Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για μια κριτική ανάγνωση σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. Οι προτάσεις και τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα.

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ μπορεί να γίνει στο γραπτό λόγο, στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z

Α

Αιμομιξία/Απαγόρευση της αιμομιξίας: Όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η απαγόρευση, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο το λόγο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις.

Αλλοερωτισμός (allo-erotism) : Όρος που χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τον αυτοερωτισμό, δηλαδή σεξουαλική δραστηριότητα που επιτυγχάνει την ικανοποίησή της χάρη σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.

Αμνησία παιδική (infatile amnesia): Η αμνησία που συνήθως επικαλύπτει τα πρώτα χρόνια ζωής. Ο Φρόιντ θεωρεί ότι δεν οφείλεται σε κάποια λειτουργική ανικανότητα του μικρού παιδιού να απομνημονεύσει τις εντυπώσεις του, αλλά προκύπτει από την απώθηση της παιδικής σεξουαλικότητα και επεκτείνεται στο σύνολο των συμβάντων της παιδικής ηλικίας. Το χρονικό όριό της επεκτείνεται μέχρι το τέλος του οιδιπόδειου και την αρχή της λανθάνουσας περιόδου.

Αμφιφοβία/Αμφιφυλοφοβία (Biphobia): Ο φόβος, ο παράλογος θυμός, η δυσανεξία ή/και το μίσος προς την αμφιφυλοφιλία και τους αμφιφυλόφιλους ανθρώπους. Η φοβία μπορεί να υπάρχει μεταξύ των ετεροφυλόφιλων, των γκέι ανδρών, των λεσβιών ή των ίδιων των αμφιφυλόφιλων ατόμων και συχνά σχετίζεται με πολλαπλά αρνητικά στερεότυπα για τα αμφιφυλόφιλα άτομα, με πιο συχνή την πεποίθηση ότι η αμφιφυλοφιλία δεν υπάρχει και τη γενίκευση ότι τα αμφιφυλόφιλα άτομα είναι σε σύγχυση.

Αμφιφυλόφιλο/αμφισεξουαλικό άτομο (/Bi/Bisexual): Ένα άτομο που έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά προς δύο φύλα ή περισσότερα. Πολύ συχνά, χρησιμοποιείται ως όρος ομπρέλα για να περιγράψει διάφορες μορφές πολυσεξουαλικότητας.

Αμφιφυλία (Αμφισεξουαλικότητα/Bisexuality): H αμφιφυλοφιλία ή αμφισεξουαλικότητα αναφέρεται σε άτομα  τα οποία ελκύονται ρομαντικά, συναισθηματικά, σωματικά και σεξουαλικά από πάνω από ένα φύλα, αποτελεί δηλαδή σεξουαλικό προσανατολισμό (βλ σεξουαλικός προσανατολισμός). Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τα αμφιφυλόφιλα άτομα συχνά αποκαλούνται με τον αγγλικό προσδιορισμό του όρου, bisexual (αμφιφυλόφιλος) ή bi. Τα αμφισεξουαλικά άτομα αποτελούν μέρος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Η αμφιφυλοφιλία εμφανίζεται από τα αρχαία χρόνια, π.χ. στην Αρχαία Ελλάδα σπάνια οι άνδρες παρουσιάζονται αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι. Παρόλα αυτά, η έννοια (όπως και οι έννοιες ομοφυλοφιλία και ετεροφυλοφιλία) εμφανίστηκαν μετά το 19ο αιώνα.

Αναπαραγωγικό/γεννητικό σύστημα: 1 Αναπαραγωγικό σύστημα του ανθρώπου

Αναστολείς ορμονών: Στα τρανς παιδιά δεν χορηγούνται ορμόνες αλλά αναστολείς ορμονών, δηλαδή ένα φάρμακο που αναστέλλει την έναρξη της εφηβείας. Αυτό το φάρμακο χρησιμοποιείται και σε παιδιά που δεν είναι τρανς με σκοπό να αποτραπεί η πρόωρη εφηβεία. Ο λόγος που οι γιατροί αναστέλλουν την εφηβεία στα τρανς παιδιά είναι ότι κατά την εφηβεία οι αλλαγές στο σώμα είναι καθοριστικές καθώς κατά την διάρκεια της ολοκληρώνεται ο φυλετικός διμορφισμός και τελειοποιούνται τα δευτερογενή φυλετικά χαρακτηριστικά (τριχοφυΐα στα αγόρια, στήθος στα κορίτσια). Η λογική λοιπόν της αναστολής αυτών των αλλαγών είναι να περιοριστούν αυτές οι αλλαγές και να είναι πιο εύκολη η διαδικασία της μετάβασης όταν θα είναι η ώρα. Επίσης η έναρξη αυτών των αλλαγών στο σώμα των transgender παιδιών, έχει αποδεχτεί ότι αυξάνει το αίσθημα της δυσφορίας και επιβαρύνει την ψυχική τους υγεία. Αν τα διεμφυλικά παιδιά, περιμένουν να φτάσουν στην ενηλικίωση για να ξεκινήσουν τις οποιεσδήποτε διαδικασίες, τότε θα είναι ήδη αργά, καθώς η εφηβεία θα τους έχει «χαρίσει» ένα σώμα που θα είναι πολύ πιο δύσκολο να επαναπροσδιοριστεί. (δες και Φυλομετάβαση (transition))

Ανοχή (tolerance): Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί ανοχής. Μερικοί άνθρωποι ερμηνεύουν την ανοχή ως "την αποδοχή ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό". Άλλοι το βλέπουν ως έναν αλαζονικό τρόπο αντιμετώπισης των μειονοτήτων κι άλλοι το βλέπουν ως έναν όμορφο στόχο για πλήρη δημοκρατία και κατανόηση. Επειδή όλοι αισθάνονται διαφορετικά για την ιδέα του, είναι σημαντικό να καταστήσετε σαφές τι εννοείτε αν το χρησιμοποιείτε σε μια συζήτηση. Συνιστάται ο πιο παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός του ΟΗΕ. «Η ανεκτικότητα είναι ο σεβασμός, η αποδοχή και η εκτίμηση της πλούσιας ποικιλομορφίας των πολιτισμών του κόσμου μας, των μορφών έκφρασης και τρόπων να είμαστε άνθρωποι». Ενθαρρύνεται από τη γνώση, την ανοιχτότητα, τη συμπερίληψη, την επικοινωνία και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και πεποιθήσεων. Η ανοχή είναι αρμονία στη διαφορά. Δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά και πολιτική και νομική απαίτηση.

Αντικείμενο:  Αυτό που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της.

Αρρενωπότητα – θηλυκότητα: «Στα ανθρώπινα όντα γνήσια αρρενωπότητα ή θηλυκότητα δεν ανευρίσκεται ούτε με την ψυχολογική, ούτε με τη βιολογική έννοια. Αντίθετα, κάθε άτομο παρουσιάζει μια μείξη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που ανήκουν στο δικό του και στο αντίθετο φύλο και παρουσιάζει ένα συνδυασμό ενεργητικότητας και παθητικότητας, είτε τα χαρακτηριστικά του αυτά γνωρίσματα αντιστοιχούν με τα βιολογικά, είτε όχι». (S.Freud, “Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας”). Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι ο καθαρός ανδρισμός και η καθαρή θηλυκότητα να παραμένουν θεωρητικές κατασκευές με περιεχόμενο που δεν είναι διασφαλισμένο. 

Αρχή της Ηδονής (Pleasure principle, principe de plaisir): Η πρωτογενής ώθηση για εκπλήρωση της επιθυμίας στον άνθρωπο, η οποία συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη συνειδητή πλευρά του εαυτού μας που έχει ενσωματώσει τις απαγορεύσεις των γονέων και της κοινωνίας.

Ασέξουαλ (Asexual, ace): Ως ασέξουαλ άτομο (που μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας, γυναίκα, transgender κ.λπ.) θεωρείται κάποιο άτομο που βιώνει μερική, ελάχιστη, ή καμία σεξουαλική έλξη. Η ασεξουαλικότητα αποτελεί φάσμα ταυτοτήτων, που αναφέρεται σε άτομα που βιώνουν λίγη έως καθόλου σεξουαλική έλξη. Οι ασέξουαλ άνθρωποι έχουν τις ίδιες συναισθηματικές ανάγκες με όλους τους άλλους ανθρώπους και είναι το ίδιο ικανοί να σχηματίζουν στενές προσωπικές σχέσεις. Πολλά ασέξουαλ άτομα αυτοπροσδιορίζονται ως λεσβίες, gay, straight, bi ή πανσέξουαλ. Η ασεξουαλικότητα δεν είναι το ίδιο με το να έχεις χαμηλή λίμπιντο, η οποία μπορεί να προκληθεί από σωματικά ή ψυχικά αίτια, ούτε είναι η ίδια με τη συνειδητή καταστολή των σεξουαλικών επιθυμιών. Η ασεξουαλικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την αγαμία, που αποτελεί συνειδητή επιλογή και συγκεκριμένη κατάσταση ούτε με την χαμηλή λίμπιντο, η οποία μπορεί να προκληθεί από σωματικά ή ψυχικά αίτια. Επιπλέον δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται αυθαίρετα ως ασέξουαλ τα άτομα που δεν μπορούν να προβούν σε σεξουαλική πράξη λόγω κάποιας σωματικής αναπηρίας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε η ασέξουαλ κατάσταση σχετίζεται με την σεξουαλική επιθυμία και όχι με την σωματική ικανότητα να προβεί κάποιο άτομο σε σεξουαλική πράξη.

Ασυνείδητο (unconscious): Ως επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το σύνολο των περιεχομένων που δεν είναι παρόντα στο ενεστώς πεδίο της συνείδησης. Ττο ασυνείδητο συγκροτείται, κατά τον Φρόιντ, από απωθημένα περιεχόμενα για τα οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή η πρόσβαση στο συνειδητό, λόγω της δράσης της απώθησης. Οι επιθυμίες της παιδικής ηλικίας είναι κυρίως εκείνες που υφίστανται καθήλωση στο ασυνείδητο. Τα περιεχόμενά του ασυνειδήτου τείνουν προς μια επιστροφή στη συνείδηση και στην πράξη μέσω συμβιβαστικών σχηματισμών και αφού υποστούν προηγουμένως τις παραμορφώσεις της λογοκρισίας. Η επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών μας δεν μας οδηγεί στην απώθηση, αλλά μας καθιστά ικανούς να συλλογιστούμε πάνω σ’ αυτές και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να πραγματοποιήσουμε ή όχι διάφορες επιθυμίες μας, προωθεί δηλαδή την αυτονομία του υποκειμένου που θέτει τους δικούς του νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που ζει σε μια κοινωνία που του επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. Αν το ασυνείδητο αποτελεί μια πτυχή του τρόπου που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τότε ο αποκλεισμός του επιτείνει το αίσθημα μοναξιάς, αφού το υποκείμενο χάνει ένα βασικό στήριγμα.

Ασυμφωνία φύλου (gender incongruence): Δυσάρεστα συναισθήματα που προκαλούνται από τις αρνητικές αντιδράσεις απέναντι στη διαφορά του φύλου που αποδόθηκε κατά τη γέννηση και της ταυτότητας φύλου. Στο τελευταίο ICD ο σύγχρονος όρος που υιοθετούν οι ειδικοί πλέον είναι "ασυμφωνία φύλου" και δε συνιστά ψυχική διαταραχή- το να είναι ένα άτομο τρανς δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή, είναι μια έμφυλη ταυτότητα, όπως και οι άλλες. Τα χαρακτηριστικά των ψυχικών διαταραχών στα διεμφυλικά άτομα τροφοδοτούνται κυρίως από το στιγματισμό που αντιμετωπίζουν και όχι από τη διεμφυλική τους ταυτότητα ως τέτοια.

