλικία. Το Intersex κίνημα επιδιώκει να σταματήσει περιττές χειρουργικές επεμβάσεις και ορμονοθεραπείες». Ο όρος «ερμαφρόδιτ@», που παλιότερα περιέγραφε τις καταστάσεις αυτές, πλέον δεν χρησιμοποιείται και θεωρείται προσβλητικός.

 

Κοινωνικό φύλο (Gender): Θεωρείται εκείνο, μέσω του οποίου κατασκευάζεται κοινωνικά η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα καθώς και οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους άνδρες και τις γυναίκες από την κοινωνία. Οι έμφυλες νόρμες δεν είναι βιολογικά δεδομένες: τα κορίτσια και τα αγόρια δεν γεννιούνται γνωρίζοντας πώς πρέπει να δείχνουν, να ντύνονται, να μιλάνε, να φέρονται ή να αντιδρούν. Οι διαφορές του κοινωνικού φύλου δημιουργούνται από πολιτισμικούς παράγοντες και όχι από τη φύση και, ως εκ τούτου, μπορούν να αλλάξουν. Η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα δεν είναι έννοιες αναλλοίωτες στο πέρασμα της Ιστορίας, αλλά αλλάζουν και διαφέρουν πολύ από εποχή σε εποχή.

Διαφορετικές κουλτούρες έχουν διαφορετική θεώρηση σχετικά µε το ποιες συμπεριφορές αρµόζουν στο ανδρικό και ποιες στο γυναικείο φύλο (Μead, 1935). Όλες οι κοινωνίες πάντως ορίζουν συγκεκριµένα-και διαφορετικά-ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, εργασίες και ασχολίες ως κατάλληλα για το καθένα από τα δύο φύλα. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι συνήθως πολύ περιορισμένα και πολύ αυστηρά, αν και αυτό ποικίλει ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το πόσο προοδευτική είναι η κάθε κοινωνία.

Στο κοινωνικό φύλο περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά (στάση σώματος, τρόπος ομιλίας, τρόπος σκέψης, περπατήματος, χρήση γλώσσας, ντύσιμο, κομμώσεις) που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για το κάθε φύλο. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτές οι συμπεριφορές και τα χαρακτηριστικά πηγάζουν «φυσικά» από το βιολογικό φύλο (sex, χρωμοσώματα). Ωστόσο αυτό δεν ισχύει. Διαμορφώνονται και επιβάλλονται από την κοινωνία. Οι άντρες και οι γυναίκες γίνονται, δεν γεννιούνται. Το τι «είναι» αντρική ή γυναικεία συμπεριφορά διαμορφώνεται από την εκάστοτε κοινωνία.

Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες έχουμε ενσωματώσει στην αυτοαντίληψή μας και τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο στερεότυπο του φύλου μας.

Ωστόσο, η βασική αρχή είναι ότι οι άνδρες και οι γυναίκες «γίνονται, δεν γεννιούνται» και άρα, όταν κάποιος/α γεννιέται με κάποια ανατομικά χαρακτηριστικά δεν είναι απαραίτητο αυτά να καθορίζουν την ταυτότητά του. (Βλ. Στερεότυπα φύλου και Ρόλοι Κοινωνικών Φύλων)

 

Κουλτούρα του βιασμού (Rape Culture): Χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή για να περιγράψουμε μια κουλτούρα μέσα στην οποία η σεξουαλική βία είναι όχι μόνο συχνή και αποδεκτή, αλλά υποστηρίζεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Μέσα στην κουλτούρα του βιασμού η αντρική έκφραση βίας θεωρείται κάτι φυσιολογικό, σωστό, βιολογικά λογικό, ακόμη και επιθυμητό. Ταυτόχρονα η γυναικεία υποταγή αντιμετωπίζεται ως χάρισμα και απαιτούμενο χαρακτηριστικό της θηλυκότητας. Σε μια κοινωνία με κουλτούρα βιασμού τα media και η επικρατούσα άποψη δικαιολογούν, απενοχοποιούν ή και υποστηρίζουν την ύπαρξη του βιασμού και κάθε είδους σεξουαλικής βίας.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα θύματα σεξουαλικής βίας μειώνονται, κατηγορούνται και αμφισβητούνται διαρκώς. Συνήθως, οι πληροφορίες που δεχόμαστε σε σχέση με τον βιασμό και τη σεξουαλική βία ρίχνουν μεγάλο βάρος της ευθύνης στο τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αποφύγουν να τους συμβεί κάτι τέτοιο, αντί να επιδιώκεται το να αποτρέπονται, να συλλαμβάνονται και να δικάζονται επιτυχώς οι δράστες. (βλ. και Έμφυλη βία)