του Νίκου Σίδερη

[Τι είναι ο έρωτας;]

Ο έρωτας είναι μία ιδιότυπη σύνδεση ανάμεσα στη μαγεία και τα πράγματα. Ειδοποιό στοιχείο της είναι μία τρομακτική απαίτηση. Η απαίτηση για προνομιακή (και, συνήθως, αποκλειστική) θέση μέσα στον πόθο και, ευρύτερα, στην ψυχή του άλλου. Δεν υφίσταται έρωτας που να μην εμπεριέχει και μια απαίτηση πόθου – απαίτηση τελικά και σαρκική. Όμως ο πόθος δεν εξαντλεί το παιχνίδι. Αν είμαι ερωτευμένος, τοποθετώ τον άλλον σε μία τέτοια θέση, που εκπροσωπεί ό,τι κάνει τα πράγματα αγαπητά – και πρώτα-πρώτα, που κάνει αγαπητό εμένα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει έρωτας δίχως απαίτηση τρομερή απ’ τον άλλο – δίχως την απαίτηση να με τοποθετήσει και εμένα στην αντίστοιχη θέση μες στη δική του ψυχή. Γι’ αυτό η τόσο ανθρώπινη (κι ανέφικτη όμως για τους ανθρώπους) απαίτηση της αποκλειστικότητας οδηγεί τελικά σε προσδοκίες ουσιαστικά απάνθρωπες.

 

[Σχέση έρωτα - αγάπης]


Αυτή η τρομακτική, απάνθρωπη απαίτηση διαφοροποιεί την ερωτική αγάπη από τις άλλες μορφές αγάπης – συγγενική, φιλική, ανθρώπινη, κοσμική, θρησκευτική, μεταφυσική… Κι επειδή απ’ τον έρωτα λείπει το στοιχείο της ανιδιοτέλειας, της απόστασης, της κριτικής ή θεσμικής πλαισίωσης, γι’ αυτό πιστεύω ότι ο έρωτας είναι η μαγεία της φτωχής ψυχής – ή, ηπιότερα ίσως, μια πολύ πρωτόλεια μαγεία για την ψυχή.
 

Αν έχει νόημα αυτό που θα πω, είμαι υπέρ του έρωτα! Όμως, δεν παύει να βασίζεται σε μια ανυπόστατη απαίτηση ( να είναι ο άλλος το παν για μένα κι αντίστροφα) – δηλαδή σε μία μυθοπλασία. Κι όσο πιο μεγάλος και πιο ουσιαστικός είναι ο έρωτας, τόσο πιο πολλές οι αφαιρέσεις και οι αλχημείες που γίνονται ώστε να χωρέσει ο άλλος στο καλούπι της απαίτησής μου – τόσο πιο ακραία η μυθοπλασία. Ο έρωτας είναι και αναπόφευκτος και ουσιώδης. Όμως, η πεμπτουσία του φαινομένου έγκειται στη ματαιότητα των ουσιωδών ερώτων. 

 

[Πως επιλέγεται ο άλλος ως αντικείμενο του έρωτα;]


Ο άλλος επιλέγεται ως «ανταποκριτής» μου στην ερωτική πρόθεση με πολύ περίεργο κι αποσπασματικό κριτήριο. Συναντώ δηλαδή έναν άνθρωπο, στον οποίο ωστόσο με ελκύει, με συγκινεί, με κάνει να τον ερωτευθώ ένα πάρα πολύ μικρό στοιχείο – συνήθως ανεπίγνωτο και για μένα. Ένα κατά κανόνα λανθάνον γνώρισμα του άλλου – ένα «μυστικό σημάδι», που το αποκόβω από το σύνολο, το αναπλάθω κατά τις φαντασιώσεις μου και, μέσα από μια τέτοια άγρια χειρουργική, κάνω τον φορέα του ν’ αντιπροσωπεύει ό,τι πιο μαγικό για μένα. Είναι ένα στοιχείο που με παραπέμπει στην πρώτη μαγεία των πραγμάτων – αυτών που έζησα ή φαντάστηκα πολύ πολύ πριν, παλιά. Στον έρωτα δεν ενδιαφέρομαι ποτέ για ολόκληρο τον άνθρωπο που επιλέγω. Ενδιαφέρομαι μόνο για το εν λόγω «μυστικό σημάδι», που τον κάνει ξεχωριστό για μένα και τον ενσωματώνει προνομιακά (και αυθαίρετα μάλλον) στο ιδανικό σκηνικό που κυβερνά το νου μου.
 