Ασφαλής χώρος (Safe space): Έτσι ονομάζεται οποιοσδήποτε χώρος (πραγματικός ή διαδικτυακός) όπου ως προτεραιότητα ορίζεται η σωματική, ψυχολογική και συναισθηματική ασφάλεια μιας ομάδας ανθρώπων κι έτσι δεν γίνονται δεκτά σχόλια ή συμπεριφορές που σκοπό έχουν να βλάψουν την ομάδα αυτή.

Αυνανισμός (masturbation):

Αυτοερωτισμός (auto-erotism): Με την ευρεία έννοια, χαρακτηρίζει σεξουαλικές συμπεριφορές με τις οποίες το υποκείμενο εξασφαλίζει ικανοποίηση καταφεύγοντας στο ίδιο του το σώμα, χωρίς δηλαδή εξωτερικό αντικείμενο. Με την έννοια αυτή ο αυνανισμός θεωρείται αυτοερωτική συμπεριφορά.

Αυτονομία: σημαίνει θέτω τους δικούς μου νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που μεγάλωσα σε μια συγκεκριμένη  οικογένεια και παρόλο που ζω σε μια κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης.

Β

Βιολογικό φύλο (Sex): Σχετίζεται με την γενετήσια ταυτότητα του ατόμου (αν είναι αρσενικό, θηλυκό ή Ιntersex). Οι παράγοντες που καθορίζουν αν ένα άτομο είναι αρσενικό, θηλυκό ή intersex είναι γενετικοί, βιολογικοί και ορμονικοί (αναπαραγωγικά όργανα, ορμόνες και χρωμοσώματα). Το βιολογικό φύλο είναι φάσμα και όχι μια ενιαία κατηγορία. Προτιμάται ό όρος "φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση" που συμπεριλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις.

Γ

Γονιμοποίηση:   1.4 Γονιμοποίηση

Γεννητικό ανδρικό σύστημα :   1.1 Γεννητικό σύστημα του άνδρα

Γεννητικό γυναικείο σύστημα :   1.2 Γεννητικό σύστημα της γυναίκας

Γενετήσια αγάπη (genital love): Όρος που χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση για να δηλώσει εκείνη τη μορφή αγάπης στην οποία καταλήγει να φτάσει το υποκείμενο μέσα από την ολοκλήρωση της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης, πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο την είσοδο στο γενετήσιο στάδιο, αλλά και στην υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Πρόκειται για μια σύγκληση του αισθησιασμού με τη στοργή.

Γκέι, ομοφυλόφιλο άτομο (gay, homosexual man): Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας (βλέπε ταυτότητα φύλου) και ελκύεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από άνδρες (βλ. Σεξουαλικός προσανατολισμός). Ωστόσο, όρος «γκέι» (gay), μερικές φορές, χρησιμοποιείται ως όρος “ομπρέλα” που καλύπτει όλους τους γκέι άνδρες και τις λεσβίες. Παλαιότερα, ο όρος χρησιμοποιείτο υποτιμητικά. Το gay κίνημα όμως, υιοθέτησε τον όρο και τον επανοικειοποιήθηκε. Έτσι αυτό που συνήθιζαν να τους επισυνάπτουν σαν αρνητικό, προβάλλεται σαν κάτι θετικό, π.χ. μέσω των Gay Pride, φεστιβάλ, κ.α. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη λέξη queer. (βλ. και Queer)

Γυναικοκτονία (femicide): Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών επειδή είναι γυναίκες. Η γυναικοκτονία συνήθως διαπράττεται από άντρες αλλά κάποιες φορές συνεργούν και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικοκτονία διαπράττεται από σύντροφο ή πρώην σύντροφο που συνήθως είχε και μακρόχρονη κακοποιητική συμπεριφορά, απειλούσε, κακοποιούσε ή/και εκφόβιζε τη γυναίκα, η οποία πολύ συχνά βρίσκεται σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με αυτόν». Πολλές δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, μιας και διαπράττονται με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στα σώματα αλλά και τις επιλογές των γυναικών. Επιλογές που επειδή δεν γίνονται αρεστές τιμωρούνται  ακόμα και με την απώλεια της ίδιας της ζωής των γυναικών.

Δ

Δευτερογενής Θυματοποίηση: συμβαίνει όταν ο παθών/η παθούσα θυματοποιείται περαιτέρω εξαιτίας της μεταχείρισης των αρχών, οργανισμών και ατόμων. Δευτερογενής θυματοποίηση μπορεί να συμβεί εξαιτίας της επανάληψης της εξιστόρησης ενός γεγονότος, της χρήσης μη κατάλληλης γλώσσας, τα σχόλια περί προσωπικής ευθύνης του θύματος που μπορεί να κάνουν επαγγελματίες/άτομα με τους/τα οποίους/α έρχεται το θύμα σε επαφή, την επαφή του παθόντος με το δράστη ή/και τις μη κατάλληλες, όχι θυματοκεντρικές διαδικασίες. Ο φόβος για δευτερογενή θυματοποίηση και η ύπαρξη προηγούμενης εμπειρία δευτερογενούς θυματοποίησης θεωρούνται κάποιο από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν να μην καταγγείλουν ένα έγκλημα μίσους.

Διαθεματικότητα ή Διατομεακότητα (Intersectionality): Η διατομεαικότητα έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε άτομο φέρει πολλαπλές ταυτότητες ταυτόχρονα, και μπορεί να καθίσταται θύμα πολλαπλών διακρίσεων για παράδειγμα, για το χρώμα και τη θρησκεία του, για το σεξουαλικό του προσανατολισμό ή για όλα αυτά μαζί. Η έννοια της διατομεακότητας είναι χρήσιμη όσον αφορά την ανάληψη πρωτοβουλιών ενάντια στις διακρίσεις- οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι διακρίσεις είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και στο σύνολό τους.

Διάκριση (Discrimination): Τυπικά, «διάκριση» σημαίνει «άνιση συμπεριφορά». Οι διακρίσεις δεν είναι πά­ντοτε κακές, διότι συχνά χρειάζεται να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε διάφο­ρες κατηγορίες. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης σε νόμους περί διακρίσεων και ίσης μεταχείρισης χρησιμοποιεί συχνά τον όρο «μη δικαιολογημένη άνιση μετα­χείριση». Έτσι, διάκριση αποτελεί η μη δικαιολογημένη άνιση μεταχείριση κάποιων ατόμων λόγω εθνικότητας, φύλου, χρώματος του δέρματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, θρησκείας, αναπηρίας ή οικογενειακής κατάστασης. Αρνητικές συμπεριφορές, όπως ο εκφοβισμός, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν μία πιθανή μορφή «μη δικαιολογημένης άνισης μεταχείρισης». Όμως, σε γενικές γραμμές, «διάκριση» υφίσταται όταν είναι σαφές ότι τα θύματα αντιμετωπίζονται αρνητικά λόγω της συμμετοχής τους σε μία κοινωνική ομά­δα που αποτελεί αντικείμενο στιγματισμού. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το πείραγμα που εκδηλώνεται στους ανθρώπους που έχουν, παραδείγματος χάρη, κόκκινα μαλλιά με τις διακρίσεις που ασκούνται σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ, ΑΜΕΑ ή ατόμων με διαφορετικές πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι διακρίσεις είναι δύο ειδών - άμεσες ή έμμεσες: «Η άμεση διάκριση χαρακτηρίζεται από την πρόθεση να διακρίνεις κατά ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όπως ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας το οποίο απορρίπτει έναν Ρομά αιτούντα δουλειά ή μια εταιρεία κατοικιών που δεν νοικιάζει διαμερίσματα σε μετανάστες». Eμμεση διάκριση, υφίσταται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη πρακτική, κανόνας ή πολιτική θέτουν ένα άτομο ή ομάδα ατόμων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με άλλα άτομα. Η έμμεση διάκριση μερικές φορές εντοπίζεται δυσκολότερα από την άμεση διάκριση. Παράδειγμα θα ήταν η μη δυνατότητα χορήγησης γονικών αδειών και στα δύο μέλη ομόφυλων ζευγαριών όταν η πολιτική και/ή νομοθεσία δεν αναγνωρίζει τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Διακρίσεις προς ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα: Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί που αφορούν την αντικομφορμιστική συμπε­ριφορά μίας/ενός μαθήτριας/-ή ως προς τον ρόλο του φύλου της/του (π.χ. «αδερφή», «αντρογυναίκα») συχνά παραβλέπονται και δεν θεωρούνται καν ότι εισάγουν διακρίσεις ή ότι αποτελούν μία μορφή εκφοβισμού. Οι διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου μπορούν να επιδεινώνονται –και συνήθως έτσι γίνεται– από διακρίσεις για άλλους λόγους περιλαμβανομένων του κοινωνικού φύλου, της φυλής, της ηλικίας, του θρησκεύματος, της αναπηρίας, της κατάστασης υγείας και της οικονομικής κατάστασης» (Yogyakarta Principles on the Application of International Human Rights Law in relation to Sexual Orientation and Gender Identity). Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υφίστανται διακρίσεις σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση, η στέγαση, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι υπηρεσίες υγείας. Μέσα από έρευνες και πολυάριθμες μελέτες γνωρίζουμε ότι οι διακρίσεις αυτές εκφράζονται μέσα από λεκτική βία, παρενόχληση ή και σωματική βία, και απαντώνται πολύ συχνά. Τα τελευταία χρόνια όλο και αυξάνεται το μέρος της κοινής γνώμης που αντιτίθεται στις διακρίσεις και στηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατούνται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.

Πολλαπλή διάκριση: διάκριση, αποκλεισμός ή περιορισμός που βασίζεται σε περισσότερους από έναν λόγους, όπως λόγω αναπηρίας, μεγάλης ηλικίας ή της ιδιότητας του μέλους μιας εθνικής ή θρησκευτικής μειονότητας, σε συνδυασμό με τη ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητα.

Διαστροφή (perversion): Βλ. Παραφιλία

Διαστροφικός παθολογικά: Παθολογικά διαστροφικός θα μπορούσε να θεωρηθεί το άτομο που επιβάλλει το δικό του σενάριο σε ένα άλλο άτομο, το οποίο δεν το συμμερίζεται (βιασμός, ηδονοβλεψία), ή το επιβάλλει σε κάποιο που δεν είναι σε θέση να δηλώσει την επιθυμία του (άτομα με νοητική στέρηση, ψυχικά ασθενείς παιδιά, ζώα). Το παθολογικά διαστροφικό άτομο δεν χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα παρά για να κάνει κακό, να δημιουργήσει αμφιθυμία σε κάποιο άλλο άτομο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση ανισορροπίας, να το εκθέσει, να το οδηγήσει στην απελπισία. (Βλ. και  Παραφιλία)

Διεμφυλικό άτομο, τρανς (transgender, trans): (βλ. τρανστζέντερ)

Διαφυλικό άτομο, ίντερσεξ (intersex): (βλ. Ίντερσεξ)

Δίπολο των φύλων (Gender Binary): Η προσέγγιση των φύλων ως δίπολο, «ή-ή», περιορίζει το φύλο σε «άντρας» και «γυναίκα». (βλ.Μη δυαδικά άτομα). Οι σύγχρονες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν το βιολογικό φύλο ως ένα χάρτη περισσότερο, παρά ως καθoριστικό στοιχείο για την ταυτότητα κάθε ατόμου. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων και άτομα που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα. Αυτό δε σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, agender, genderqueer, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, two-spirit people κ.α.

