Ιδιωτική ζωή, δηµόσιο νόηµα

Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό βιώνουμε τη σεξουαλικότητά µας ως µια αυστηρά ατομική και ιδιωτική πτυχή της ζωής µας. Θεωρούμε ότι οι σεξουαλικές µας αντιλήψεις και επιλογές προκύπτουν «µε φυσικό τρόπο» από µμέσα µας, ενώ είναι γνωστό µε βάση τα επιστημονικά δεδομένα ότι η σεξουαλικότητα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις κυρίαρχες αντιλήψεις και την ιδεολογία για τα φύλα, την ιστορική εποχή, τις κοινωνικές νόρμες και τις σχέσεις εξουσίας, το πολιτισμικό πλαίσιο, ακόμα και από την βιοτεχνολογία. Οι αποδεκτές μορφές σεξουαλικής έκφρασης, ερωτικής ανταπόκρισης, η γονιμότητα και ο έλεγχος της αναπαραγωγής διαφέρουν αρκετά από κοινωνία σε κοινωνία και το τι θεωρείται αποδεκτό βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδεολογία για τα φύλα που επικρατεί στη συγκεκριμένη κοινωνία. Σε κάθε κοινωνία το φύλο καθοδηγεί κατά κάποιο τρόπο και επηρεάζει τη σεξουαλική συμπεριφορά στην ιδιωτική ζωή, όπως επίσης και την αξιολόγηση αυτής της συμπεριφοράς.


Ας δούµε όµως τα θέµατα αυτά πιο αναλυτικά

  • Ανάπτυξη της σεξουαλικότητας

Οι εµπειρίες της παιδικής ηλικίας θέτουν τη βάση της ενήλικης σεξουαλικότητας. Για τα κορίτσια η εφηβεία συνοδεύεται συνήθως µε µεγαλύτερη αµφιθυµία ως προς τη θηλυκότητά τους και περισσότερους περιορισµούς στη σεξουαλικότητά τους. Αρχίζει επίσης η διαδικασία θεώρησης των κοριτσιών, κατά κάποιο τρόπο ως σεξουαλικών αντικειµένων, µε τα ζητήµατα της εξωτερικής εµφάνισης να παίζουν σηµαντικό ρόλο. Για τα αγόρια εφηβεία συνοδεύεται συνήθως µε µια πιο ορατή έκφραση του ανδρισµού τους και πιο ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητάς τους.

Κατά την εφηβεία τα αγόρια και τα κορίτσια εισπράττουν διαφορετικά κοινωνικά μηνύματα για τη σεξουαλική έκφραση. Τα κορίτσια ενθαρρύνονται κυρίως να αναστέλλουν τις σεξουαλικές τους επιθυµίες µέχρι να αφοσιωθούν σε µια σχέση και να αποφεύγουν ευκαιριακές σχέσεις για να µη χάσουν την ‘τιµή’ τους, ενώ τα αγόρια να επιδεικνύουν τον ανδρισµό τους συνάπτοντας πολλές πρόσκαιρες σχέσεις. Έτσι βέβαια ενθαρρύνονται και ισχυροποιούνται αντιλήψεις για την µεγαλύτερη σεξουαλική ορµή των ανδρών.

Το νόηµα και η εµπειρία της πρώτης σεξουαλικής επαφής διαφέρει ανάλογα µε το φύλο και το πολιτισµικό πλαίσιο. Η πρώτη σεξουαλική επαφή για το αγόρι σηµατοδοτεί τυπικά την µετάβαση στον ανδρισµό, περιγράφεται συνήθως µε πιο θετικούς όρους και πραγµατοποιείται συχνά µε πίεση της οµάδας των συνοµηλίκων, αλλά και των ενηλίκων, ενώ συχνά για το κορίτσι εκλαµβάνεται ως απώλεια της παρθενιάς του – γεγονός που έχει ακόµη συνέπειες σε πιο παραδοσιακά τµήµατα της κοινωνίας και περιγράφεται µε θετικά και αρνητικά συναισθήµατα. Στις περισσότερες κοινωνίες οι ετεροσεξουαλικές σχέσεις έχουν αποµακρυνθεί από την έννοια της αναπαραγωγής σε µια αντίληψη που είναι πιο κοντά στην ευχαρίστηση.

