Ύστερα από αιώνες σιωπής σχετικά με τη δυσμενή θέση των γυναικών σε διάφορες ιστορικές περιόδους και πολιτισμούς, την καταφανή διάκριση των ρόλων βασισμένη στην έμφυλη διαφορά, τη στυγνή κακομεταχείρισή τους με την σύμπραξη των θρησκειών και των Εκκλησιών, επιτέλους τις τελευταίες δεκαετίες έχουν δημοσιευτεί αρκετές σχετικές μελέτες.

 

Αν το σκεφτεί κανείς από ψυχαναλυτική πλευρά, η γυναίκα, σε κάθε φάση, συνιστά ένα σύμπτωμα ως προς την κοινωνικοπολιτική νόρμα που αναδεικνύει την προβληματική και τις αντιφάσεις της διεργασίας του πολιτισμού. Οι γυναίκες εμφανίζονται επιφορτισμένες με ένα υπερβολικό βάρος: σαν να χρειάζεται να εξοφλήσουν περισσότερα ενορμητικά «χρέη» ως προς την «ενορμητική αποποίηση».[2] 

 

Σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο, οι θεσμοί πασχίζουν, στην καλύτερη περίπτωση, μέσω της εισαγωγής ηθικών επιταγών, αλυσίδων απαγορεύσεων και ταμπού, συστημάτων ομολογίας αμαρτημάτων ή επιθυμιών, στη χειρότερη, μέσω καταστολών που επιβάλλονται από δικαστήρια αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο, να διοχετεύσουν τη γυναικεία σεξουαλικότητα αποκλειστικά στη διαιώνιση του είδους. Πρόκειται όμως, για μια αντιφατική κοινωνική πίεση: από τη μία οι άνδρες τις επικαλούνται όσον αφορά τη διαχείριση των ενορμήσεων και από την άλλη, γίνονται αντικείμενο αναστολής στο όνομα της κοινωνικής σύμβασης. Ο Φρόυντ καταγγέλλει, εν προκειμένω, το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί τις γυναίκες το «κοινωνικό ψέμα». Οι γυναίκες λοιπόν, συνιστούν το αντικείμενο μιας ουσιαστικής «απαγόρευσης σκέψης» η οποία συνδέεται με την παρεμπόδισή τους ως προς τη σεξουαλικότητα.

 

Συχνά ακούμε ερμηνείες για την κατωτερότητα των γυναικών -σωματικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.α.- που εμπεριέχονται σε ατομικά ή συλλογικά συστήματα σκέψης αλλά και στους μύθους των πολιτισμών. Ερμηνείες που τις έχουν ενστερνιστεί και οι ίδιες οι γυναίκες. Κάποιοι επιστήμονες, τον 19ο αιώνα μετρούσαν τον όγκο των εγκεφάλων και των δύο φύλων για να θεμελιώσουν επιστημονικά την κατωτερότητα των γυναικών. Στις αρχές του 20ου αιώνα, κάποιοι άλλοι επιστήμονες, όπως ο Μέμπιους, υποστήριξαν θέσεις περί «γυναικείας εξασθένισης στη φυσιολογία», ένα ακόμη ψευδοεπιστημονικό στερεότυπο του μισογυνισμού. Στον 21ο αιώνα ο νευροσεξισμός, μια νέα επιστημονική αντίληψη υποστηρίζει ότι οι διαφορές στην ψυχολογία και τις συμπεριφορές των δύο φύλων οφείλεται στις διαφορές των νευρωνικών δικτύων του εγκεφάλου.[3]

 

Οι διάφορες εκκρίσεις του γυναικείου σώματος – το γάλα, το αίμα κ.α.- ανέκαθεν θεωρούνταν αηδιαστικές και μιαρές και συχνά αντιπαρατέθηκαν με τη «δόξα του σπέρματος».