Ε

Εγκλήματα μίσους (hate crimes): είναι ποινικά αδικήματα που προκαλούνται από προκατάληψη προς συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Τα δύο βασικά συστατικά του εγκλήματος μίσους είναι η διαπραχθείσα εγκληματική πράξη να αποτελεί ποινικό αδίκημα και το κίνητρο προκατάληψης του δράστη. Ορισμένες κοινότητες είναι δυσανάλογα στοχευμένες, λόγω της φυλής, του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, του φύλου, της καταγωγής, της γλώσσας, της κοινωνικής τους κατάστασης ή άλλων χαρακτηριστικών. Τα εγκλήματα μίσους κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων είναι εκείνα στα οποία τα θύματα επιλέγονται αποκλειστικά ή κυρίως λόγω του πραγματικού ή νομιζόμενου ερωτικού/σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας, έκφρασης ή/και χαρακτηριστικών φύλου τους. Οι αιτίες που κρύβονται πίσω από τα εγκλήματα μίσους κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων είναι οι αρνητικές απόψεις, τα έμφυλα στερεότυπα, η μισαλλοδοξία και το μίσος προς το σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την ταυτότητα, την έκφραση και τα χαρακτηριστικά φύλου τους.

Έκφραση Φύλου (Gender Expression): Η έκφραση φύλου αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους ένα άτομο εκδηλώνει αρρενωπότητα, θηλυκότητα ή άλλες έμφυλες συμπεριφορές και χαρακτηριστικά στο κοινωνικό σύστημα, και συγκεκριμένα το πώς εκφράζει σε τρίτα πρόσωπα το τρόπο με τον οποίο βιώνει την ταυτότητα φύλου του. Περιλαμβάνει εκφράσεις, όπως τα ρούχα, το χτένισμα, το μακιγιάζ, ο τρόπος ομιλίας και κίνησης και η επιλογή ονόματος και αντωνυμίας. Η κοινωνία αναγνωρίζει τα παραπάνω ως αρρενωπά ή θηλυκά, παρόλο που αυτό που θεωρείται αρρενωπότητα και θηλυκότητα αλλάζει με την πάροδο του χρόνου και ποικίλλει ανάλογα με τον πολιτισμό. Η έκφραση φύλου δεν ταυτίζεται πάντα με την ταυτότητα φύλου, αν και συχνά η κοινωνική επιταγή θέλει την έκφραση φύλου να “συνάδει” με την ταυτότητα φύλου, δηλαδή έναν άντρα να έχει αρρενωπή έκφραση φύλου και μια γυναίκα να έχει θηλυκή έκφραση φύλου.Αυτό συνεπάγεται ότι κάποια τρανς άτομα, όταν αισθάνονται ότι δεν υπάρχει ασφαλής χώρος να εκφράσουν την ταυτότητα φύλου τους, παρά την αίσθηση ψυχολογικής δυσφορίας που αισθάνεται.

Έμφυλη βία (Gender-based violence): Κάθε διάκριση ή βλαπτική συμπεριφορά που στρέφεται εναντίον κάποιου προσώπου ή ομάδας και συμβαίνει εξαιτίας του (πραγματικού ή θεωρούμενου) κοινωνικού του φύλου ή του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Η έμφυλη βία έχει τις ρίζες της στις ιστορικά διαμορφωμένες άνισες σχέσεις, στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων. Γι’ αυτό η πλειονότητα των θυμάτων έμφυλης βίας είναι γυναίκες, παρά άνδρες. Η ΕΒ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανισότητα γυναικών και ανδρών και με τα διαδεδομένα κοινωνικά στερεότυπα, που υποτιμούν το ρόλο και τη συμβολή των γυναικών στην κοινωνία σε σχέση με τους άνδρες, καθιστώντας τις λιγότερο σημαντικές και πιο ευάλωτες στην κακοποίηση και την εκμετάλλευση. Εκφράζεται τόσο στην ιδιωτική σφαίρα (π.χ. συζυγικοί βιασμοί, άσκηση σωματικής βίας από τον/την «σύντροφο», ψυχολογικός έλεγχος, οικονομική βία, εγκλήματα τιμής, κλειτοριδεκτομή κ.ά.) όσο και στη δημόσια (π.χ. σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, επιθέσεις–σωματικές ή λεκτικές– στο δρόμο, συλλογικοί βιασμοί, εξαναγκασμός σε πορνεία, σεξ τράφικιν). Οι γυναίκες και τα κορίτσια που χάνουν τη ζωή τους από την έμφυλη βία διεθνώς, είναι περισσότερες από τα θύματα των πολέμων. Συχνά, οι δράστες περιστατικών έμφυλης βίας, αρνούνται τη βίαιη συμπεριφορά τους και προκειμένου να αποποιηθούν τις ευθύνες τους, κατηγορούν τους αποδέκτες της βίας («με προκάλεσε», «ξεκίνησε πρώτη» κ.α.) ή διάφορους εξωτερικούς παράγοντες (φίλους, οικογένεια) ως υπεύθυνους για τη συμπεριφορά τους και επικαλούνται αδυναμία ελέγχου των αντιδράσεών τους και απώλεια μνήμης κατά τη διάρκεια του βίαιου ξεσπάσματος (π,χ. «βγήκα από τα ρούχα μου», «θόλωσε το μυαλό μου» κ.α.). Και επίσης πολύ συχνά, τα ΜΜΕ και το περιβάλλον με τη σχετικοποίηση της έμφυλης βίας και την ανοχή απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, (π.χ. «δεν έγινε κ τίποτα», «σε όλους συμβαίνει να χάσουμε τον έλεγχο», "τον θόλωσε η ζήλεια") ουσιαστικά τη διαιωνίζει. (βλ. και Κουλτούρα του βιασμού). Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα γίνονται συχνά θύματα έμφυλης βίας εξ αιτίας της αποτυχίας τους να ανταπεξέλθουν στα έμφυλα στερεότυπα (Stemple, 2009). Ανεξάρτητα του αν η βία αφήνει σημάδια πάνω στο σώμα ή την ψυχή, η έμφυλη βία έχει να κάνει με την άσκηση εξουσίας και ελέγχου πάνω σ’ έναν άνθρωπο και παραβιάζει τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Έμφυλοι ρόλοι, ρόλοι των φύλων (Gender roles): Περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για το κάθε φύλο, π.χ. ότι οι γυναίκες έχουν μέσα τους την μητρότητα και την φροντίδα και ότι οι άνδρες πρέπει να είναι κυνηγοί στο ερωτικό παιχνίδι. Το τι «θεωρείται» ανδρική ή γυναικεία συμπεριφορά διαμορφώνεται και επιβάλλεται στο άτομο από την εκάστοτε κοινωνία και δεν πηγάζει «φυσικά», από το βιολογικό φύλο. Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στο κίνημα του φεμινισμού και τη χειραφέτηση της γυναίκας αλλά και την πίεση που ασκείται από το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα για «ανυπακοή» και μη προσαρμογή στα έμφυλα καλούπια, οι ρόλοι αυτοί αμφισβητούνται και θεωρούνται εποκίνδυνοι καθώς δημιουργούν το υπόβαθρο της έμφυλης βίας.

Εξιδανίκευση (idealization): Ψυχική διεργασία με την οποία οι ιδιότητες και αρετές του αντικειμένου εξαίρονται στη σκέψη του ατόμου σε σημείο ώστε να αγγίζουν την τελειότητα. Η ταύτιση με το εξιδανικευμένο αντικείμενο – κατά κύριο λόγο με τους γονείς – συμβάλλει στο σχηματισμό των ιδεωδών ψυχικών συστημάτων. Στην ερωτική ζωή (σεξουαλική υπερεκτίμηση) το αντικείμενο εξυψώνεται καθώς μια σημαντική ποσότητα ναρκισσιστικής libido “ξεχειλίζει” πάνω στο αντικείμενο.

Επέμβαση επιβεβαίωσης ή επαναπροσδιορισμού φύλου (sex reassignment surgery): Κάποια τρανς άτομα τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους μέσω ορμονών, χειρουργικών επεμβάσεων και άλλων ιατρικών παρεμβάσεων, ώστε να το κάνουν να ταιριάζει όσο περισσότερο γίνεται με την ταυτότητα φύλου τους. Αυτή η διαδικασία μετάβασης μέσω ιατρικής παρέμβασης, είναι ορθό να αποκαλείται επέμβαση επιβεβαίωσης ή επαναπροσδιορισμού φύλου και όχι εγχείρηση ή επέμβαση αλλαγής φύλου

Επιτελεστικότητα ή Παραστασιακή Επιτέλεση (performativity): Τον όρο εισήγαγε από τη γλωσσολογία και τη φιλοσοφία, στις Σπουδές Φύλου η Judith Butler, αμερικάνίδα φιλόσοφος. Αναθεωρώντας τη σχέση βιολογικού και κοινωνικού φύλου (sex & gender), η Butler υποστηρίζει ότι το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο δεν είναι παρά επιτελέσεις (performances), οι οποίες αποκτούν ισχύ και εξουσία μέσω των επαναλαμβανόμενων πράξεων των υποκειμένων.Κάθε άτομο ακολουθεί τα πρότυπα της εξιδανικευμένης έμφυλης κανονικότητας, μιμούμενο τα άτομα με τα οποία ζει, τον τρόπο που φέρονται, που ντύνονται, που μιλούν, τις ασχολίες τους κ.λπ.. Αυτή η διαμόρφωση των ορίων του σώματος πραγματοποιείται επίσης, μέσω απαγορεύσεων, εκτοπισμών και απωλειών. Το φύλο δεν εγγράφεται παθητικά πάνω στο σώμα αλλά επιτελείται καθημερινά σε μια διαδικασία ρουτίνας, πίεσης και αντίστασης όπου τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού φύλου επιτυγχάνονται μέσω μιας επίμονης κοινωνικοποίησης. Κατά συνέπεια, φύλο δεν είναι αυτό που είμαστε αλλά αυτό που επιτελούμε. Κάθε κοινωνία ασκεί πίεση για συμμόρφωση στους έμφυλους ρόλους σε όσα άτομα δημόσια υπερβαίνουν τα έμφυλα στερεότυπα.

Έρως (Eros): Εκτός από τη θεότητα της αγάπης στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος χρησιμοποιείται για το σύνολο των ενορμήσεων ζωής, σε αντίθεση με τις ενορμήσεις θανάτου. Ο Φρόιντ μοιάζει να εξομοιώνει τον όρο με τη libido: «…υποθέτουμε ότι η libido των σεξουαλικών μας ενορμήσεων συμπίπτει με τον Έρωτα των ποιητών και των φιλοσόφων, που συντηρεί τη συνοχή όλων των ζωντανών όντων».