  • Σεξουαλικός προσανατολισµός

Ο σεξουαλικός προσανατολισµός αναφέρεται στον τρόπο µε τον οποίο εκφράζεται η σεξουαλική έλξη σε κάθε άτοµο. Στις δυτικές κοινωνίες παίρνει τη µορφή της ετεροσεξουαλικότητας, οµοσεξουαλικότητας και αµφισεξουαλικότητας. Ο σεξουαλικός προσανατολισµός αποτελεί ένα λιγότερο ή περισσότερο σταθερό σχήµα ερωτικής έλξης και συµπεριφοράς προς άτοµα του ίδιου ή άλλου φύλου. Άτοµα µε αµφισεξουαλικό προσανατολισµό µπορούν να σχετίζονται σεξουαλικά µε άνδρες και µε γυναίκες.

Στις περισσότερες κοινωνίες, η σεξουαλική σχέση µε ένα ενήλικα του άλλου φύλου –ιδιαίτερα αν συνοδεύεται µε γάµο, δηλ η νοµιµοποιηµένη ιδιωτική σεξουαλική δραστηριότητα -αποτελεί σηµαντικό συστατικό του ανδρισµού ή της θηλυκότητας. Οι στάσεις των ατόµων για σεξουαλικές σχέσεις ανάµεσα σε άτοµα του ίδιου φύλου διαφέρουν ανάλογα µε το πολιτισµικό πλαίσιο και την εποχή. Σε ορισµένες κοινωνίες οι σεξουαλικές σχέσεις ανάµεσα σε άτοµα του ίδιου φύλου θεωρούνται ως παραβίαση των θρησκευτικών και ηθικών κανόνων και τιµωρούνται, ενώ σε άλλα κράτη υπάρχει νοµιµοποίηση των συµβιώσεων µε άτοµα του ίδιου φύλου. Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, άτοµα που επιλέγουν ερωτικούς συντρόφους του ίδιου φύλου έχουν κατά καιρούς κατηγορηθεί ως αµαρτωλοί, κακοί, διαταραγµένοι, εγκληµατίες ή ότι ανήκουν σε µια ενδιάµεση κατηγορία –ανάµεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Για παράδειγµα, σύµφωνα µε παλιότερες εκδόσεις διαγνωστικής ψυχιατρικής ταξινόµησης, π.χ. στο DSM της Αµερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας, του 1952 και στην επαναθεώρηση του 1968, η οµοφυλοφιλία κατατασσόταν στις κοινωνικοπαθητικές διαταραχές της προσωπικότητας. Το 1973 αποσύρθηκε η οµοφυλοφιλία από τον κατάλογο των ψυχικών διαταραχών της Αµερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας και το 1993 αποσύρθηκε και από τον αντίστοιχο κατάλογο της Παγκόσµιας Οργάνωσης Υγείας.

 

Τέτοιου τύπου αντιλήψεις υπάρχουν σε µικρότερη έκταση σήµερα. Κατά τον 20ο αι. µπορεί να έγινε η οµοφυλοφιλία πιο κοινωνικά αποδεκτή συµπεριφορά ή και νοµιµοποιηµένη, αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις, στιγµατισµός και ενίοτε βία προς άτοµα µε οµοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισµό. Ταυτόχρονα οι πολιτισµικές αλλαγές επέτρεψαν στα άτοµα αυτά να γίνουν περισσότερο ορατά και να αποκτήσουν περισσότερη πολιτική και κοινωνική εξουσία. Σήµερα η κοινωνικά κατασκευασµένη έννοια του σεξουαλικού προσανατολισµού αναφέρεται στην αντίληψη ότι οι άνθρωποι µπορούν να κατηγοριοποιηθούν κοινωνικά µε βάση το φύλο του ερωτικού τους συντρόφου. Ορισµένα άτοµα που αυτοπροσδιορίζονται ως ετεροσεξουαλικά µπορεί να είχαν ή να έχουν σεξουαλικές εµπειρίες και µε το ίδιο φύλο ή µπορεί να νιώθουν ερωτική έλξη µε άτοµα του ίδιου φύλου

Η µεγάλη πλειονότητα των οµοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών δεν έχουν καµιά σύγχυση ή δεν είναι διαταραγµένοι σχετικά µε το φύλο στο οποίο ανήκουν, βλέπουν τους εαυτούς τους ως άνδρες ή γυναίκες που διαφέρουν από την πλειονότητα των ετεροσεξουαλικών ατόµων µόνον ως προς τις ερωτικές επιλογές και ως προς συγκεκριµένες όψεις των οικογενειακών ρόλων.