 

Ο Φρόυντ, αλλά και άλλοι επιστήμονες, αντίθετα, υποστήριξαν ότι αυτή η καθυστέρηση που υπάρχει στο πνευματικό καθεστώς των γυναικών δεν οφείλεται σε γενετική κατωτερότητα, αλλά στην «απαγόρευση σκέψης» καθώς τα ενδιαφέροντά τους περιορίζονται στην οικογενειακή και σεξουαλική σφαίρα. Έτσι, η δυνατότητά τους για μετουσίωση είναι πιο περιορισμένη. [4]

Από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Μισέλ Φουκώ και από τον Ντυρκέμ ως τον Μαρσέλ Μος, ένα από τα πρώτα κριτήρια ταξινόμησης των ζωντανών οργανισμών είναι το αρσενικό και το θηλυκό. Η διαπίστωση της διαφοράς των φύλων αποτελεί θεμέλιο της σκέψης, επιστημονικής και παραδοσιακής. Το ανθρώπινο σώμα που υπήρξε πάντα αντικείμενο παρατήρησης – τα όργανα, οι λειτουργίες, οι διαθέσεις του – χαρακτηρίζεται από την έμφυλη διαφορά.

Κι από την αρχή σχεδόν, φαίνεται να επιβάλλεται η κυριαρχία του ενός φύλου, του αρσενικού, πάνω στο άλλο, το θηλυκό. Ο Φρόυντ λέει ότι «η ανατομία είναι η μοίρα», αλλά αυτό εξηγεί τη θεσμισμένη διαφορά των φύλων, όχι την ανισότητα των φύλων. Γιατί όμως, υπάρχει αυτή η ανισότητα και τι κάνει τα φύλα αυτό που είναι, πέρα από την ανατομία; Η αποκλειστική σχέση μητέρας βρέφους, πρέπει να σπάει κάποια στιγμή κι αυτό πρέπει να το κάνει ένας τρίτος ποιοτικά διαφορετικός, αλλά όχι κατ’ ανάγκη κυρίαρχος, όπως ο πατέρας.

Ας ξεκινήσουμε από την πιο διαδεδομένη πίστη: ότι υπάρχει μόνο ένα φύλο, το αρσενικό και το θηλυκό είναι το ανάποδο, το αρνητικό, το έκτυπο. Αυτό τα λέει όλα.

 

Για τους πρώτους ανθρώπους, η γυναίκα αντιπροσωπεύει την υποδοχή, είναι η Γη, ενώ ο άνδρας είναι η κίνηση, ο Ουρανός ή ο Ήλιος. Η κυριαρχία του αρσενικού από την αρχή βασίστηκε στην υποτιθέμενη παθητικότητα του θηλυκού σε αντίθεση με την ενεργητικότητα του πρώτου και αυτές οι έννοιες ασφαλώς και είναι προϊόν της κοινωνικοποίησης και της θέσμισης. – Γιατί, όπως είπαμε, στις πρώτες κοινωνίες οι ρόλοι εναλλάσσονταν. Η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα επιβλήθηκε – τουλάχιστον σύμφωνα με μια μεγάλη μερίδα ερευνητών – από την αγροτική επανάσταση, έξι χιλιάδες χρόνια πριν, κι έτσι με εντελώς γελοίο τρόπο, μεταμφιέστηκε σε φυσικό νόμο.[5] Τα πάσης φύσεως ιερατεία συνέπραξαν στη διαιώνιση αυτής της μεγάλης αδικίας.

 

Η διαιώνιση αυτού του ψέματος αποδεικνύει ότι ο άνδρας φοβάται τη γυναίκα. Αλλιώς δεν θα έκανε ό,τι μπορούσε, με όλα τα μέσα, από τα πιο λογικά μέχρι τα πιο μαγικά για να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τους τρομερούς κινδύνους. Ή την τιμωρεί προβάλλοντας πάνω της δικές του επιθυμίες και φόβους; Γιατί υπάρχει μια διαρκής υποτίμηση του θηλυκού, το οποίο, ταυτοχρόνως υμνείται, κοσμείται, λατρεύεται;

 

«Απέναντι στις Μαντόνες, τη Λάουρα, τη Βεατρίκη, τις αγίες παρθένους και μάρτυρες, πόσες Κίρκες, Μήδειες, Ερινύες, Λορελάι, λυσσασμένες Μαργκό, πόσες αιμοδιψείς Κάλι, ινδουιστικές θεότητες που είναι ταυτόχρονα καταγωγικές μητέρες και καταστροφικές Πανδώρες!»