Ερωτογενής ζώνη (erotogenic zone): Οποιαδήποτε περιοχή του δέρματος ή του βλεννογόνου ικανή να αποτελέσει έδρα μιας διέγερσης σεξουαλικού τύπου. Ειδικότερα, ορισμένες περιοχές αποτελούν την έδρα μιας τέτοιας διέγερσης: στοματική, πρωκτική, ουρογεννητική ζώνη, θηλή. Οι ερωτογενείς ζώνες αποτελούν, στις απαρχές της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, τα επιλεκτικά σημεία των ανταλλαγών με το περιβάλλον, ενώ απαιτούν περισσότερο την προσοχή, τη φροντίδα ή ακόμα και τη διέγερση εκ μέρους της μητέρας ή του ατόμου που έχει αναλάβει αυτό το ρόλο.

Ετεροκανονικότητα (Ηeteronormativity): Η ετεροκανονικότητα, που είναι γνωστή και ως ετεροσεξισμός, στηρίζεται στην αντίληψη ότι οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις και οι παραδοσιακοί ρόλοι του φύλου είναι ο «κανόνας» και ότι κάθε άλλο είδος ποικιλομορφίας φύλου ή σεξουαλικής ποικιλομορφίας που παρεκκλίνει ή βρίσκεται εκτός του «κανόνα» είναι «μη φυσιολογικό», εσφαλμένο και ανήθικο. Η ετεροκανονικότητα προϋποθέτει επίσης ότι υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά και κοινωνικά φύλα, άποψη που οδηγεί στην περιθωριοποίηση και την καταπίεση όλες τις αποκλίσεις από τον δυισμό του φύλου και τον ετεροφυλοφιλικό προσδιορισμό. Περιλαμβάνει, επίσης, κοινωνικές προσδοκίες που βασίζονται στην πεποίθηση ότι όλες/-λοι είναι ή θα έπρεπε να είναι ετεροφυλόφιλες/-λοι.

Ετεροφυλόφιλο άτομο, στρέιτ (Heterosexual, straight): Ένα άτομο το οποίο ελκύεται ρομαντικά, συναισθηματικά, σωματικά και σεξουαλικά από άτομα διαφορετικού φύλου. Ο όρος αυτός βασίζεται στην αποδοχή της δυαδικότητας του φύλου, εξ ου και η χρήση του συνθετικού «έτερο-». Ωστόσο, επειδή δεν υπάρχουν μόνο δύο φύλα, αυτός ο όρος είναι ανακριβής.

Θ

Θεραπείες μεταστροφής: Ως θεραπεία μεταστροφής (ή επανόρθωσης) ορίζεται οποιαδήποτε παρέμβαση (ψυχοθεραπευτική, ψυχολογική, ιατρική, φαρμακευτική, συμπεριφορική ή πνευματική) που αποσκοπεί στην αλλαγή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου. Ως υπεύθυνο άτομο πιθανόν να προσδιορίζεται ο πνευματικός ή θρησκευτικός καθοδηγητής (π.χ. ιερέας, εξομολόγος, κατηχητής), ο επαγγελματίας υγείας (γενικός ιατρός, παιδίατρος, ενδοκρινολόγος κ.α.), ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας (ψυχίατρος, ψυχαναλυτής-τρια, ψυχοθεραπευτής-τρια, ψυχολόγος, σύμβουλος ψυχικής υγείας κ.α.), ακόμα και ο εναλλακτικός θεραπευτής-τρια (ομοιοπαθητικός, ενεργειακός θεραπευτής κ.α.). Οι θεραπείες μεταστροφής έχουν χαρακτηριστεί ως βασανιστήρια από τον ΟΗΕ, ενώ διεθνείς φορείς ψυχικής υγείας τις συνδέουν με απόπειρες αυτοκτονίας από το 30% των ατόμων που τις βιώνουν. Το 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφησε πρόταση απαγόρευσής τους στα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Θυματοποίηση: είναι μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή άτομα, μία κοινωνία είτε ένας οργανισμός πλήττονται ή τραυματίζονται. Για να χαρακτηρισθεί ένα άτομο ως θύμα, θα πρέπει να υφίσταται παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του αλλά και σοβαρή αποδιοργάνωση της ευημερίας του.Επιπλέον, θυματοποίηση αποτελεί και η καταστροφή, φθορά της περιουσίας ενός ατόμου ή ακόμη περισσότερο η κλοπή προσωπικών αντικειμένων. Όλα τα παραπάνω οδηγούν στην θυματοποίηση μόνον εφόσον ξεπερνούν τη δικαιοδοσία κάποιου με συμπεριφορές συνειδητές ή ασυνείδητες και πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του θύματος. (βλ. Δευτερογενής Θυματοποίηση)

Ι

Ίντερσεξ (Διαφυλικό άτομο, Intersex): Ο όρος ίντερσεξ αντιπροσωπεύει το φάσμα της ποικιλομορφίας των χαρακτηριστικών φύλου που φυσιολογικά εμφανίζεται μέσα στο ανθρώπινο είδος. Είναι όρος «ομπρέλα» που περιλαμβάνει όλες τις ίντερσεξ καταστάσεις. Αυτές, μπορεί να περιλαμβάνουν διαφοροποιήσεις των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων, των χρωμοσωμάτων φύλου ή των ορμονών που σχετίζονται με το φύλο. Μερικές κοινές παραλλαγές ίντερσεξ ατόμων διαγιγνώσκονται προγεννητικά μέσω προγεννητικού γενετικού ελέγχου. Οι ίντερσεξ διαφορές μπορούν να είναι άμεσα ορατές κατά τη γέννηση. Κάποια από τα ίντερσεξ χαρακτηριστικά γίνονται εμφανή κατά την εφηβεία ή όταν γίνεται προσπάθεια σύλληψης ή μέσω τυχαίας πιθανότητας. Άλλες περιπτώσεις μπορούν να ανακαλυφθούν μόνο κατά τη διάρκεια αυτοψίας. Μέχρι τώρα είναι γνωστές και περιγράφονται περίπου εξήντα διαφορετικές ίντερσεξ καταστάσεις. Τα ίντερσεξ άτομα μπορεί να έχουν οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα φύλου και έκφραση φύλου. Πολύ συχνά, ίντερσεξ βρέφη και παιδιά, χειρουργούνται ή υφίστανται ορμονικές παρεμβάσεις για να αποκτήσουν πιο «αποδεκτά» έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία. Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές παραβιάζουν το δικαίωμα στη φυσική ακεραιότητα και αυτονομία και σε πολλές περιπτώσεις υπονομεύουν την υγεία και τη σεξουαλική απόλαυση. Οι επεμβάσεις αυτές θεωρούνται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων είδος βασανιστηρίου, ενώ οι ιατρικές έρευνες κατατείνουν στο γεγονός ότι είναι επιβλαβείς και σίγουρα μη-αναγκαίες.

Ιντερφοβία (Interfobia): Είναι η έλλειψη γνώσης και αποδοχής σχετικά με τις φυσικές διαφοροποιήσεις που μπορεί να εμφανίζουν τα ίντερσεξ άτομα στα (βιολογικά) χαρακτηριστικά του φύλου (πρωτογενή ή δευτερογενή). Περιλαμβάνουν την αντιπάθεια, την περιφρόνηση, την αποστροφή, την εχθρική συμπεριφορά, τη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία, τις διακρίσεις και φτάνουν μέχρι τον παράλογο φόβο, τη ρητορική ή ακόμη και το έγκλημα μίσους. Το πιο ακραίο και ευρέως διαδεδομένο παράδειγμα ιντερφοβίας είναι η πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων σε ίντερσεξ μωρά (IGM). Αυτή η πρακτική χρησιμοποιείται ευρέως για να "διορθώσει" τα ίντερσεξ σώματα ώστε να αποκτήσουν πιο «αποδεκτά» έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία.

Κ

Κλειτοριδεκτομή: Ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων των γυναικών που αφορά κάθε επέμβαση που αφορά τη μερική ή ολική αφαίρεση των εξωτερικών γυναικείων γεννητικών οργάνων ή άλλο τραυματισμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων για μη ιατρικούς λόγους. Οι γυναίκες που έχουν υποστεί κλειτοριδεκτομή και δεν έχουν πεθάνει από αιμορραγία ή μόλυνση υποφέρουν, εκτός από οδυνηρά ψυχολογικά προβλήματα, από πόνους κατά την ούρηση, την έμμηνο ρύση και τη σεξουαλική επαφή

Κοινωνικός αποκλεισμός: Θα μπορούσε να οριστεί ως μια κατάσταση απουσίας ή αφαίρεσης κοινωνικών (κυρίως) ή πολιτικών ή και ατομικών ακόμα δικαιωμάτων καθώς περιορίζει τη δυνατότητα για συμμετοχή στις διαμορφωμένες και αποδεκτές μορφές πράξης (π.χ. εργασία, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, μετακίνηση κ.λπ.), κοινωνικών σχέσεων (π.χ. δημιουργία οικογένειας, συμμετοχή σε κάποιες κοινωνικές ομάδες) και επικοινωνίας που συμβάλλουν στην κατάκτηση ενός μεγαλύτερου επιπέδου ελευθερίας του ανθρώπου.

Κοινωνικό φύλο (Gender): Θεωρείται εκείνο, μέσω του οποίου κατασκευάζεται κοινωνικά η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα καθώς και οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους άνδρες και τις γυναίκες από την κοινωνία. Στο κοινωνικό φύλο περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά (στάση σώματος, τρόπος ομιλίας, τρόπος σκέψης, περπατήματος, χρήση γλώσσας, ντύσιμο, κομμώσεις) που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για κάθε φύλο. Όλες οι κοινωνίες ορίζουν συγκεκριμένα και διαφορετικά ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, εργασίες και ασχολίες ως κατάλληλα για το καθένα από τα δύο φύλα. Η διαδικασία επιβολής μας οδηγεί να υιοθετούμε τις συμπεριφορές που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτές για το φύλο μας και να αποκλείουμε αυτές που τις αποδίδει στο άλλο φύλο. Μας οδηγεί σε συγκεκριμένους τρόπους που αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας, που διαμορφώνουμε τις συνθήκες ζωής μας, τον τρόπο που εργαζόμαστε, που ερωτευόμαστε, που κάνουμε σχέσεις και επικοινωνούμε. Οι διαφορές του κοινωνικού φύλου δημιουργούνται από πολιτισμικούς παράγοντες και όχι από τη φύση και, ως εκ τούτου, μπορούν να αλλάξουν (βλ. Επιτελεστικότητα, Ετεροκανονικότητα).

Κουλτούρα του βιασμού (Rape Culture): Χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή για να περιγράψουμε μια κουλτούρα μέσα στην οποία η σεξουαλική βία είναι όχι μόνο συχνή και αποδεκτή, αλλά υποστηρίζεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Μέσα στην κουλτούρα του βιασμού, η ανδρική έκφραση βίας θεωρείται κάτι φυσιολογικό, βιολογικά λογικό, ακόμη και επιθυμητό. Ταυτόχρονα η γυναικεία υποταγή αντιμετωπίζεται ως χάρισμα και απαιτούμενο χαρακτηριστικό της θηλυκότητας. Συνήθως, οι πληροφορίες που δεχόμαστε σε σχέση με τον βιασμό και τη σεξουαλική βία ρίχνουν μεγάλο βάρος της ευθύνης στο τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αποφύγουν να τους συμβεί κάτι τέτοιο, αντί να επιδιώκεται το να αποτρέπονται, να συλλαμβάνονται και να δικάζονται επιτυχώς οι δράστες. Σε μια κοινωνία με κουλτούρα βιασμού, τα media και η επικρατούσα άποψη δικαιολογούν, απενοχοποιούν ή/και υποστηρίζουν την ύπαρξη του βιασμού και κάθε είδους σεξουαλικής βίας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα θύματα σεξουαλικής βίας μειώνονται, κατηγορούνται και αμφισβητούνται διαρκώς.  (βλ. καιΈμφυλη βία).