Η δηµόσια σηµασιοδότηση και ερµηνεία των σχέσεων µεταξύ ατόµων του ίδιου φύλου εξαρτάται από τη κοινωνία λοιπόν και την εποχή στην οποία ζει το άτοµο.

Η ανάπτυξη του σεξουαλικού προσανατολισµού είναι ένα σύνθετο φαινόµενο – αποτέλεσµα της συνδυασµένης επίδρασης πολλών παραγόντων. Υποθέσεις που στηρίζονται µόνον σε χρωµοσωµικές, ορµονικές ή άλλες διαφορές δεν είναι επαρκείς. Επίσης, δεν υπάρχουν δεδοµένα που να στηρίζουν την υπόθεση ότι ο προσανατολισµός σε άτοµα του ίδιου φύλου είναι σύµπτωµα µιας διαταραχής της ταυτότητας φύλου του ή µιας ψυχικής ή συναισθηµατικής δυσλειτουργίας. Ο προσανατολισµός αυτός δεν φαίνεται να είναι αποτέλεσµα µιας προβληµατικής κοινωνικοποίησης κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ούτε αποτέλεσµα µιας συγκεκριµένης δυναµικής στην οικογένεια. Να σηµειώσουµε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισµός στις γυναίκες είναι πιο ευέλικτος και ρευστός.

  • Φύλο, πολιτισµικό πλαίσιο και σεξουαλική ανταπόκριση

Οι εγκεφαλικές διαδικασίες και οι δομές που δραστηριοποιούνται στη σεξουαλική ανταπόκριση είναι ίδιες για τους άνδρες και τις γυναίκες. Η σεξουαλική διέγερση αρχίζει από ένα εσωτερικό ερέθισμα, όπως µια ερωτική σκέψη ή φαντασίωση, ή ένα εξωτερικό, όπως ένα ελκυστικό πρόσωπο. Το τι είναι σεξουαλικό ερεθιστικό και προκαλεί διέγερση φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ανθρώπινης διαφοροποίησης, τόσο σε ατομικό, όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο. Έτσι, αν και η φυσιολογία της σεξουαλικής συμπεριφοράς είναι οικουμενική, οι ψυχολογικές διαστάσεις της σεξουαλικότητας επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την ιδεολογία για τα φύλα και τις πολιτισμικές  νόρμες.

  • Σεξουαλικές αντιλήψεις και συμπεριφορά: Η επήρεια του φύλου και του πολιτισμικού πλαισίου

Αν και η φυσιολογία της σεξουαλικής συµπεριφοράς, όπως αναφέραµε παραπάνω είναι οικουµενική, οι ψυχολογικές διαστάσεις της σεξουαλικότητας επηρεάζονται σε µεγάλο βαθµό από την ιδεολογία για τα φύλα και τις πολιτισµικές νόρµες.

Γνωρίζουμε από τις μελέτες της κοινωνικής ανθρωπολογίας ότι διαφορετικοί πολιτισμοί έχουν διαφορετικού ρόλους για τους άνδρες και τις γυναίκες όσον αφορά στη σεξουαλικότητα. Υπάρχουν λίγα οικουμενικά στοιχεία – παγκόσμιες σταθερές στη σεξουαλικότητα. Αν εξαιρέσουμε τη μορφή της συνουσίας µε τη διείσδυση του πέους στο κόλπο που οδήγησε στην ανθρώπινη αναπαραγωγή και υπάρχει σ’ όλους τους πολιτισμούς, υπάρχει µια μεγάλη ποικιλία εμπειριών και δραστηριοτήτων που οι άνθρωποι θεωρούν ερωτικές και το πολιτισµικό πλαίσιο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σεξουαλική έκφραση (όπως, τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων, τις συνθήκες στις οποίες ένα είδος σεξουαλικής έκφρασης θεωρείται κατάλληλο ή όχι). Για παράδειγμα, το φιλί – ως τρόπος ερωτικής έκφρασης – δεν υπάρχει καθόλου ή  θεωρείται  αηδιαστικό  σε ορισμένους πολιτισμούς, ενώ στις ∆υτικές κοινωνίες είναι διαδεδομένο και θεωρείται ιδιαίτερα απολαυστική ερωτική συμπεριφορά.