«Αυτό ακριβώς είναι το θήλυ: κάτι το οποίο επανέρχεται διαρκώς στην ίδια θέση, ένας χώρος ακαταμάχητης αιωνιότητας ο οποίος προκαλεί την ιστορία και τον Πολιτισμό».

 

Αυτή η σύγκρουση που προκύπτει ανάμεσα σε θηλυκότητα και πολιτισμό αποδίδεται ξεκάθαρα από μία φράση του Φρόυντ, στη Δυσφορία στον Πολιτισμό:                                                       

«Οι γυναίκες δεν αργούν να έλθουν σε αντίθεση με την τάση εκπολιτισμού, ασκώντας μια δύναμη επιβράδυνσης, αυτές οι οποίες στην αρχή, μέσω των απαιτήσεων της αγάπης τους, είχαν θέσει τα θεμέλια του πολιτισμού».

 

Υφίσταται επομένως ένα μέρος του θεσμού συνδεδεμένο με την αγάπη και τη γυναίκα και άλλο ένα το οποίο παραπέμπει στον πατέρα και την επιθετικότητα. Το ένα συντηρεί, το άλλο έχει συγκρουσιακή δυναμική. (Το γυναικείο Υπερεγώ έχει μειωμένη ισχύ σε σχέση με το ανδρικό). Όμως, το δεύτερο, το ανδρικό, έχει κυρίως αναλάβει το «έργο του πολιτισμού» και ως εκ τούτου τάσσει τις γυναίκες σε μια σχέση εχθρότητας απέναντι στα ιδεώδη του πολιτισμού, τα οποία τις μεταχειρίζονται τόσο άσχημα. Όμως, η γυναίκα ενσαρκώνει ένα είδος αποστολής εκπολιτισμού στο εσωτερικό του πολιτισμού και σε αντίθεση με τα ιδεώδη του… Αν ο πολιτισμός έχει επιβάλει για καιρό τον «ύπνο» στη θηλυκότητα, τότε η θηλυκότητα δεν ξυπνά άραγε με τον τρόπο της τον πολιτισμό; (Paul-Laurent Assoun )

 

Μια πολύ γενική εξήγηση που χρειάζεται διασαφήνιση, είναι ότι οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες γιατί φέρνοντάς τους στη ζωή, στην αρχή εξαρτώνται αποκλειστικά απ’ αυτές και ταυτόχρονα τους δίνουν το θάνατο. Επίσης, βρίσκονται από την πλευρά της ζωής και της φύσης στο βαθμό που ενσαρκώνουν τις αληθινές αξίες της μητέρας φύσης.

 

Το αιώνιο θηλυκό βρίσκεται από την πλευρά του ακατανόητου, του ιερού, του μαγικού, έχει πάντα στενή σχέση με τη γέννηση, τη σεξουαλικότητα και το θάνατο, πράγματα μυστικά και ανεξήγητα και γι’ αυτό τρομακτικά. Οι άνδρες δυσκολεύονται να καταλάβουν την ωμή πραγματικότητα της εγκυμοσύνης και του τοκετού.

 

Η άγνοια της συμβολής του άνδρα στην τεκνοποίηση έδωσε για ένα πολύ μεγάλο διάστημα στις γυναίκες την απεριόριστη εξουσία απέναντι στα παιδιά. Ακόμη και αργότερα, που αποκαλύφτηκε η συμβολή του σπέρματος στη σύλληψη, παρέμεινε τρομακτικό και αξιοζήλευτο για τους άνδρες ότι οι γυναίκες ήταν αυτές που διαιώνιζαν το είδος. Από τη μια το προδομένο παιδί, που λέγαμε, κι από την άλλη, ο αβέβαιος πατέρας. Για να επιβάλλουν τη φαλλική τάξη κατέφυγαν στο συμβολικό δίνοντας το όνομά τους στο παιδί και καθιστώντας τις μητέρες απλές τροφούς. Ο Πιερ Μπουρντιέ, στο ίδιο βιβλίο, υποστηρίζει ότι η «ανδρική κυριαρχία είναι το προϊόν της προσπάθειας των ανδρών να ξεπεράσουν τη στέρηση των μέσων αναπαραγωγής του είδους και να αποκαταστήσουν την πρωτοκαθεδρία της πατρότητας αποκρύπτοντας την πραγματική εργασία των γυναικών στην τεκνογονία». Παρεμπιπτόντως, ο Ευριπίδης βάζει τα ίδια λόγια στο στόμα του Ορέστη και του Απόλλωνα.