[
Πώς κατασκευάστηκε από το σκηνικό;]
Το υλικό του και η λογική του πηγάζουν από τους πρώτους πρώτους έρωτες της ζωής μου – κατά κανόνα, όσους συναντώ και ζω στο οικογενειακό κυρίως περιβάλλον. Κάπου εκεί συνάντησα, κάποτε, μια αίσθηση ανάσας, βλέμματος ή δέρματος, μια χροιά φωνής, μια κάποια μελωδία κινητική, ένα κυμάτισμα μαλλιών, μια φευγαλέα ίσως στιγμή απομεσήμερου… Κάτι που συμπυκνώνει εμβληματικά για μένα το διάχυτο, ρευστό κι εκστατικό στοιχείο της γοητείας και της μαγείας, που με τον καιρό το λέμε «έρωτας». Με τέτοια υλικά και λογικές πλέκεται το σκηνικό – κατά κύριο λόγο, σε ασυνείδητο επίπεδο. Κι αυτό το σκηνικό με οδηγεί, ανεπιγνώτως, να ψάχνω κατοπινά την πρώτη εκείνη και απόλυτη μαγεία που χάθηκε, αλλά σίγουρα την έζησα – και, γι’ αυτό, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι μπορεί και απαιτώ να ξαναβρεθεί. Αυτό είναι ο έρωτας. Η βεβαιότητα ότι βρίσκομαι στον κατάλληλο χώρο και ότι συνάντησα τον κατάλληλο άνθρωπο, που διαθέτει εκείνο το «μυστικό σημάδι», το οποίο θα επιτρέψει να ξαναπαιχτεί το παλιό σενάριο, να ξαναβρεθεί το «κάτι-της-μαγείας» που έζησα τότε και με οδηγεί. Πάνω σ’ αυτό το «μυστικό σημάδι» εστιάζουμε αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα – τα οποία στην πορεία εκδηλώνονται και μας ξαφνιάζουν ή μας δυσαρεστούν. Δεν είναι όμως δυνατό να πετάξεις όλα τα άλλα (τα «άχρηστα») και να κρατήσεις μόνο τη λεπτομέρεια – το «μυστικό σημάδι»
 για σένα. Γι’ αυτό και είναι έργο δυσχερέστατο η «πρακτική διαχείριση» του έρωτα – και, κατά κανόνα, γκρίζα η προοπτική, οι πιθανότητες…

[
Πεθαίνει ο έρωτας;]

Ανάμεσα σε δύο ναι – μέσα σε έναν, ποτέ. Αντίστοιχα, επειδή είμαι πιστός σε μία οπτασία (το «μυστικό σημάδι»), γι’ αυτό κατά κανόνα είμαι άπιστος στις συγκυριακές του ενσαρκώσεις. Ουσιαστικά, είμαστε πάντα ερωτευμένοι με το ίδιο στοιχείο μαγείας, με τον ίδιο «άνθρωπο» – εφόσον στη γλώσσα του έρωτα ο άνθρωπος ορίζεται ως ο φορέας του ίχνους μιας παλιάς ευτυχίας, μιας πρωταρχικής εμπειρίας ικανοποίησης και απόλαυσης. Έτσι, οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, όμως ο έρωτάς μας παραμένει.
 

[
Πως συνοψίζεται η λογική του έρωτα;]

Εκείνη την παλιά και πια ανεύρετη πρωταρχική εμπειρία ικανοποίησης και απόλαυσης, αυτή ζητώ να ξαναβρώ στον έρωτα, με οδηγό μου το έμβλημά της, το «κάτι-της-μαγείας», το «μυστικό σημάδι». Η λογική του έρωτα μου λέει
 «Θα το ξαναβρείς». Αυτό είναι κάτι απατηλό. Αν έλεγε «Ψάξε μήπως και το ξαναβρείς», τότε θα ήταν πιο συνετό. Κι αν έλεγε «Ψάξε κι ας μην το ξαναβρείς», τότε θα ήταν αληθινά η σοφία – η επίγνωση αυτού που ήδη ονόμασα «η ματαιότητα των ουσιωδών ερώτων». 

Β΄

Η καλύτερη σύνοψη ως προς το τι είναι ο έρωτας αποδίδεται, πιστεύω, με το
 ακόλουθο υπόδειγμα στάσης και λειτουργίας στο πλαίσιο μιας σχέσης.