 

Οι αντιλήψεις µας καθορίζουν τις στάσεις µας και τη συμπεριφορά µας στο σεξουαλικό   τομέα. Οι σεξουαλικές αντιλήψεις εμπεριέχουν, όμως και µια αξιολόγηση για ορισμένες όψεις της σεξουαλικότητας. Ορισμένες συμπεριφορές είναι καλύτερες ή πιο επιθυμητές ή καθόλου αποδεκτές. Υπάρχουν ορισμένες κυρίαρχες αντιλήψεις σε κάθε πολιτισµικό πλαίσιο που επηρεάζουν τις σεξουαλικές αντιλήψεις που σχετίζονται µε τα φύλα. Για παράδειγμα, µια κοινωνία μπορεί να είναι ανεκτική για ορισμένες µμορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς, όπως προγαμιαίες σχέσεις και οι σχέσεις εκτός γάμου, και αρκετά συντηρητική σε άλλες, όπως οι σχέσεις ανάµεσα σε άτοµα του ίδιου  φύλου.  Στις  κοινωνίες  όπου  η  ετεροσεξουαλικότητα  είναι προνομιακή «φυσική» κατηγορία, οι άλλες μορφές σεξουαλικότητας θεωρούνται ως παρέκκλιση και ανωμαλία. Επίσης, σε κάθε πολιτισμικό πλαίσιο υπάρχουν κυρίαρχες αντιλήψεις για το τι εμπεριέχει «το κάνω σεξ». Να θυμίσω τη δημοσιοποίηση της ερωτικής δραστηριότητας του προέδρου Κλίντον και τη διαμάχη για το αν το στοματικό σεξ συνιστούσε ερωτική πράξη ή όχι.

Στις δυτικές κοινωνίες, υπήρξαν σημαντικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια στις αντιλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τις προγαμιαίες σχέσεις, τις σχέσεις εκτός γάμου, το στοματικό σεξ, τις σχέσεις ανάµεσα σε άτοµα του ίδιου  φύλου.

Παρατηρούμε ότι οι σεξουαλικοί κανόνες μεταβάλλονται. Για παράδειγμα, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ο στοµατικός έρωτας ήταν «αφύσικος», ή αμαρτία και σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστούσε παράνομή πράξη. Αυτή η συμπεριφορά είχε συνδυαστεί κυρίως µε ομοφυλόφιλους άνδρες και γυναίκες, καθώς  και µε  την πορνεία και εθεωρείτο αποκλίνουσα. Σήμερα, οι σεξολόγοι συμφωνούν για τα πλεονεκτήματά της και για τα δύο φύλα και αποτελεί  συχνή  σεξουαλική  πρακτική όχι μόνον σε ομόφυλα ζευγάρια αλλά και σε  ετερόφυλα, ορισμένες φορές χρησιμοποιείται ως τεχνική για την αποφυγή εγκυμοσύνης ανάμεσα σε έφηβες/-ους.

 

Ένα άλλο ζήτηµα είναι η ύπαρξη διπλών κριτηρίων για τη σεξουαλική  συμπεριφορά των ανδρών και των γυναικών. Για παράδειγμα, µπορούµε να καταγράψουμε πως οι κοινωνικοί ρόλοι των φύλων διαμορφώνουν την σεξουαλικότητα. Σε µια κοινωνία όπου ο κοινωνικός ρόλος του άνδρα δίνει  έμφαση κυρίως στην αυτονομία, την εξουσία, την ανεξαρτησία, αυτό θα έχει συνέπειες και στον τομέα της σεξουαλικότητας, δηλαδή οι άνδρες θα παίρνουν κυρίως την πρωτοβουλία για σεξ, θα εξουσιάζουν, θα είναι πιο  έμπειροι  και  καλοί γνώστες των ερωτικών. Αντίστοιχες προδιαγραφές υπάρχουν και για τη γυναικεία σεξουαλικότητα στη βάση του κοινωνικού της ρόλου. Έτσι, για πολλές κοινωνίες οι προγαμιαίες σχέσεις, οι εκτός γάμου σχέσεις αποτελούσαν ανδρικό προνόμιο. Γυναίκες που εμπλέκονται σε τέτοιες συμπεριφορές στιγματίζονταν συχνά, τιμωρούνταν ή και φονεύονταν. Χωρίς να σημαίνει ότι οι συμπεριφορές αυτές έχουν εκλείψει σε όλα τα πολιτισμικά πλαίσια, σήμερα υπάρχει µμεγαλύτερη αποδοχή αυτών των συμπεριφορών και για τα δύο φύλα. Βέβαια, οι µη νοµιµοποιηµένες µε γάμο σχέσεις είναι περισσότερο αποδεκτές στο πλαίσιο μιας σχέσης, ενώ οι εκτός γάμου σχέσεις δεν είναι γενικά  αποδεκτές.