 

Επίσης, υπάρχει ριζωμένο στην καρδιά του κάθε άνδρα ένα αίσθημα κυριότητας προς τη μητέρα του. Αυτή του δίνει τη βεβαιότητα ότι την κατέχει, ότι είναι αποκλειστικά δική του. Όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται και για μια κυριότητα που την έχει χάσει πριν ακόμη να την αποκτήσει, καθώς η μητέρα τον συνέλαβε όταν έκανε έρωτα με έναν άλλον άνδρα.

 

«Πρώτη αγάπη, πρώτη απώλεια, παντοτινή έλλειψη: έκτοτε είναι δύσπιστος. Και γίνεται ακόμη περισσότερο όταν βλέπει το ζεύγος μητέρας-παιδιού, από το οποίο είναι κατά μία έννοια αποκλεισμένος, παρόλο που αυτός είναι ο πατέρας». (Jean Cournut)

  

Διαβάζοντας τους ανθρωπολόγους βλέπουμε επίσης, ότι το θηλυκό συνδέεται μεν με το άγιο, το ιερό κ.λπ., αλλά τοποθετείται επίσης και από την πλευρά του ακάθαρτου, του μιαρού, του ταμπού. Το αίμα των εμμήνων και το αίμα της διακόρευσης σχετίζονται με το σεξ και τη μητρότητα αποτελούν ταμπού. Όλη η γυναίκα είναι ταμπού, έλεγε ο Φρόυντ, επειδή είναι μυστηριώδης κι επειδή έχει δυνάμεις τις οποίες οι άνδρες πρέπει να καταφέρουν να της τις αποσπάσουν.

 

Οι άνδρες φοβούνται επίσης, γιατί εκείνες ενσαρκώνουν, κατ’ αυτούς, την άγρια, ζωώδη σεξουαλικότητα (εντυπωσιακό, αλλά ελλιπές).

Οι ιδέες ότι η οι γυναίκες είναι σεξουαλικά ακόρεστες και ότι οι άνδρες δυσκολεύονται να τις ικανοποιήσουν, αποτελούν επίσης μια σειρά καθολικών φόβων. Οι γυναίκες λοιπόν, προκαλούν ανησυχία στους άνδρες επειδή κρίνουν τις σεξουαλικές τους επιδόσεις. Μέχρι πρότινος, ο φόβος, αν και υπήρχε, ήταν προσωπικός. Η απόδοσή του δεν κρινόταν από την κοινωνία, ούτε από τη γυναίκα. Μπορεί κάποιος να ήταν ανίκανος 20 χρόνια, αλλά ποιος θα σχολίαζε έναν πατέρα, τον προστάτη μιας οικογένειας; (Σήμερα όμως, έχει απέναντί του μια γυναίκα ισότιμη που τον κρίνει και τον απορρίπτει, οπότε η ταυτότητά του απειλείται). Υπήρχε όμως, ένας κοινός φόβος μιας ύπουλης εκδίκησης (για τη μη ικανοποίηση) μέσω της μοιχείας και της δολοφονίας.

 

«Για πόσους ηγεμόνες οι χρονικογράφοι της εποχής», γράφει ο ιστορικός George Deby, στο βιβλίο του για την κοινωνία του 11ου και 12ου αιώνα, “Ο ιππότης, η γυναίκα και ο ιερέας: ο γάμος στη φεουδαρχική Ευρώπη”, «αναφέρουν ότι δηλητηριάστηκαν από τις γυναίκες τους, πόσοι υπαινιγμοί σε γυναικείες πλεκτάνες, σε ολέθρια τεχνάσματα, πόσες βασκανίες κάθε είδους δεν ζυμώνονται μες στους γυναικωνίτες».

