Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

(Αρκετοί ψυχαναλυτικοί ορισμοί αντλήθηκαν από το “Ψυχαναλυτικό Λεξιλόγιο” των Laplanche και Pontalis) 

 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

  

……………………………………………………………..

 

 

Ρατσισμός: το σύστημα εξουσιών που δομεί κοινωνικές ανισότητες σε βάρος μη-λευκών ανθρώπων. Ο όρος αφορά μόνο στις συστημικές ανισότητες βάσει της φυλής και δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται για άλλες περιπτώσεις (π.χ. είναι λάθος να λέμε, «ρατσισμός απέναντι στις γυναίκες» και σωστό, «σεξισμός» ή  «μισογυνισμός»).

Σαδισμός (Sadism): Σεξουαλική παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που επιβάλλεται στον άλλο. Η ψυχανάλυση επεκτείνει την έννοια του σαδισμού σε πιο συγκαλυμμένες εκδηλώσεις, παιδικές ιδιαίτερα, και θεωρώντας την ως μία από τις θεμελιακές συνιστώσες της ενορμητικής ζωής. (Βλ Παθολογικά διεστραμμένος και Παραφυλία)

Sex-positive φεμινισμός: Μια έκφραση του φεμινισμού όπου η σεξουαλική ελευθερία των γυναικών αντιμετωπίζεται ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα του κινήματος. Οι φεμινιστ@ς αυτ@ αντιτίθενται ιδιαίτερα στη θέαση της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα από πατριαρχική σκοπιά μιας και, ιστορικά, ο ορισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας δίνεται από άντρες και ελέγχεται και περιορίζεται ώστε να ικανοποιεί πατριαρχικές, ανδροκεντρικές ανάγκες.

Σεξισμός (sexism): Το σύνολο των αντιλήψεων, στάσεων και πρακτικών, με βάση τις οποίες θεσμοθετείται η κοινωνική ανισότητα εις βάρος του ενός φύλου, καθώς και η μεροληπτική αντιμετώπισή του. Στις δυτικές κοινωνίες, όπου η θεσμική κυριαρχία ανήκει στην κατηγορία των ανδρών, τα βασικά θύματα του σεξισμού είναι οι γυναίκες, οι οποίες -ως κοινωνική ομάδα - θεωρούνται υποδεέστερες των ανδρών, με συνέπεια να καταπιέζονται και να αποτελούν αντικείμενα συστηματικής εκμετάλλευσης από αυτούς. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γυναίκες και οι άνδρες δεν αποτελούν ομοιογενείς κοινωνικές ομάδες, με συνέπεια, να μην κυριαρχούν όλοι οι άνδρες πάνω σε όλες τις γυναίκες. Ο σεξισμός αποτελεί ιδεολογικό εργαλείο υπεράσπισης και διατήρησης της έμφυλης ασυμμετρίας, ερμηνεύοντας και δικαιολογώντας ως «φυσικές» πολλές κοινωνικές πρακτικές.

 

ΣΜΝ (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα):  Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα

 

Σεξουαλικός προσανατολισμός: Η ερωτική/σεξουαλική ή συναισθηματική έλξη ή ο συνδυασμός αυτών για το αντίθετο φύλο, το ίδιο φύλο, όλα τα φύλα ή κανένα. Ο ετεροφυλόφιλος και ο ομοφυλόφιλος, για παράδειγμα, είναι οι δύο πιο γνωστοί σεξουαλικοί προσανατολισμοί. Και ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι φάσμα μάλλον, παρά δίπολο. Δηλαδή, ένα άτομο που δεν είναι ετεροφυλόφιλο δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι ομοφυλόφιλο. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις των δύο αυτών χαρακτηριστικών –του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου δηλαδή– αλλά και πολλοί διαφορετικοί συνδυασμοί και στην πραγματικότητα υπάρχουν τόσες συνδυασμοί και αποχρώσεις όσοι και άνθρωποι.

 

Σεξουαλική συμπεριφορά: Ο σεξουαλικός προσανατολισμός οδηγεί στη σεξουαλική συμπεριφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ουσιαστικά είναι η εφαρμογή στην πράξη του σεξουαλικού προσανατολισμού που έχει ένα άτομο. Αν, δηλαδή, ο σεξουαλικός μου προσανατολισμός είναι πανσεξουαλικός, η σεξουαλική μου συμπεριφορά είναι ότι κάνω σεξ με άτομα οποιουδήποτε φύλου και το ενδιαφέρον αυτό για όλα τα φύλα δεν μου δημιουργεί ποτέ σύγχυση.

 

Σεξουαλική ταυτότητα: Οι τρόποι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζει κάποι@ την ταυτότητα που πηγάζει από τη σεξουαλική τ@ επιθυμία (εδώ περιλαμβάνονται όροι όπως στρέιτ, γκέι, λεσβία, πανσεξουαλικ@, ασέξουαλ κ.α.).