Αν και οι προγαμιαίες σχέσεις αποτελούν σχέσεις δύο ετερόφυλων ατόμων πριν τον γάμο, όλο και πιο συχνά σήμερα οι άνθρωποι έχουν σχέση χωρίς τη πρόθεση να παντρευτούν ή έχουν σχέση µε άτοµα του ίδιου  φύλου.

Υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα φύλα στον αριθμό των ερωτικών συντρόφων που αναφέρουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, µε τους άνδρες να υπερβάλλουν και τις γυναίκες το αντίθετο. Βέβαια, μπορεί οι άνδρες  και οι γυναίκες να χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια για να καθορίσουν αν έκαναν ή όχι σεξ. Οι αλλαγές στις σεξουαλικές νόρμες σημαίνει ότι οι νέες γυναίκες, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό, είναι περισσότερο πρόθυμες να έχουν περισσότερες εμπειρίες µε περισσότερους/-ες  συντρόφους.

Υπάρχουν πολλοί μύθοι που επιβιώνουν ακόμα για τη σεξουαλικότητα  των  ανδρών και των γυναικών. Για παράδειγμα, σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούν ακόμη στη κοινή γνώμη οι αντιλήψεις ότι οι άνδρες έχουν ισχυρότερη σεξουαλική ορµή και γι αυτό τον λόγο η  κοινωνία πρέπει να είναι πιο ανεκτική στη σεξουαλική  τους δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, η έρευνα αποδεικνύει ότι, σε επίπεδο φυσιολογίας, υπάρχουν µμεγάλες ομοιότητες µμεταξύ  ανδρών  και  γυναικών στην ανταπόκρισή τους σε σεξουαλικά ερεθίσματα και ότι οι γυναίκες έχουν µμεγάλη ικανότητα για σεξουαλική ευχαρίστηση. Η κύρια διαφορά ανάμεσα στα φύλα είναι ότι οι γυναίκες έχουν τη δυνατότητα πολλαπλών οργασμών, ενώ οι άνδρες όχι.

Υπάρχουν επίσης, διπλά κριτήρια και για την αποδοχή της ομοφυλοφιλίας των ανδρών και των γυναικών. Είμαστε περισσότερο ανεκτικοί/-ές στην ομοφυλόφιλη συμπεριφορά των γυναικών ενώ όχι τόσο των ανδρών και αυτό ερμηνεύεται από το γεγονός ότι ο ανδρισμός αποτελεί αξία µε υψηλό κύρος στην κοινωνία µας, οπότε υπάρχει μεγαλύτερη προκατάληψη για τους ομοφυλόφιλους άνδρες που  αποκλίνουν από το ρόλο τους. ‘Έχει καταγραφεί σε πολλές έρευνες ότι οι ομοφυλόφιλοι άνδρες ήταν περισσότερο κοινωνικά απαξιωµένοι άνδρες σε σχέση µε τους ετερόφυλους και αυτό οφείλεται στη σύνδεση της ομοφυλοφιλίας των ανδρών µε τη θηλυκότητα. Η σύγχυση που υπάρχει μεταξύ σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας του φύλου και κοινωνικού φύλου συμβάλλει στην απαξίωση της ομοφυλοφιλίας- στο βαθμό που επικρατεί η αντίληψη ότι «αποκλίνουν» από τις κοινωνικές προδιαγραφές για τους ρόλους των  φύλων.

Η γενική εικόνα που προκύπτει από τις έρευνες είναι ότι τα άτοµα που δεν βλέπουν ευνοϊκά τις κοινωνικές αλλαγές στους ρόλους των φύλων και στη σεξουαλική συμπεριφορά είναι πιο πιθανόν να είναι ομοφοβικοί. Η ομοφοβία στα άτομα συνδέεται µε παραδοσιακές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων και δεν είναι απλά µια προκατάληψη του ατόμου ενάντια στα ομοφυλόφιλα άτομα. Η ομοφοβία δεν αντανακλάται µόνο στο επίπεδο των στάσεων, αλλά, επηρεάζει την κοινωνική συμπεριφορά και, κατά συνέπεια, συμβάλλει  στη  συµµόρφωση  στους  παραδοσιακούς  ρόλους των φύλων. Άρα, η σύμπραξη κατά της ομοφοβίας είναι βασική προϋπόθεση για κοινωνικές αλλαγές. Βέβαια, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση των άνισων σχέσεων εξουσίας ανάµεσα στα φύλα, η μείωση όμως της ομοφοβίας αποτελεί µια από τις προϋποθέσεις για την επίτευξη κοινωνικής αλλαγής.

