Ο Ερωτισμός ως ανθρώπινο χαρακτηριστικό

 

Ο ερωτισμός είναι το πρόβλημα των προβλημάτων. Ο άνθρωπος- ως ερωτικό ζώο- είναι ένα πρόβλημα και για τον ίδιο του τον εαυτό. Μεταξύ όλων των άλλων προβλημάτων, ο ερωτισμός είναι το πιο μυστηριώδες, το πιο γενικό, το πιο παραμερισμένο. Γι’ αυτόν που δεν μπορεί να υπεκφύγει, γι’ αυτόν που η ζωή του ανοίγεται στον πλεονασμό, ο ερωτισμός είναι κατ’ εξαίρεση το προσωπικό πρόβλημα. Και ταυτόχρονα, κατ’ εξαίρεση, είναι το οικουμενικό πρόβλημα. Η ερωτική στιγμή είναι η πιο έντονη απ’ όλες και τοποθετείται στην κορυφή του ανθρώπινου πνεύματος. Ο ερωτισμός είναι στο μυαλό των πιο πολλών από μας.

 

Ο ερωτισμός είναι τουλάχιστον αυτό για το οποίο είναι δύσκολο να μιλάμε. Στο σύνολο της εμπειρίας μας η ερωτική εμπειρία παραμένει ουσιαστικά ξεκομμένη από τη φυσιολογική επικοινωνία των συγκινήσεων. Πρόκειται για ένα απαγορευμένο θέμα. Τίποτα βέβαια, δεν απαγορεύεται τελείως, πάντα υπάρχουν παραβάσεις. (Και η διαστροφή θα μπορούσε να οριστεί ως τέχνη του να απολαμβάνει κανείς μ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο μανιακό τρόπο το αίσθημα της παράβασης). Σήμερα υπάρχει μια εξασθένιση αυτής της απαγόρευσης –χωρίς αυτή την εξασθένιση άλλωστε, δε θα μπορούσα σήμερα να σας μιλώ. Πάντως η ερωτική εμπειρία κατά κύριο λόγο μας υποχρεώνει στη σιωπή.

 

Η υπερβολή καθορίζει κατά πολύ τον έρωτα και η τρυφερότητα δεν αλλάζει τίποτα από το παιχνίδι που συνδέει τον έρωτα με το θάνατο. Η ερωτική συμπεριφορά αντιτίθεται στη συνηθισμένη, όπως η δαπάνη στην απόκτηση. Αν συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τη λογική, προσπαθούμε να αποκτήσουμε κάθε είδους αγαθά, εργαζόμαστε με σκοπό να αυξήσουμε τους πόρους μας ή τις γνώσεις μας. Πάνω σε τέτοιες συμπεριφορές θεμελιώνεται κύρια η κοινωνική μας θέση. Τη στιγμή του σεξουαλικού πυρετού όμως, συμπεριφερόμαστε κατά τρόπο εκ διαμέτρου αντίθετο: δαπανάμε δίχως μέτρο τις δυνάμεις μας και μερικές φορές μέσα στη βιαιότητα του πάθους, διασπαθίζουμε ανώφελα σημαντικούς πόρους. Η ηδονή είναι τόσο κοντά στην καταστροφικότητα ώστε να αποκαλούμε τη στιγμή του παροξυσμού της «μικρό θάνατο». Συνεπώς οι όψεις που ανακαλούν για μας την ερωτική υπερβολή αντιπροσωπεύουν πάντα μια αταξία. Η γύμνια καταστρέφει την ευπρέπεια που παρουσιάζουμε μέσα από τα ρούχα μας. Μπαίνοντας όμως στη οδό της ηδονικής αταξίας δεν ικανοποιούμαστε με το λίγο. Η καταστροφή ή η προδοσία συνοδεύουν ενίοτε την άνοδο της γενετήσιας υπερβολής. Ο κολασμός και ο φόνος παρατείνουν αυτή την καταστροφική ορμή. Και η πορνεία επίσης, το χυδαίο λεξιλόγιο και όλοι οι δεσμοί του ερωτισμού και της ατιμίας συμβάλλουν στο να γίνεται ο κόσμος της ηδονής ένας κόσμος ξεπεσμού και καταστροφής.

 

Η αληθινή ευτυχία μας βρίσκεται μόνο στο μάταιο ξόδεμα, σαν να ανοιγόταν μια πληγή μέσα μας: θέλουμε πάντα να είμαστε σίγουροι για την αχρηστία, ενίοτε για τον καταστροφικό χαρακτήρα της δαπάνης μας. Θέλουμε έναν αναποδογυρισμένο κόσμο, θέλουμε τον κόσμο απ’ την ανάποδη. Η αλήθεια του ερωτισμού είναι η προδοσία.

Ζωρζ Μπατάιγ

 

Ο  γάμος

 

Οι κλειστές κοινότητες των πρωτόγονων είχαν ανάγκη από συμμάχους και αγαθά που τα κατείχαν άλλοι. Κατ’ αρχήν, Η απαγόρευση της αιμομιξίας αποτελεί το θεμελιώδες διάβημα χάρη στο οποίο, δια του οποίου, αλλά προ πάντων κατά το οποίο, ο άνθρωπος επιτέλεσε το πέρασμα από τη φύση στον πολιτισμό. Κλοντ Λεβί Στρος

Αναγκαστικά, προχώρησε στη σύναψη γάμων εκτός των ορίων της οικογένειας. (Ωστόσο, η σεξουαλική επιθυμία για την κόρη, την αδελφή κ.λ.π. παραμένει μια παρόρμηση που δύσκολα κατανικιέται, παρ’ όλες τις απαγορεύσεις και κυρώσεις).