Κουίρ (queer): βλ. Queer

Λ

Λεκτική παρενόχληση: Μία πολύ συνηθισμένη πρακτική έκφραση του σεξισμού, της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας. Εκδηλώνεται με τη μορφή προσβλητικών εκφράσεων και ύβρεων που σχετίζονται με τον ερωτικό/σεξουαλικό προσανατολισμό και/ή την ταυτότητα φύλου ενός ατόμου, αλλά και με τη μορφή εσκεμμένης λανθασμένης χρήσης αντωνυμιών, άρθρων και άλλων λέξεων που απευθύνονται σε διαφορετικό φύλο από το φύλο στο οποίο επιθυμεί ένα άτομο να του απευθύνονται (βλ.misgendering).

Λεσβία (Lesbian, Ομοφυλόφιλη): Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα (βλέπε ταυτότητα φύλου) και ελκύεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από γυναίκες (βλ. Σεξουαλικός προσανατολισμός). Μερικές γυναίκες προτιμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι ή γκέι γυναίκες.

Λίμπιντο (libido): Η ενέργεια της ερωτικής ενόρμησης. Η λέξη είναι λατινική  και σημαίνει πάθος, σφοδρή επιθυμία. Όλα/-οι/-ες μας γεννιόμαστε με μια βασική ενόρμηση, μια εσωτερική πηγή ερεθισμού που ωθεί, πιέζει να πετύχει την αίσθηση της ηδονής μέσω ενός αντικειμένου, που μπορεί να είναι πρόσωπο ή πράγμα. Αυτή η εσωτερική ενέργεια ονομάζεται λίμπιντο. Το ανθρώπινο μωρό γεννιέται με αυτή  τη σεξουαλική ενέργεια, που σημαίνει ότι η διέγερση που νιώθει σε ολόκληρορο σώμα του, μπορεί να του επιφέρει σεξουαλική ηδονή. Για να αποκτήσει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο, χρειάζεται να περάσει από μια διαδικασία εκμάθησης που εύκολα μπορεί να πάει στραβά. Ο Freud πίστευε ότι η κοινωνία καταπιέζει τη libido περιορίζοντάς την ή διοχετεύοντάς της στο παραγωγικό οικονομικό πεδίο. Στην καθομιλουμένη χρησιμοποιείται με την έννοια της ερωτικής επιθυμίας.

ΛΟΑΤΚΙ+ (LGBTQI+): Ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται για την κοινότητα των Λεσβιών, των Ομοφυλόφιλων, των Αμφιφυλόφιλων, των Τρανς, των Koυίρ και των Ίντερσεξ ατόμων. Το σύμβολο «+» αφορά επιπλέον ταυτότητες φύλου και σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Στην αγγλική γλώσσα,  LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersex). Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πολιτικό κίνημα των ομάδων αυτών, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ετεροκανονικότητα και συνεργάζονται σε κάποιους τομείς για να διεκδικήσουν αυτονόητα δικαιώματα που στερούνται σε πολλές χώρες. Τα κύρια αιτήματά τους είναι η προώθηση της ισονομίας, της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και η κατάργηση των διακρίσεων με βάση το φύλο ή/και τη σεξουαλικότητα. Εκτιμάται ότι ποσοστό των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο συνολικό πληθυσμό είναι περίπου 10%. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε κοινωνίες που είναι περισσότερο ανεκτικές στις ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αυτοπροσδιορίζονται ανοιχτά χωρίς να φοβούνται ότι θα υπάρξουν συνέπειες.

Μ

Μαζοχισμός (Masochism): Παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που υφίσταται το υποκείμενο.

Μη δυαδικά άτομα (non binary): Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων και άτομα που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα. Αυτό δεν σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderqueer, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, third gender, two-spirit people κ.α.

Μισογυνισμός (misogyny): Μισογυνισμός είναι ο συσχετισμός της γυναικείας φύσης με κάτι κατώτερο ή αρνητικό. Είναι η στρεβλή αντίληψη που βλέπει με εχθρικό μάτι κάθε γυναικεία υπόσταση, συμπεριφορά και εκδήλωση, θεωρώντας ότι οι γυναίκες είναι στο σύνολό τους μιαρές, κακόβουλες και υποχθόνιες. Από τις έμφυλες βρισιές μέχρι τα στερεότυπα για τις γυναίκες, μπορεί να είναι πολύ εμφανής ή διακριτικός. Μισογυνισμός είναι επίσης και η επιβολή προτύπων εμφάνισης και συμπεριφοράς και η μείωση, η απόρριψη, η κατηγορία ή η τιμωρία των γυναικών που δεν τα ακολουθούν.

Τρανσμισογυνισμός (Transmisogyny): Το μίσος, η βία, η καταπίεση και η περιθωριοποίηση των τρανς γυναικών.

Misogynoir: Ο μισογυνισμός σε συνδυασμό με τον ρατσισμό που υφίστανται οι μαύρες γυναίκες.

Ν

Νευροσεξισμός (Neurosexism): Σε μια σειρά από πρόσφατες επιστημονικές μελέτες και εκλαϊκευτικά βιβλία, αναδεικνύεται η ύπαρξη ενός «ανδρικού» και ενός «γυναικείου» εγκεφάλου, ο καθένας με τα δικά του ξεχωριστά νευρωνικά κυκλώματα, τις δικές του έμφυτες συμπεριφορές και αντιδράσεις, τις δικές του προτιμήσεις. Όπως γράφει η Κορντέλια Φάιν, αυστραλή επιστήμονας, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι στην ουσία ψευδο-επιστημονικοί και ανακριβείς και ότι στην πραγματικότητα «ντύνουν τον παλιομοδίτικο σεξισμό με την αξιοσέβαστη και έγκυρη γλώσσα της νευροεπιστήμης».

Νομική Αναγνώριση Φύλου (Legal gender recognition): Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, πρόκειται, ουσιαστικά, για τη διαδικασία της μεταβολής ονόματος, επωνύμου και φύλου που δηλώνεται στα επίσημα (κρατικά) έγγραφα και μητρώα, προκειμένου να αναγνωριστεί η ταυτότητα του φύλου ενός ανθρώπου και απορρέει, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ), από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία δεν πρέπει να παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Ο

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα (Oedipus complex): Οργανωμένο σύνολο φιλητικών και εχθρικών επιθυμιών που αισθάνεται το παιδί για τους γονείς του. Η ακμή του οιδιπόδειου συμπλέγματος βιώνεται κατά την περίοδο μεταξύ τριών και πέντε ετών, κατά τη φαλλική φάση και η παρακμή του σημαδεύει την είσοδο στη λανθάνουσα περίοδο. Αναζωπυρώνεται με την είσοδο του παιδιού στην εφηβεία και ξεπερνιέται με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία χάρη σε μια ιδιαίτερου τύπου αντικειμενότροπο επιλογή. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη δόμηση της προσωπικότητας και στον προσανατολισμό της ανθρώπινης επιθυμίας.

Οικογένειες «Ουράνιο Τόξο»: Οικογένειες με γονείς που ανήκουν στο ίδιο φύλο ή ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Μπορεί να οριστεί ως οποιοδήποτε άτομο που είναι λεσβία, γκέι, αμφιφυλόφιλο, διεμφυλικό/ φυλοδιαφορετικό, ίντερσεξ ή κουίρ και έχει ή σχεδιάζει να αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά μέσω (γνωστού ή άγνωστου) δωρητή σπέρματος, παρένθετης μητρότητας (με ή χωρίς αποζημίωση προς την παρένθετη μητέρα), αναδοχής, υιοθεσίας (εγχώριας ή διεθνούς), σχέσεων μεταξύ ατόμων διαφορετικής ταυτότητας φύλου, συν-κηδεμονίας ή με άλλους τρόπους.

Ομογονεϊκότητα: Υπάρχουν πολλά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια και να μεγαλώσουν παιδιά. Στις χώρες όπου η νομοθεσία επιτρέπει το γάμο ή την αστική ένωση ή/και την παιδοθεσία, όλο και περισσότεροι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι επιλέγουν να παντρευτούν ή να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης ή/και να αποκτήσουν παιδιά. Στην περίπτωση των ΛΟΑΤΚΙ+ γονέων στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν θεσμικά αναγνωρισμένα δικαιώματα και η δυσμενής διάκριση σε βάρος τους απλώνεται σε όλο το φάσμα των δικών τους ατομικών δικαιωμάτων αλλά και των παιδιών τους. Οι ομογονεϊκές οικογενειακές δομές έχουν αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών ερευνών και σύμφωνα με αυτές τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς του ίδιου φύλου είναι το ίδιο ευτυχισμένα με εκείνα που μεγαλώνουν σε παραδοσιακές οικογενειακές δομές.

Ομοφοβία (Homophobia):  Eίναι ο φόβος (έως του σημείου της παθολογικής φοβίας), η αποστροφή ή οι διακρίσεις για ομοφυλόφιλα άτομα ή τον τρόπο ζωής τους ή τον πολιτισμό γενικά των ατόμων με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό και συνήθως οφείλεται σε  προκαταλήψεις και αισθήματα κοινωνικής ανασφάλειας ή από την ανάγκη για αυτό-επιβεβαίωση του σεξουαλικού προσανατολισμού. Εκδηλώνεται ως μια διαρκής διαδικασία περιπολίας, επιτήρησης, αστυνόμευσης, εξαναγκασμού, “σωφρονισμού” και “επανένταξης”. Τα άτομα που ενεργούν με τέτοιους τρόπους περιγράφονται ως ομοφοβικά. Συχνά οδηγεί στην εκδήλωση μισαλλοδοξίας μέσω λεκτικής βίας, διάκρισης, αποκλεισμού, προσβολής, εκφοβισμού, κακοποίησης, ρητορικής μίσους, αλλά και με ομοφοβικά εγκλήματα μίσους όπως επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και φόνους. Σε πολλές χώρες, η πρακτική της ομοφυλοφιλίας εξακολουθεί να είναι ένα έγκλημα και σε ορισμένες από αυτές τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Εντός της Ευρώπης, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος, στην αλλαγή της νομοθεσίας, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια, ψυχολογική διαταραχή ή αφύσικη συμπεριφορά. Η 17η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως διεθνής ημέρα κατά της ομοφοβίας.

Εσωτερικευμένη ομοφοβία/τρανσφοβία (internalised homophobia/transphobia): Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα μπορεί να εσωτερικεύσουν την ομοφοβία/τρανσφοβία, προβάλλοντας εσωτερικά τις κοινωνικές πεποιθήσεις. Από την παιδική και εφηβική ηλικία βομβαρδίζονται με μηνύματα από την εκκλησία, από τους/τις πολιτικούς, από τις/τους εκπαιδευτικούς, από τα συνομήλικα άτομα και από μέλη της οικογένειά τους ότι το να είσαι ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο είναι ηθικά λάθος, αμαρτία και απαγορευμένο και, σε ένα επίπεδο, εσωτερικεύουν αυτό το μήνυμα. Το αίσθημα ντροπής και ενοχής είναι τόσο βαθύ που γίνεται μέρος της ταυτότητάς τους. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που δεν νιώθουν άνετα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους ή/και την ταυτότητα/έκφραση/χαρακτηριστικά του φύλου τους προσκολλώνται στα κοινωνικά στερεότυπα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα αίσθημα απέχθειας του εαυτού, χαμηλής αυτοεκτίμησης και κατωτερότητας (ότι είναι κατά κάποιο τρόπο κατώτερα όντα).