 

Sexting: Ο διαμοιρασμός εικόνων και κειμένου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων.                                                                                                                   

 

Slut shaming: Η ταπείνωση μιας γυναίκας της οποίας η σεξουαλικότητα δεν ακολουθεί το στενό πατριαρχικό μοντέλο. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαπόμπευσης είναι ότι στα μάτια κάποιου κόσμου, η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας (ή / και τα ρούχα που φοράει) μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αίτιο μιας επίθεσης. Αρκετός κόσμος πιστεύει ακόμη πως στην περίπτωση π.χ. ενός βιασμού παίζει ρόλο τι έκανε ή τι φορούσε το θύμα ενώ το μόνο πράγμα που παίζει ρόλο είναι οι πράξεις του βιαστή. 

 

Στερεότυπα φύλου: Υπάρχουν πολλά κοινωνικά στερεότυπα: άλλα βασίζονται στην ηλικία, άλλα στη φυλή, ή στην κοινωνική τάξη, στη θρησκεία, το βάρος κλπ. Τα στερεότυπα φύλου όμως, έχουν την ιδιομορφία ότι χωρίζουν το  πληθυσμό σε δυο ομάδες: όλα τα άτομα κατηγοριοποιούνται είτε ως άνδρες είτε ως γυναίκες. 

Είναι κοινωνικές αντιλήψεις σύµφωνα µε τις οποίες ορισμένα προτερήματα, μειονεκτήματα, μορφές συμπεριφοράς αποδίδονται στα άτοµα ανάλογα µε το αν αυτά τα τελευταία είναι άνδρες ή γυναίκες, αγνοώντας ή παραβλέποντας τις ατοµικές τους διαφορές και ιδιαιτερότητες. 

 

Σύμπλεγμα Ευνουχισμού (Castration complex): Ο ευνουχισμός είναι το κομμάτι που αφαιρείται συμβολικά από το σώμα για να ρυθμιστεί η απόλαυση. Ο ευνουχισμός εισάγει μια απώλεια απόλαυσης, ένα μείον απόλαυσης, καθώς προϋπόθεση της ύπαρξης μιας κοινωνίας είναι η ρύθμιση των δυνατοτήτων απόλαυσης του σώματος. Γι’ αυτό η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι εξ αρχής τραυματική καθώς δεν μας είναι εύκολο να απαρνηθούμε τις πρωτογενείς επιθυμίες μας. Η απογοήτευση, η οργή, το άγχος, η «πρωτόγονη» θλίψη που συνοδεύουν αυτές τις απώλειες αφήνουν τα ίχνη τους, άλλοτε καλά μεταμφιεσμένα κι άλλοτε πιο εμφανή και ευδιάκριτα μέσα μας. (Βλ. Ασυνείδητο και Απώθηση)

 

Σώμα / Φύλο: Χρησιμοποιούμε τους όρους αυτούς για ν’ αντικαταστήσουμε τους  «Βιολογικό φύλο (Sex)» / «Κοινωνικό φύλο (Gender)». Αντ’ αυτών μιλάμε για «Σώμα» περιγράφοντας τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου και «Φύλο» για να περιγράψουμε το σύνολο των κοινωνικά δομημένων χαρακτηριστικών, δηλαδή της κοινωνικής κατασκευής του φύλου. 

 

Ταυτότητα φύλου ή Έμφυλη ταυτότητα: Οι τρόποι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζεται κά-ποι@ σε σχέση με το φύλο τ@ και την έκφραση του φύλου αυτού (όροι όπως cis γυναίκα, cis άντρας, trans γυναίκα, trans άντρας, genderqueer, gender neutral, gender fluid κ.α). Η έννοια της ταυτότητας είναι έννοια ψυχολογική. Σημαίνει το σύνολο των στοιχείων εκείνων που προσδίδει στο άτομο την αίσθηση και την αντίληψη ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συμπεριφορές, συναισθήματα, ρόλους. Οι ταυτότητες φύλου διαμορφώνονται νωρίς στη ζωή του παιδιού, σε μια φάση κατά την οποία το παιδί συνειδητοποιεί τις διαφορές των φύλων και κατατάσσει τον εαυτό του στη μια ή την άλλη κατηγορία. Επομένως, η ταυτότητα φύλου βασίζεται στα ανατοµικά χαρακτηριστικά του φύλου (βιολογικό φύλο – sex) και στα κοινωνικά χαρακτηριστικά (κοινωνικό φύλο - gender), τα οποία αποδίδονται σε άνδρες και γυναίκες από το εκάστοτε κοινωνικό περιβάλλον (∆εληγιάννη, 2002-2003) μέσω των επιδράσεων των «σημαντικών άλλων», όπως είναι οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι φίλοι. Έ,  ί  ά   ό   ό  ύ ί  έ  ά  έ ό  ί     έ    έ  ό    ό ί  ί   ώ, ό    ύ  έ  έ  ύ.  (Βλ και Επιτελεστικότητα)

 

Sexting:  Ο διαμοιρασμός εικόνων και κειμένου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων. 