 

Στον αντίποδα αυτής της φαντασίωσης είναι η μορφή της Παρθένου Μαρίας, ιδανική γυναίκα και μητέρα, αλλά χωρίς σεξουαλικότητα, οπότε δεν προκαλεί φόβο. Ένα ανάλογο πρότυπο γυναίκας συναντάμε και στην Αρχαία Αθήνα, όπου η γυναίκα είναι αποκλεισμένη και θεωρείται πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Η πόλη προστατεύεται από τη θεά Αθηνά, που κι αυτή είναι παρθένα και επιπλέον χωρίς μητέρα, γιατί έχει βγει από το κρανίο του πατέρα.

 

Η γαλλίδα ιστορικός N. Loraux, γράφει στο βιβλίο της, “Τα τέκνα της Αθηνάς”: «Η Αθηνά είναι η ασφάλεια του ήρωα του οποίου προστατεύει τα ανδραγαθήματα, του πολίτη του οποίου προστατεύει την πόλη, του αρσενικού, εφησυχασμένου στη φαντασίωσή του ενός κόσμου χωρίς γυναίκες από την ιδέα πως η ίδια η θεά δεν έχει βγει από γυναικείο σώμα…».

 

Πρόκειται λοιπόν, για μια φαντασίωση μιας ζωής μεταξύ ανδρών, μια αποκλειστική αξιοδότηση του ανδρισμού. Η γυναίκα απομονώνεται γιατί αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποκαλύψει τη θηλυκή πλευρά που παραμένει μυστικά κρυμμένη σε κάθε άνδρα[6].

 

Ο γάλλος κοινωνιολόγος, Πιερ Μπουρντιέ, στο βιβλίο του “Η ανδρική κυριαρχία”, διαπιστώνει ότι ο ανδρισμός είναι μία έννοια ιδιαίτερα σχεσιακή, που κατασκευάζεται μπροστά στους άλλους άνδρες και γι’ αυτούς και εναντίον της θηλυκότητας, σε ένα είδος φόβου του θηλυκού, και κατ’ αρχάς του θηλυκού στοιχείου που υπάρχει μέσα στον ίδιο τον άνδρα.

 

Επίσης, υπάρχει ριζωμένο στην καρδιά του κάθε άνδρα ένα αίσθημα κυριότητας προς τη μητέρα του. Αυτή του δίνει τη βεβαιότητα ότι την κατέχει, ότι είναι αποκλειστικά δική του. Όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται και για μια κυριότητα που την έχει χάσει πριν ακόμη να την αποκτήσει, καθώς η μητέρα τον συνέλαβε όταν έκανε έρωτα με έναν άλλον άνδρα.

 

«Πρώτη αγάπη, πρώτη απώλεια, παντοτινή έλλειψη: έκτοτε είναι δύσπιστος. Και γίνεται ακόμη περισσότερο όταν βλέπει το ζεύγος μητέρας-παιδιού, από το οποίο είναι κατά μία έννοια αποκλεισμένος, παρόλο που αυτός είναι ο πατέρας». (Jean Cournut)

 

Η παθητικότητα, που από την αρχή της ιστορίας αποδίδεται στη γυναίκα, γίνεται η δικαιολογία για την κυριαρχία που υφίστανται από τους άνδρες. Το παράδοξο όμως είναι ότι αυτή την αντίθεση μεταξύ ενεργητικότητας και παθητικότητας την ξαναβρίσκουμε στις σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους. Στην Αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη δεν διέκριναν ποτέ μεταξύ ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας – όροι που εμφανίστηκαν άλλωστε, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η ελληνική παιδεραστία ήταν πρακτική μύησης και στη Ρώμη η παθητικότητα ήταν έγκλημα για κάποιον που γεννήθηκε ελεύθερος, ενώ για τους σκλάβους αποτελούσε καθήκον. Άρα αυτές οι δύο κοινωνίες απέρριπταν την παθητικότητα, εξ ου και ο εκτοπισμός των γυναικών.                                                                                                    

Η απόρριψη της παθητικότητας, καθώς και η επιμονή τους να κατέχουν τις γυναίκες προδίδει μια μυστική αβεβαιότητα, αποδεικνύει ότι ο ανδρισμός χρειάζεται μια συνεχή επίδειξη σημείων για να αποτρέπει το φόβο της απώλειας.