Μοντέρνα ομοφοβία (modern homophobia): Οι επιστήμονες αναφέρονται στη "μοντέρνα ομοφοβία" όταν ένα άτομο ισχυρίζεται ότι είναι ανεκτικό προς τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά σε επιφανειακό επίπεδο. Οι άνθρωποι που είναι "μοντέρνοι ομοφοβικοί" λένε ότι αποδέχονται την ομοφυλοφιλία, αλλά δεν δέχονται συμπεριφορές διαφορετικές από αυτές των ετεροφυλόφιλων (π.χ. διαφωνούν με τα Pride, με το γάμο των ομοφυλοφίλων, την τεκνοθεσία κ.α.) και τείνουν να κρατούν τα ομοφυλόφιλα άτομα σε απόσταση.

Ομοφοβικός σχολικός εκφοβισμός (homophobic bullying): Ομοφοβικός εκφοβισμός χαρακτηρίζεται ο εκφοβισμός που οφείλεται σε προκαταλήψεις ή αρνητικές στάσεις, πεποιθήσεις ή απόψεις σε βάρος των λεσβιών, των ομοφυλόφιλων και των αμφιφυλόφιλων ατόμων. Τα άτομα που βιώνουν αυτό το είδος εκφοβισμού ενδέχεται να είναι μαθητές/τριες που είτε είναι είτε θεωρείται ότι είναι λεσβίες, ομοφυλόφιλοι ή αμφιφυλόφιλοι, μαθητές/τριες που έχουν συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας με λεσβίες, ομοφυλόφιλα ή αμφιφυλόφιλα άτομα καθώς και μαθητές/τριες που δεν συμμορφώνονται με τα έμφυλα στερεότυπα ή που φαίνεται ότι είναι «διαφορετικοί/ες» κατά κάποιον τρόπο.

Ομόφυλα ζευγάρια: Καλύπτει σχέσεις ή ζευγάρια που αποτελούνται από δύο άτομα του ίδιου φύλου.(βλ. και Οικογένειες «Ουράνιο Τόξο»Ομογονεϊκότητα)

Ομοφυλόφιλο άτομο, γκέι (homosexual, gay): (βλ. Γκέι)

Π

Πανσέξουαλ (Pansexual/Omnisexual): Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα που έχουν ρομαντική, συναισθηματική, σωματική και σεξουαλική επιθυμία για άτομα ανεξαρτήτως ταυτότητας φύλου.

Παραφιλία (paraphilia): Οι σεξουαλικές διαστροφές ή παραφιλίες είναι καταστάσεις στις οποίες η σεξουαλική διέγερση ή ο οργασμός σχετίζεται με δραστηριότητες ή φαντασιώσεις οι οποίες θεωρούνται ασυνήθιστες για την επικρατούσα κουλτούρα και χαρακτηρίζονται από διαταραχή του σεξουαλικού σκοπού ή στόχου. Οι παραφιλίες επικεντρώνονται γύρω από ένα σεξουαλικό αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη πράξη. Οι παραφιλίες εκφράζονται συνήθως με σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση, είτε, (β) όταν ο οργασμός επιτυγχάνεται σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να φέρουν σεξουαλική ευχαρίστηση (φετιχισμός, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμός), είτε, (γ) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός. (Βλ. Διαστροφικός παθολογικά)

Παρενδυτικός/Τραβεστί /(Crossdresser/Transvestite): Ένα παρενδυτικό άτομο (crossdresser) δεν έχει καμιά αμφιβολία για το φύλο του, αλλά απολαμβάνει να παρουσιάζεται με τα εξαρτήματα και τα χαρακτηριστικά του άλλου φύλου. Η παρενδυσία δεν σημαίνει απαραίτητα συνολικότερη υιοθέτηση στοιχείων του άλλου φύλου ή ομοφυλόφιλη σεξουαλική προτίμηση. Το άτομο που φοράει ρούχα που συνήθως σχετίζονται με το «αντίθετο» (με βάση το μοντέλο δυαδικότητας του φύλου) κοινωνικό φύλο, στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Είναι άτομα που φοράνε τακτικά ή περιστασιακά τα ρούχα που έχουν κοινωνικά εκχωρηθεί σε ένα φύλο που δεν είναι το δικό τους, αλλά νοιώθουν συνήθως άνετα με την ανατομία τους και δεν επιθυμούν να την αλλάξουν (δηλαδή δεν είναι τρανστζέντερ). Η λέξη τραβεστί είναι καλύτερα να αποφεύγεται γιατί έχει χρησιμοποιηθεί υποτιμητικά και λανθασμένα για να χαρακτηρίσει τρανς άτομα. Το ίδιο και ο όρος παρενδυτικός λόγω κοινωνικού και ιατρικού στίγματος. Ο όρος cross-dresser είναι προτιμότερος για τους άνδρες που απολαμβάνουν ή προτιμούν τα γυναικεία ρούχα. Σε αντίθεση με τη γενική πεποίθηση, η συντριπτική πλειονότητα των αρσενικών cross dressers αυτοπροσδιορίζονται ως στρέιτ  και συχνά είναι παντρεμένοι. Πολύ λίγες γυναίκες αυτοπροσδιορίζονται ως cross-dresser. Ο όρος δεν εμπίπτει στην ομπρέλα της ταυτότητας φύλου.

Παρενόχληση (harassment): οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά, που είναι ανεπιθύμητη στο θύμα, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί επιθετική, προσβλητική, ταπεινωτική, εξευτελιστική ή εκφοβιστική με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου. Μπορεί να περιλαμβάνει προφορικές λέξεις, χειρονομίες ή παραγωγή, εμφάνιση και κυκλοφορία γραπτών λέξεων, εικόνων ή άλλου υλικού. Νοείται ως διάκριση όταν σχετίζεται με ένα ή παραπάνω από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και έχει σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Πατριαρχία (patriarchy): Η πατριαρχία μπορεί να οριστεί ως ένα σύστημα που καθοδηγείται από άνδρες, και του οποίου η εξουσία εφαρμόζεται μέσω των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών θεσμών. Τη βρίσκουμε στη στάση που τηρεί η κοινωνία σε θέματα όπως ο βιασμός, η βία κατά των γυναικών και η βία στην οικογένεια, η σεξουαλική παρενόχληση, η τακτική που ακολουθείται στην εργοδοσία, οι ξεχωριστές προσδοκίες που άνδρες και γυναίκες έχουν από την εκπαίδευση, οι διαφημίσεις, η διασκέδαση, η κατανομή ευθυνών στην οικογένεια, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα. .Η φεμινιστική σκέψη χαρακτηρίζει την πατριαρχία ως ένα εκ φύσεως ιεραρχικό και επιθετικό σύστημα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τις κοινωνικές αλλαγές. Θεωρείται επισης, ότι η πατριαρχία συνυπάρχει με τον καπιταλισμό που ως σύστημα επιτρέπει στους άνδρες να εκμεταλλεύονται την οικιακή εργασία των γυναικών. Η πατριαρχία διεισδύει σε όλα τα στρώματα και τομείς του πολιτισμού: όπως λέει η Catherine McKinnon, είναι η πιο τέλεια ιδεολογία που εφευρέθηκε ποτέ. Το πατριαρχικό σύστημα ορίζει το καλό, το κακό, το ωραίο, το άσχημο, το επιθυμητό, το ανεπιθύμητο, τον ανδρισμό, τη θηλυκότητα, τις κάθε είδους σχέσεις, με παγιωμένα, απαρχαιωμένα και απολύτως αντροκεντρικά κριτήρια, Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μην το φτάνει (Smith 306-07). Η Patricia Smith ορίζει την πατριαρχία ως τη συστηματική υποτέλεια των γυναικών στους άνδρες. Αν και τα κύρια θύματα της πατριαρχίας είναι αδιαμφισβήτητα οι γυναίκες, η πατριαρχία καταλήγει στην καταπίεση και άλλων ομάδων, όπως για παράδειγμα των ΛΟΑΤΚΙ+ και όσων δε συμμορφώνονται με τα στερεότυπα για το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Ακόμα και οι ετεροφυλόφιλοι, σις άνδρες μπορεί να αισθανθούν καταπιεσμένοι από πατριαρχικές απόψεις περί ανδρισμού και τα ιδεώδη της ηγεμονικής αρρενωπότητας. Η πατριαρχία δίνει κοινωνική αξία, φωνή και δύναμη μόνο στους άντρες που συμμορφώνονται με τους ρόλους που ορίζει το ίδιο το σύστημα, με αποτέλεσμα ένα μικρό μέρος της κοινωνίας να θέτει τα πρότυπα για το σύνολό της.

Πολυερωτισμός, πολυσυντροφικότητα, (polyamory): Ο πολυερωτισμός είναι η ανοιχτή σχέση πάνω από δύο ατόμων, χωρίς ζήλιες και ανασφάλειες. Πρόκειται για μια ανοιχτή σχέση (ανοιχτή ονομάζεται κάθε σχέση που είναι συναινετικά μη μονογαμική), όπου ένα άτομο μπορεί να έχει παράλληλα παραπάνω από μία ρομαντικές/σεξουαλικές σχέσεις με συναίνεση, δέσμευση και ειλικρίνεια από όλα τα άτομα που εμπλέκονται σε αυτήν την σχέση. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για σεξ αλλά για σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται. Οι πιο συνηθισμένες πολυσυντροφικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από σεβασμό, επικοινωνία και ειλικρίνεια. Στην πολυσυντροφικότητα (ή πολυερωτισμό) δεν σημαίνει ότι τα εμπλεκόμενα άτομα κάνουν ό,τι τους προκύψει. Συνήθως η ερωτική/σεξουαλική τους συμπεριφορά ακολουθεί κάποιους κανόνες τους οποίους έχουν θέσει από κοινού και με τους/τις συντρόφους τους. Όσες/οι εμπλέκονται θέτουν τους δικούς τους κανόνες, γνωρίζουν ακριβώς τι συμβαίνει και έχουν απολύτως ισότιμους ρόλους. Η αθέτηση αυτών των κανόνων επιφέρει παρόμοιες συνέπειες, όπως και στις μονογαμικές σχέσεις.Η πολυσυντροφικότητα συνδυάζει την επιθυμία για πολυγαμία με τη συντροφικότητα. Ο πολυερωτισμός ή η πολυσυντροφικότητα είναι ένα μοντέλο σχέσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τον ερωτικό/σεξουαλικό προσανατολισμό.

Προκατάληψη (prejudice): Η προκατάληψη είναι μια εκ των προτέρων κρίση, προκαθορισμένη ιδέα ή συμπεριφορά έναντι προσώπων ή ομάδων. Οι προκαταλήψεις είναι συχνά αρνητικές και τυπικά βασίζονται σε στερεότυπα, φήμες, παραδοχές, αισθήματα και πεποιθήσεις, παρά σε γνώση και γεγονότα. Οι προκαταλήψεις επηρεάζουν τόσο τις δράσεις μας όσο και τις ερμηνείες επί των πράξεων των άλλων. 