 

ΣΜΝ (Σεξουαλικά  Μεταδιδόμενα  Νοσήματα): Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα. Στην αγγλική γλώσσα, STD sexually transmitted diseases.

 

Spectrum: Βλ. Φάσμα φύλου/ και ταυτότητας

 

Trans: Το trans σημαίνει “από την άλλη μεριά”. Άτομα των οποίων το φύλο (η έμφυλη ταυτότητα) και το σώμα δεν «συνάδουν». Γενικός όρος που αποφεύγει παθολογικοποιημένες έννοιες, όπως τρανσέξουαλ, και περιλαμβάνει άτομα απ' όλο το φάσμα εκείνων που δεν συμφωνούν με το υπάρχον δίπολο «άντρας / γυναίκα», δηλαδή τρανσέξουαλ, transgender, ανδρόγυνα (androgynes), ουδετερόφιλα (neutrois), bigendered κ.α.

Τα τρανς άτομα, εξ αιτίας της ταυτότητας του φύλου τους, η οποία από το υπόλοιπο περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως παράβαση, αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό, τις αρνητικές προκαταλήψεις και την υποτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ως «μη αυθεντικές». (Βλ. και Cis)

 

Trans*: Η χρήση του trans* με τον αστερίσκο γίνεται για να εννοηθούν όλοι οι σχετικοί όροι που χρησιμοποιούνται από την τρανς κοινότητα (transgender, transsexual κ.ο.κ.). 

 

Transsexual (διεμφυλικός - transgender): Ο όρος transgender είναι ορθότερος και όχι τόσο φορτισμένος όπως ο «τρανσέξουαλ» ή ο «τραβεστί» και περιγράφει τα άτομα που έχουν ένα ανατομικό φύλο αλλά είναι πεπεισμένα ότι ανήκουν σε άλλο φύλο. Ορισμένα από αυτά είναι διατεθειμένα να προχωρήσουν σε χειρουργικές και ορμονικές παρεμβάσεις, προκειμένου να διεκδικήσουν την «αληθινή» τους αντιστοίχιση.

 

Φαντασίωση (fantasy ή phantasy): Φανταστικό σενάριο, στην πλοκή του οποίου το άτομο είναι παρόν. Απεικονίζει, με λίγο έως πολύ παραμορφωμένο από τις αμυντικές διεργασίες τρόπο, την εκπλήρωση επιθυμιών οι οποίες είναι, σε τελευταία ανάλυση, ασυνείδητες. Η φαντασίωση απαντάται σε ποικίλες μορφές: πρωταρχικές φαντασιώσεις, συνειδητές φαντασιώσεις ή ονειροπολήσεις, ασυνείδητες φαντασιώσεις που αποτελούν τη λανθάνουσα υποδομή έκδηλων περιεχομένων.

 

Φάσμα φύλου και ταυτότητας (Gender/Sexuality Spectrum): Η έννοια του  έμφυλου έχει περιοριστεί δραματικά στο δίπολο άνδρας- γυναίκα, ενώ η έμφυλη ταυτότητα  μπορεί να δημιουργείται και να τοποθετείται μέσα σε  ένα ευρύ φάσμα ορισμών του φύλο (spectrum)

 

Φετιχισμός (Fetichism): Στον φετιχισμό η χρήση άψυχων αντικειμένων (φετίχ) αποτελεί την επανειλημμένα προτιμούμενη ή αποκλειστική μέθοδο για την επίτευξη σεξουαλικής διέγερσης. Υπάρχουν δύο κύριες μορφές φετιχισμού: ο φετιχισμός κατάτον οποίο το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος, όπως τα μαλλιά, τα πόδια, κλπ, και ο φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως τα παπούτσια, τα γάντια, κλπ. Όταν το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος είναι δύσκολο να ανιχνευθεί, αφού το άτομο απλώς βρίσκει ελκυστικό ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος. Η πιο καθαρή μορφή φετιχισμού παρουσιάζεται όταν το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο. Τυπικά, το αντικείμενο του φετιχισμού είναι κάτι που είναι στενά συνδεδεμένο με το σώμα και συνήθως είναι αντικείμενο που χρησιμοποιείται από κάποιο άλλο άτομο, όπως τα εσώρουχα.

 

Φοβικότητα και χρήση των όρων με κατάληξη σε «-φοβία»: Όταν χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους, δεν εννοούμε πως κανείς φοβάται τους ομοφυλόφιλους / τρανς / χοντρούς κ.ο.κ. Το καταληκτικό αυτό χρησιμοποιείται σ’ αυτές τις λέξεις για να υποδηλώσει συμπεριφορά μη-ανεκτικότητας ή και διακρίσεων και επιθετικότητας προς τα άτομα της ομάδας που περιγράφει ο όρος. (Π.χ. Ομοφοβία=διακρίσεις βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού, Τρανσφοβία=διακρίσεις βάσει ταυτότητας φύλου, Χοντροφοβία=διακρίσεις βάσει βάρους κ.ο.κ.)  (βλ. και Ομοφοβία)