Δεν πειράζει! (Τετραλογία των τυχερών σχέσεων)

Ατελής συνύπαρξη — η βασική ιδέα, το βασικό πλαίσιο. Που σημαίνει:

— Συνύπαρξη ανθρώπων, δηλαδή όντων ατελών. Καθένας έχει τους περιορισμούς του, τα κενά, τις τρύπες του, τις παραξενιές του, τις ιδιοτροπίες του, τα γούστα του,τη μικρή ή μεγάλη νεύρωσή του — κατά κανόνα, αταίριαστα με του άλλου τις ατέλειες. Κανείς δεν είναι τέλειος. Δεν πειράζει.

— Συνύπαρξη μερική, όχι ολική. Ο κοινός χώρος ζωής και απολαύσεων δεν εξαντλεί όλο το χώρο ζωής, ούτε όλους τους χώρους απολαύσεων. Υπάρχει πάντα κι ένας χώρος απόλυτα προσωπικός, ιδιωτικός, αδιαμοίραστος, ακοινώνητος κι απαραβίαστος. Η κοινοκτημοσύνη της φαντασίας και των αισθημάτων είναι μια χίμαιρα. Και δεν πειράζει.


— Και ο κοινός χώρος και η συνύπαρξη μέσα σ’ αυτόν είναι επίσης ατελή. Η απόλυτη συνταύτιση είναι χίμαιρα. Η απόλυτη συμπληρωματικότητα είναι χίμαιρα. Η απόλυτη πληρότητα είναι χίμαιρα. Η απόλυτη αναγνώριση είναι χίμαιρα. Η απόλυτη αποδοχή είναι χίμαιρα. Η απόλυτη διαφάνεια είναι χίμαιρα. Η απόλυτη σαφήνεια είναι χίμαιρα. Η απόλυτη ειλικρίνεια είναι χίμαιρα. Η απόλυτη επικοινωνία είναι χίμαιρα. Ακόμη και για τα κοινά, το απόλυτο μοίρασμα είναι χίμαιρα. Πάντα κάτι λείπει, κάτι δε χωράει, κάτι δεν ταιριάζει, κάτι περισσεύει, κάτι διαφεύγει, κάτι κρύβεται, κάτι δε μπορεί να ειπωθεί, να εκφρασθεί, να κοινοποιηθεί. Και δεν πειράζει.

— Καμία σχέση δεν είναι δεδομένη, μια για πάντα. Πολλά θα παιχτούν, ξανά και ξανά — και καλά και κακά. Και τίποτε δεν διαρκεί για πάντα. Μα δεν πειράζει.

 Σταθερότητα και εξέλιξη. Δηλαδή σεβασμός του άλλου και του βασικού πλαισίου — της ατελούς συνύπαρξης — και αναζήτηση νέων εκφράσεων, νέων σκηνικών, νέων τρόπων, νέων απολαύσεων, νέων μορφών και λόγου και αισθημάτων και αλήθειας. Καθένας έχει βέβαια τους δικούς του ρυθμούς και τρόπους και τις δικές του προνομιούχες περιοχές αναζητήσεων — που η συνάντηση ή η εναρμόνισή τους με του άλλου πάντοτε είναι ατελής. Δεν πειράζει.

 Χάρη και αλήθεια — όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Η χάρη του ψεύτικου γρήγορα χάνεται, αφήνοντας πίσω της άγρια πίκρα, άγονο κενό και αίσθηση απόλυτης ματαιότητας. Αυτό πειράζει. Η γυμνή αλήθεια, πάλι, δίχως χάρη, πάντα και παντού, απονεκρώνει τη φαντασία και το παιχνίδι — είναι σαδισμός. Πληγώνει δίχως να δυναμώνει. Κι αυτό πειράζει. Χάρη και αλήθεια, λοιπόν — όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Δηλαδή, με σεβασμό, αγάπη και ανεκτικότητα. Είμαστε όλοι μας άνθρωποι. Κι αυτό δεν πειράζει.

 Στοχαστικές προσαρμογές. Σώμα και φαντασία, κενό και παρουσία, λογική και παιχνίδι, εγγύτητα και απόσταση, διεκδίκηση και διακριτικότητα, αγάπη και αυτονομία... Πολλά, μα όχι όλα... Κι ο συνδυασμός τους ατελής και δύσκολος. Ωστόσο, αν μένει ζωντανή η υπόσχεση και ανοιχτή η αναζήτηση, ό,τι κι αν γίνεται και ό,τι κι αν δε γίνεται, δεν πειράζει.