Ρ

Ρατσισμός (racism): το σύστημα εξουσιών που δομεί κοινωνικές ανισότητες σε βάρος μη-λευκών ανθρώπων. Ο όρος αφορά μόνο στις συστημικές ανισότητες βάσει της φυλής και δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται για άλλες περιπτώσεις (π.χ. είναι λάθος να λέμε, «ρατσισμός απέναντι στις γυναίκες» και σωστό, «σεξισμός» ή  «μισογυνισμός», αν και συναντάται πολύ συχνά).

Ρατσιστική βία (racist violence):  εγκληματικές πράξεις ή βίαιες ενέργειες ή συμπεριφορές εις βάρος ατόμων, τα οποία στοχοποιούνται λόγω εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης, χρώματος, θρησκευτικής προέλευσης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου ή αναπηρίας. Καταγράφονται επίσης εγκληματικές πράξεις ή βίαιες ενέργειες ή συμπεριφορές σε βάρος των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή όσων ατόμων προωθούν και προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στοχοποιούνται λόγω αυτής τους της ιδιότητας».

Pητορική μίσους σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων: αφορούν υβριστικές, προσβλητικές, ή εκφοβιστικές δημόσιες εκφράσεις οι οποίες διαδίδουν, υποκινούν, προωθούν ή δικαιολογούν το μίσος, την έχθρα, τις διακρίσεις ή τη βία προς τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στο δημόσιο και πολιτικό λόγο, σε πολιτικές συζητήσεις για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ή σε αντιδιαδηλώσεις προς δημόσιες εκδηλώσεις των ΛΟΑΤΚΙ+, όπως παρελάσεις υπερηφάνειας της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνήθως αναμεταδίδουν ομοφοβικές δηλώσεις πολιτικών και θρησκευτικών παραγόντων, οι οποίες περιγράφουν συνήθως τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ως ανώμαλα, άρρωστα, ανήθικα και εγκληματικά άτομα ή ως αποσταθεροποιητικά στοιχεία του κοινωνικού ιστού. Οι δηλώσεις μίσους μπορεί να δημιουργήσουν ένα προκατειλημμένο, μη συμπεριληπτικό περιβάλλον και να οδηγήσουν σε αποστέρηση των δικαιωμάτων ή/και σε στοχευμένη επιθετικότητα εναντίον μελών τέτοιων ομάδων. Οι δράστες της ρητορικής μίσους συχνά κρύβονται πίσω από τον ισχυρισμό ότι το μόνο που κάνουν είναι να εκφράζουν τη γνώμη ή την άποψή τους. Ωστόσο, κανένας άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται με τρόπο που είναι κακοποιητικός απέναντι στους άλλους. Η Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προστατεύει τα δικαιώματά μας, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της έκφρασης, αρκεί να υπάρχει ταυτόχρονα σεβασμός και για τα δικαιώματα των άλλων. Η ελευθερία της έκφρασης επομένως, δεν περιλαμβάνει τη ρητορική και την έκφραση που υποκινεί τη βία, το μίσος ή τις διακρίσεις (Council of Europe, Committee of Ministers, Recommendation No. (97) 20).

Ρευστό φύλο (gender fluid): Η ευελιξία των έμφυλων ταυτοτήτων των εκφράσεων φύλου που μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου ή ακόμα και από μέρα σε μέρα αποκαλείται ρευστότητα φύλου. Ένα άτομο με ρευστό φύλο μπορεί να αισθάνεται άνδρας μερικές μέρες, γυναίκα άλλες, άνδρας και γυναίκα ταυτόχρονα ή τίποτα από αυτά. Ένα πρόσωπο ρευστού φύλου μπορεί επίσης να αυτοπροσδιορίζεται ως genderqueer.

Σ

Σαδισμός (sadism): Σεξουαλική παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που επιβάλλεται στον άλλο. Η ψυχανάλυση έχει επεκτείνει την έννοια του σαδισμού σε πιο συγκαλυμμένες εκδηλώσεις θεωρώντας την ως μία από τις θεμελιακές συνιστώσες της ενορμητικής ζωής. (Βλ Διαστροφικός παθολογικά και Παραφιλία)

Σεξισμός (sexism): Οι προκαταλήψεις που αφορούν το φύλο, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ατόμων που ανήκουν σ’ αυτό, ονομάζονται σεξισμός. Αφορά στην πραγματικότητα, το σύνολο των αντιλήψεων, στάσεων και πρακτικών, με βάση τις οποίες θεσμοθετείται η κοινωνική ανισότητα εις βάρος του γυναικείου φύλου, καθώς και η μεροληπτική αντιμετώπισή του. Στις δυτικές κοινωνίες, όπου η θεσμική κυριαρχία ανήκει στην κατηγορία των ανδρών, οι γυναίκες θεωρούνται υποδεέστερες των ανδρών ως κοινωνική ομάδα, με συνέπεια να καταπιέζονται και να αποτελούν αντικείμενα συστηματικής εκμετάλλευσης από αυτούς. Ο σεξισμός αποτελεί ιδεολογικό εργαλείο υπεράσπισης και διατήρησης της έμφυλης ασυμμετρίας, ερμηνεύοντας και δικαιολογώντας ως «φυσικές» πολλές κοινωνικές πρακτικές. Η γλώσσα αποτελεί το κατ’ εξοχήν εργαλείο που διαμορφώνει και συγκροτεί τα κοινωνικά στερεότυπα και το Σεξισμό. Η διαφορά των φύλων αναδεικνύεται διαρκώς μέσα από τη γλώσσα. Έχουμε απειράριθμες μορφές συμβολικής επιβεβαίωσης και αναπαραγωγής της ανδρικής κυριαρχίας μέσα από μειωτικές παρατηρήσεις, προσβολές, ανέκδοτα, διαπιστώσεις για την ανικανότητα της γυναίκας στην οδήγηση, στα μαθηματικά, στην πολιτική ή στη χρήση της τεχνολογίας και άλλες παρόμοιες καθημερινές "αποδείξεις κατωτερότητας". Όταν χρησιμοποιούμε μειωτικούς χαρακτηρισμούς μέσω μεταφορών και παρομοιώσεων για να πούμε σωστά πράγματα συμβάλλουμε στην παγίωση του σεξισμού.

Σεξουαλικοποίηση

Σεξουαλικός προσανατολισμός (sexual orientation): Ο ερωτικός/σεξουαλικός προσανατολισμός αναφέρεται στην ικανότητα κάθε ατόμου για βαθιά συναισθηματική, στοργική και σεξουαλική έλξη, στενές και σεξουαλικές σχέσεις με άτομα διαφορετικού φύλου (ετεροφυλόφιλο άτομο), ιδίου φύλου (ομοφυλόφιλος ή γκέι, λεσβία) ή με παραπάνω από ένα φύλα (αμφιφυλόφιλο άτομο). Ομοφυλόφιλα, ετεροφυλόφιλα και οι αμφισεξουαλικά άτομα, βιώνουν αντίστοιχα σεξουαλικά και ερωτικά συναισθήματα με τα ετεροφυλόφιλα άτομα και είναι σε θέση να ερωτευτούν να αγαπήσουν και να δημιουργήσουν σχέσεις ισότιμες και μακροχρόνιες. Έρευνες δεκαετιών έχουν αποδείξει πως ο σεξουαλικός προσανατολισμός κυμαίνεται σε οποιοδήποτε σημείο ενός συνεχούς διαστήματος (φάσμα) από την αποκλειστική έλξη για άτομα του άλλου φύλου μέχρι την αποκλειστική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου.

ΣΜΛ (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις):  Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα. Σεξουαλικά μεταδιδόμενα λοιμώξεις ή νοσήματα  ή αφροδίσια νοσήματα ονομάζονται ασθένειες ή μολύνσεις οι οποίες μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της ανθρώπινης σεξουαλικής συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων του σεξ, του στοματικού σεξ και του πρωκτικού σεξ. Τα τελευταία χρόνια ο όρος σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις προτιμάται, καθώς έχει ένα ευρύτερο φάσμα εννοιών: ένα άτομο μπορεί να μολυνθεί και μπορεί να μολύνει άλλους δυνητικά, χωρίς να έχει μια ασθένεια. Στην αγγλική γλώσσα, STD (sexually transmitted diseases).

Σεξουαλική βία αναφέρεται στην σεξουαλική δραστηριότητα στην οποία δεν υπάρχει συναίνεση ή δεν έχει ελεύθερα δοθεί ( συχνά χρησιμοποιείται ο εκφοβισμός, ο εξαναγκασμός ή η βία για την άσκηση εξουσίας ή την αποστέρηση ενός ατόμου από το δικαίωμά του να κάνει τις δικές του επιλογές). Υπάρχουν πολλοί τύποι σεξουαλικής βίας οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν όλοι σωματική επαφή μεταξύ του θύματος και του θύτη, όπως στις περιπτώσεις βιασμού. Σεξουαλική βία θεωρείται και η σεξουαλική παρενόχληση, οι απειλές και το ανεπιθύμητο άγγιγμα. Παραδοσιακά το γυναικείο φύλο θεωρείται ότι είναι περισσότερο ευάλωτο στη σεξουαλική βία καθώς και τα παιδιά.Η σεξουαλική επίθεση είναι η ανεπιθύμητη συμπεριφορά ή πράξη. Η σεξουαλική βία και κακοποίηση μπορεί να προκύψει μόνο μία φορά ή τακτικά στο πλαίσιο ενός μοτίβου βίαιης συμπεριφοράς. Έχει ποικίλες επιπτώσεις, π.χ. σωματικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές.

Σεξουαλική εκμετάλλευση: είναι η σεξουαλική κακοποίηση ενός ατόμου μέσω του σεξ ή/και των σεξουαλικών πράξεων προκειμένου να λάβει ως αντάλλαγμα ναρκωτικά, φαγητό, καταφύγιο, προστασία και άλλα βασικά αγαθά για τη ζωή του και/ή χρήματα. Αυτό περιλαμβάνει τη δημιουργία ή την παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού, εικόνες που προβάλλουν άσεμνο περιεχόμενο ή αντίστοιχους ιστότοπους στο διαδίκτυο.

Σεξουαλική παρενόχληση (sexual harassment): Η σεξουαλική παρενόχληση έχει πολλές μορφές (σωματικές, λεκτικές, μη λεκτικές, σεξουαλική παρενόχληση στον κυβερνοχώρο). Οι σωματικές μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης (ανεπιθύμητη σωματική επαφή με χάδια, αγγίγματα, αγκαλιές, φιλιά κ.ά.) μερικές φορές γίνονται ανεκτές από τα κορίτσια επειδή δεν έχουν διδαχτεί ότι αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων τους, ενώ υπάρχει και μια περιρρέουσα κουλτούρα που «επιτρέπει» ή «ανταμείβει» τη σεξουαλική παρενόχληση. Δεν έχει καμία σχέση με φλερτ εκ μέρους του δράστη, αλλά αφορά κυρίως τον έλεγχο, την κυριαρχία και/ή την τιμωρία του θύματος και μπορεί να είναι εφιαλτική. Παραδείγματα σεξουαλικής παρενόχλησης είναι οι άμεσες ή έμμεσες απειλές ή δωροδοκίες με αντάλλαγμα σεξουαλική δραστηριότητα, σεξουαλικά υπονοούμενα και σχόλια, αστεία με σεξουαλικό περιεχόμενο, ανεπιθύμητα αγγίγματα ή άλλη σωματική επαφή ανεπιθύμητη επίδειξη υλικού με σεξουαλικό περιεχόμενο και απόπειρα ή πραγματοποίηση σεξουαλικής επίθεσης. Υπάρχει μεγάλη άγνοια στην κοινή γνώμη για το τι συνιστά σεξουαλική παρενόχληση, ωστόσο, η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και της υλοποίησής της και κατά συνέπεια αποτελεί  διάκριση λόγω  φύλου και είναι μια μορφή έμφυλης βίας.