Η όψη του οικονομικού συνεταιρισμού, της ανακατανομής του πλούτου, με σκοπό την αναπαραγωγή, έγινε η κυρίαρχη όψη του γάμου.

 

Η απαγόρευση της αιμομιξίας περιόρισε την απεριόριστη ελευθερία των σεξουαλικών επαφών, όπως στη ζωή των ζώων. Ο γάμος έγινε ο τόπος όπου περιορίζονταν οι σεξουαλικές σχέσεις. Σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μια επιβίωση από άλλη εποχή όπου οι σεξουαλικές σχέσεις εξαρτιόταν αποκλειστικά απ’ αυτόν.

 

Είναι αλήθεια, ότι ο άνθρωπος δεν κατάφερε ποτέ να αποκλείσει τον αισθησιασμό παρά μόνο επιφανειακά ή από έλλειψη ατομικού σφρίγους. Ακόμη και οι άγιοι μπαίνουν στον πειρασμό. Έτσι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο από το να διαφυλάσσουμε χώρους στους οποίους να μην μπορεί να εισχωρήσει η σεξουαλική δραστηριότητα. Γι’ αυτό υπάρχουν χώροι, περιστάσεις και διαφυλαγμένα πρόσωπα που όλες οι όψεις της σεξουαλικότητας θεωρούνται άσεμνες. Για παράδειγμα, ένα βαθύ ντεκολτέ είναι ανάρμοστο το πρωί στη δουλειά, αλλά ορθό το βράδυ σε μια έξοδο. Και η πιο απόκρυφη γύμνια δεν είναι άσεμνη στο ιατρείο του γιατρού. Το αυθαίρετο όριο ανάμεσα σε επιτρεπόμενους συγγενείς και σε απαγορευμένους συγγενείς μεταβάλλεται ανάλογα με την ανάγκη να διασφαλιστούν τα κυκλώματα των ανταλλαγών. Όταν αυτά τα οργανωμένα κυκλώματα παύουν να είναι χρήσιμα, η αιμομικτική κατάσταση περιορίζεται. Όταν δε λειτουργεί άλλο η χρησιμότητα, οι άνθρωποι παραμελούν συν τω χρόνω τα εμπόδια η αυθαιρεσία των οποίων έγινε σοκαριστική. (βλέπε γάμους ανάμεσα σε ξαδέλφια στις βασιλικές οικογένειες του μεσαίωνα, παρακμή του θεσμού του γάμου στις σύγχρονες κοινωνίες).

 

Ολόκληρη η κοινωνική ανθρωπότητα αποκλείει ριζικά την αταξία των αισθήσεων, αρνείται τη φυσική αρχή της και θεωρεί ότι ο γάμος είναι ο χώρος που καλλιεργούνται οι αξίες μακριά από τη βία και τον ρύπο των παθών. Κατά μια έννοια, ο γάμος ενώνει το συμφέρον και την αγνότητα, τον αισθησιασμό και την απαγόρευση του αισθησιασμού, τη γενναιοδωρία και την τσιγγουνιά. Συμβάλλει στη δημιουργία του ανθρώπινου κόσμου, όπου ο σεβασμός, η δυσκολία και η επιφύλαξη υπερτερούν πάνω στη βία. Είναι το συμπλήρωμα του ερωτισμού όπου το επαγγελόμενο στον πόθο αντικείμενο αποκτά μια πολύ έντονη αξία. Δε θα υπήρχε ερωτισμός εάν δεν υπήρχε από την άλλη ο σεβασμός στις απαγορευμένες αξίες (δε θα υπήρχε πλήρης σεβασμός αν η ερωτική παρεκτροπή δεν ήταν ούτε εφικτή ούτε σαγηνευτική). Ο σεβασμός αναμφίβολα δεν είναι άλλο από την παρακαμπτήριο της βίας. Από τη μία πλευρά, ο σεβασμός διευθετεί το χώρο μέσα στον οποίο είναι απαγορευμένη η βία, απ’ την άλλη αφήνει στη βία μια δυνατότητα παράτυπης έλευσης μέσα σε χώρους που έπαψε να είναι παραδεκτή. Η απαγόρευση δεν αλλάζει τη βία της σεξουαλικότητας, αλλά ανοίγει στον πειθαρχημένο άνθρωπο μια πόρτα την οποία δε θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζωώδες στοιχείο, την πόρτα της παράβασης του κανόνα (μερικές φορές η παράβαση είναι αποδεκτή αρκεί να μη γίνει γνωστή). Έτσι ενώ ο γάμος ήταν ο συμβιβασμός της σεξουαλικής δραστηριότητας και του σεβασμού, αποκτά όλο και περισσότερο τη σημασία του δεύτερου. Δεν είναι λοιπόν, η απουσία έρωτα αυτό που κάνει γελοίο ένα σπιτικό, είναι ότι συγχέουμε με τον έρωτα την υλική οργάνωση, ότι μπερδεύουμε μες στα ψώνια των ψιλικοσιδερικών την κυριαρχικότητα ενός πάθους.

 

 

(Πληροφορίες και αποσπάσματα αντλήθηκαν: «Η Διπλή φλόγα», Οκτάβιο Παζ.)

 

Επιμέλεια: Έλενα Σκαρπίδου