Συμπερασματικά,

Το ζήτημα της εμφάνισης της σεξουαλικότητας, του χρόνου εμφάνισης και της σημασίας της κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης έχει ερευνηθεί πάρα πολύ. Σύμφωνα µε τις εσσενσιαλιστικές θεωρίες η σεξουαλικότητα αποτελεί µια οντότητα, αναπόσπαστο τµήµα της ταυτότητάς µας, ενώ σύµφωνα µε τις θεωρίες του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, η σεξουαλικότητα προκύπτει από τις σχέσεις που υπάρχουν σ’ ένα πολιτισµικό και ιστορικό πλαίσιο. Η σεξουαλικότητα, λοιπόν, είναι κάτι περισσότερο από ένα «φυσικό» βιολογικό φαινόμενο, είναι κοινωνικά κατασκευασμένη. Η  σεξουαλικότητα  λειτουργεί  ως ένα  µμέσον  κοινωνικού ελέγχου στις ζωές των γυναικών και οι άνισες σχέσεις εξουσίας ανάµεσα στους άνδρες και στις γυναίκες αντανακλώνται και  στο  επίπεδο των σεξουαλικών σχέσεων.

Η σεξουαλικότητα αναφέρεται σε σεξουαλικές πρακτικές αλλά επίσης και σε σεξουαλική ταυτότητα, δηλ. στον τρόπο µε τον  οποίο  αυτοπροσδιορίζεται  το κάθε άτομο καθώς περιγράφει την σεξουαλικότητά του, η οποία µμπορεί να ποικίλλει ανάλογα µε την εποχή και το πολιτισµικό πλαίσιο. Η σεξουαλικότητα εμπεριέχει σεξουαλικές αντιλήψεις και επιθυμίες, καθώς και τους τρόπους µε τους οποίους αυτές διαπραγματεύονται σε κοινωνικό επίπεδο και δοµούνται σε  ένα πλαίσιο σχέσεων εξουσίας. Η σεξουαλικότητα είναι, κατ’ αυτήν την έννοια, δηµόσια και ιδιωτική, κοινωνικά κατασκευασμένη και  ταυτόχρονα  προϊόν ατομικής δράσης.

Η σεξουαλικότητα μπορεί να συνδέεται µε την ταυτότητα του φύλου, την αναπαραγωγή, τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, την φυσική  ευχαρίστηση. Καμία, όμως, απ’ αυτές τις όψεις της σεξουαλικότητας δεν ερμηνεύει την συνθετότητα της σεξουαλικότητας και κυρίως δεν υπαγορεύει την μορφή της σεξουαλικής έκφρασης.

Οι ανθρώπινες σεξουαλικές σχέσεις είναι κοινωνικές σχέσεις, διαμορφώνονται από τα κοινωνικά συµφραζόµενα και γι’ αυτό υπάρχουν πολιτισμικές και ιστορικές ποικιλίες στη σεξουαλικότητα. ∆εν υπάρχει µια «φυσική», σταθερή σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα είναι ευέλικτη και ρευστή και η ετεροσεξουαλικότητα εξυπηρετεί τη ρύθμιση των έμφυλων σχέσεων. Είναι σηµαντικό, λοιπόν να δούµε τη σεξουαλικότητα στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ευέλικτη και ρευστή φύση της. Οι σεξουαλικές συμπεριφορές, η ερωτική έλξη, οι συναισθηματικοί δεσμοί διαφέρουν ανάμεσα στους πολιτισμούς, στα φύλα και στα  άτοµα. Παρά την ποικιλία, η ευελιξία αυτή δεν είναι απεριόριστη. Η βιολογία, το πολιτισµικό  πλαίσιο και οι κοινωνικοί ρόλοι των φύλων αλληλεπιδρούν και καθορίζουν την ποικιλία των εκφράσεων της σεξουαλικότητας.

 

 

Εισήγηση στo σεµινάριο «Σεξουαλικός Προσανατολισµός:Στάσεις-Επιλογές- Προβληµατισµοί». Θεσσαλονίκη, 9 Μαϊου 2005. Επιτροπή Κοινωνικής Πολιτικής -Κέντρο Συµβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης (ΚΕΣΥΨΥ), Α.Π.Θ.