 

Σε γενικές γραμμές, οι άνδρες διστάζουν να πλησιάσουν τις γυναίκες και γι’ αυτό τις καταπιέζουν, είτε επειδή είναι επικίνδυνες, κατά τη γνώμη τους, είτε επειδή τις εξιδανικεύουν. Και τα δύο τους κρατούν μακριά.

 

Η συγγραφέας, Veronique Nahoum-Grappe, λέει: «Στην πραγματική κοινωνία, αυτό που χαρακτηρίζει τη ζωή των γυναικών είναι το γεγονός ότι παραμένουν αόρατες σε όλα τα επίπεδα, εκτός από εκείνο της συναισθηματικής και αισθητικής έκφρασης: σαν να ήταν αδύνατο να σκεφτούμε την έννοια του θηλυκού με τα ίδια επιστημολογικά και ηθικά κριτήρια με τα οποία σκεφτόμαστε όλα τα υπόλοιπα». Βρισκόμαστε λοιπόν, σε μια σκοτεινή ζώνη που είναι δύσκολο να σκεφτούμε κι επομένως κάτι κρύβει. Η συγγραφέας ωστόσο προτείνει μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση. Λέει ότι οι γυναίκες διαφέρουν από τους άνδρες στο γεγονός ότι η ιδιαίτερα στενή σχέση τους με το παιδί τις κάνει να αναλαμβάνουν τη φροντίδα του, αλλά και των κοντινών (τη διατροφή, την υγεία, την καθημερινή ζωή, την επιβίωση) κι αυτό οδηγεί στη δημιουργία στερεότυπων και ιδεολογιών ακόμα. Οι άνδρες δηλαδή, επωφελούνται από αυτή την έξη για να την καταστήσουν φυσική προφάνεια.

 

(Πληροφορίες αντλήθηκαν κυρίως από το βιβλίο «Γιατί οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες» του γάλλου ψυχαναλυτή, Jean Cournut, εκδ. Πατάκη και  το βιβλίο, «Ο Φρόυντ και οι κοινωνικές επιστήμες», Paul-Laurent Assoun, εκδ. Opportuna, 2010)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου

 

[1] Τίτλος δανεισμένος από το βιβλίο «Γιατί οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες» του γάλλου ψυχαναλυτή, Jean Cournut, εκδ. Πατάκη. Πολλές πληροφορίες στο παρόν κείμενο αντλήθηκαν απ’ αυτό το βιβλίο.

 

[2] Εξαίρεση στη μακραίωνη ανθρώπινη διαδρομή αποτελούν οι μινωικές, οι κελτικές και σε μικρότερο βαθμό, οι γνωστικές κοινωνίες των πρώτων χριστιανικών χρόνων στις οποίες οι γυναίκες απολάμβαναν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες.

 

[3] Δες και στο Ευρετήριο Όρων τον όρο «νευροσεξισμός».

 

[4] Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι εγγράμματοι για πολλούς αιώνες ήταν μόνο οι άνδρες που βρίσκονταν γύρω από τις Εκκλησίες. Η πλειονότητα των ανδρών και σχεδόν όλες οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στη μόρφωση. Οι γυναίκες δε, ακόμη και σε πλησιέστερους σε μας αιώνες, αποθαρρύνονταν συστηματικά από κάθε διαδικασία μάθησης.

 

[5] Καθώς το θηλυκό πάντα ήταν επιφορτισμένο με την υποχρέωση να μεγαλώνει τα παιδιά, σιγά σιγά με την εδραίωση της καλλιέργειας της γης, οι άνδρες υποχρεώθηκαν να αναπτύσσουν συνεχώς τις σωματικές τους δυνάμεις οργώνοντας και σκάβοντας τα χωράφια. Έτσι, από κάποια στιγμή και πέρα έγιναν σωματικά ισχυρότεροι από τις γυναίκες. Αυτό αποτέλεσε το πρωταρχικό αίτιο της δημιουργίας σχέσεων υποτέλειας της γυναίκας προς τον άνδρα που επεκτάθηκαν σε όλους τους τομείς.

 

[6] Είναι σαφές και σήμερα ότι οι άνδρες που προτάσσουν τον ανδρισμό τους είναι αυτοί που δυσκολεύονται στις σχέσεις τους με τις γυναίκες γιατί φοβούνται αυτή τη θηλυκή πλευρά τους.