Σεξουαλική ποικιλομορφία (sexual diversity): Η σεξουαλική ποικιλομορφία αφορά την ποικιλία του φύλου (βιολογικού και κοινωνικού) και της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Συνήθως οι άνθρωποι κάνουν το λάθος να θεωρούν ότι η σεξουαλική ποικιλομορφία αναφέρεται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ενώ και οι ετεροφυλόφιλοι, σις άνθρωποι αποτελούν μέρος αυτής της ποικιλομορφίας.

Σεξουαλική υγεία (sexual health): είναι μια κατάσταση σωματικής, συναισθηματικής, πνευματικής και κοινωνικής ευεξίας σε σχέση με τη σεξουαλικότητα, και δεν είναι μόνο η απουσία ασθένειας, δυσλειτουργίας ή αναπηρίας. Η σεξουαλική υγεία απαιτεί μια θετική και γεμάτη σεβασμό προσέγγιση στη σεξουαλικότητα και τις σεξουαλικές σχέσεις, καθώς και την ύπαρξη ευχάριστων και ασφαλών σεξουαλικών εμπειριών, ελεύθερη από εξαναγκασμούς, διακρίσεις και βία. Για να επιτευχθεί και να διατηρηθεί η σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικά δικαιώματα όλων των ανθρώπων πρέπει να είναι σεβαστά, να προστατεύονται και να ασκούνται. (WHO, 2006) Η σεξουαλική υγεία αποτελεί βασικό στοιχείο της συνολικής υγείας, της ευημερίας και του ευ ζην και καθορίζει αποφασιστικά την ευημερία των ατόμων, των ερωτικών συντρόφων, των οικογενειών και των κοινοτήτων

Σεξουαλικότητα (sexuality): Η σεξουαλικότητα αποτελεί κεντρική πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης στη διάρκεια της ζωής και περιλαμβάνει το φύλο (sex), την ταυτότητα και το ρόλο του κοινωνικού φύλου (gender), το σεξουαλικό προσανατολισμό τον ερωτισμό, την απόλαυση, την εγγύτητα και την αναπαραγωγή. Βιώνεται ή εκφράζεται με σκέψεις, φαντασιώσεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, στάσεις ζωής, αξίες, δραστηριότητες, πρακτικές, ρόλους, σχέσεις. Η σεξουαλικότητα μπορεί να περιλαμβάνει όλες τις προηγούμενες διαστάσεις, οι οποίες δυνατό να μην εκφράζονται ή να μη βιώνονται πάντα. Η σεξουαλικότητα είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικοοικονομικών, πολιτισμικών, ηθικών και θρησκευτικών/πνευματικών παραγόντων (WHO, 2006).

Σις, Σιστζέντερ (cis): Το cis σημαίνει “από την ίδια μεριά”. Ένα άτομο του οποίου η ταυτότητα και η έκφραση του φύλου ταυτίζονται με το φύλο που του αποδόθηκε στη γέννα. Είναι δηλαδή, μη τρανς. Για παράδειγμα, ένα άτομο με θηλυκό βιολογικό φύλο που αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα. Σις είναι όρος που χρησιμοποιείται για να αποστιγματίσει τον όρο τρανς. Όταν παραδέχομαι ότι είμαι σις, σημαίνει ότι αποδέχομαι ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι cis, και συνεπώς δεν αποδίδω «φυσιολογικότητα» στη δική μου κατάσταση και απαξίωση στη δική τους.

Στερεότυπα: Πρόκειται για τις τυποποιημένες και απλουστευμένες θετικές ή αρνητικές αντιλήψεις και σκέψεις που συχνά σχηματίζουμε για τους άλλους. Έτσι λοιπόν, όταν χρησιμοποιούμε ένα στερεότυπο, θεωρούμε ότι ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας κατέχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επειδή θεωρούμε ότι ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα και έτσι οδηγούμαστε σε αυθαίρετες γενικεύσεις και συμπεράσματα. Αν επικοινωνήσουμε με αυτό το άτομο στηριζόμενοι/ες/α στο στερεότυπο που έχουμε σχηματίσει, θα είμαστε προκατειλημμένοι/ες/α απέναντί του και θα δημιουργήσουμε εμπόδια στην επικοινωνία. Τα στερεότυπα μπορεί να οδηγήσουν σε προκαταλήψεις ενάντια σε άλλες ομάδες και, σε τελευταίο στάδιο, να προκαλέσουν συμπεριφορές και δράσεις.

Στρέιτ, ετεροφυλόφιλο άτομο (Heterosexual, straight): (βλ. Ετεροφυλόφιλο άτομο)

Σύμμαχος (ally, αλάι): (δες Ally)

Συμπερίληψη (inclusion): Η κοινωνική συμπερίληψη της ποικιλομορφίας του φύλου και της σεξουαλικότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται μόνο όταν οι νόμοι επιτρέπουν στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα να κάνουν coming out. Ουσιαστική συμπερίληψη υπάρχει όταν όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε μια κοινωνία, μπορούν να εκφράζουν ανοιχτά και ορατά τον ερωτικό/σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους με πλήρη ασφάλεια και ελευθερία. Ωστόσο, κι αυτό δεν είναι αρκετό όταν οι συνθήκες δεν τους επιτρέπουν να εκφράσουν πλήρως την ταυτότητά τους και να εκμεταλλευτούν πλήρως τις ικανότητές τους. Μοιάζει πολύ με την έννοια της ενσυναίσθησης, με τη διαφορά πως η συμπερίληψη δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα, είναι μια υπαρξιακή στάση, μια στροφή προς το βίωμα του άλλου, κατά την οποία είμαστε διατεθειμένες/οι να ρισκάρουμε να αφήσουμε τον άλλον να επιδράσει πάνω μας, να μας διδάξει, να προκαλέσει τις προκαταλήψεις μας και τους παγιωμένους μας τρόπους ύπαρξης (Gadamer).

Συμπεριληπτικό σχολείο: Ένα συμπεριληπτικό σχολείο αναγνωρίζει, επικυρώνει και κάνει προσπάθειες να συμπεριλάβει ποικίλες ανθρώπινες εμπειρίες, όπως για παράδειγμα, των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και των ατόμων με αναπηρία. Σε ένα συμπεριληπτικό σχολείο δεν αντιμετωπίζονται όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο διότι οι ανάγκες της κάθε ομάδας έχουν διαμορφωθεί κοινωνικά με διαφορετικούς τρόπους. Για να είναι το σχολείο ουσιαστικά συμπεριληπτικό για τα ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιά, οι ΛΟΑΤΚΙ+ μαθητές/-τριες, τα παιδιά με ΛΟΑΤΚΙ+ γονείς και τα μέλη της οικογένειάς τους αναγνωρίζονται, είναι αποδεκτά, νιώθουν ασφάλεια και απολαμβάνουν δίκαιη μεταχείριση στο σχολείο. Αποκτούν την αίσθηση του «ανήκειν», διαπιστώνουν ότι οι ίδιοι/ες και η οικογένειά τους αντικατοπτρίζονται σε όλες τις δραστηριότητες, τόσο τις εκπαιδευτικές όσο και τις εξωσχολικές και οι ανάγκες και τα βιώματά τους αντιμετωπίζονται πάντα ως σημαντικά και έγκυρα. Ενθαρρύνονται και έχουν πραγματικές ευκαιρίες να εκφραστούν, να αναπτύξουν ηγετικές ικανότητες, να πάρουν πρωτοβουλίες και να συμμετέχουν πλήρως.

Συναίνεση (concent): Ο όρος αυτός σημαίνει ότι δύο άνθρωποι είναι απαραίτητο να συμφωνήσουν ότι θέλουν να κάνουν σεξ και ότι, αν οποιαδήποτε στιγμή αλλάξουν γνώμη, μπορούν να σταματήσουν. Η συναίνεση στο σεξ χρειάζεται να είναι συνεχής και ενεργή κάθε στιγμή. Η συναίνεση και η απόλαυση είναι θεμελιακές έννοιες. Η ιδεατή ερωτική/σεξουαλική σχέση είναι εκείνη μεταξύ δύο συναινούντων εταίρων, οι οποίοι διαπραγματεύονται και συμφωνούν να μεγιστοποιήσουν την ερωτική τους ευχαρίστηση, με όποια μέσα κι αν αυτοί επιλέγουν. Το ζήτημα της συναίνεσης έχει μεγάλη σημασία να συζητιέται στην κοινωνία, γιατί μπορεί να προλάβει τη σεξουαλική βία αλλά και να προωθήσει τη δημιουργία ισότιμων, υγιών και απολαυστικών σεξουαλικών σχέσεων.

Τ

Ταυτότητα φύλου (Έμφυλη ταυτότητα, Gender Identity): Η έννοια της ταυτότητας είναι έννοια ψυχολογική και αναφέρεται στον ατομικό και εσωτερικό τρόπο που βιώνεται το κοινωνικό φύλο (gender) από κάθε άτομο. Σημαίνει το σύνολο των στοιχείων εκείνων που προσδίδει στο άτομο την αίσθηση και την αντίληψη ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συμπεριφορές, συναισθήματα, ρόλους. Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στα συναισθήματα που έχουμε για τον έμφυλο εαυτό μας, στην εσωτερική αίσθηση του ατόμου ότι είναι αρσενικό, θηλυκό, ή κάτι άλλο. Οι ταυτότητες φύλου διαμορφώνονται νωρίς στη ζωή του παιδιού, σε μια φάση κατά την οποία το παιδί συνειδητοποιεί τις διαφορές των φύλων και κατατάσσει τον εαυτό του σε κάποια κατηγορία. Σε ό,τι αφορά τα τρανς άτομα, η δική τους εσωτερική ταυτότητα φύλου δεν συνάδει με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια ταυτότητα φύλου, του άνδρα ή της γυναίκας (ή αγόρι ή κορίτσι), αλλά για μερικά άτομα το φύλο δεν ταιριάζει πλήρως σε μία από αυτές τις δύο επιλογές. Ο ΠΟΥ (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) έχει δώσει την εξής οδηγία για το φύλο: «Γεννιόμαστε και ταυτοποιούμαστε σε ένα φύλο και με αυτό μας στέλνουν στον κόσμο. Όμως για πολλούς αυτό είναι αιτία εσωτερικής δυσαρμονίας και η ταυτότητα που αποδίδει ανεπιτυχής καθώς το φύλο δεν είναι μόνο έμφυτο και ούτε καθορίζεται αποκλειστικά από τη βιολογική διαφορά, αλλά και από παράγοντες κοινωνικούς και πολιτιστικούς».  Σημειωτέον ότι η ταυτότητα του φύλου είναι κάτι διαφορετικό από τον ερωτικό-σεξουαλικό προσανατολισμό, με τον οποίο συγχέεται συχνά, εξ αιτίας των στερεοτύπων. Για παράδειγμα, μια αρρενωπή γυναίκα δεν είναι απαραίτητα λεσβία, ούτε ένας θηλυπρεπής άντρας είναι απαραίτητα γκέι.

Τρανστζέντερ, τρανς, διεμφυλικό άτομο (trans, transgender): είναι ένας γενικός όρος για τα άτομα, των οποίων η ταυτότητα φύλου ή/και η έκφραση φύλου διαφέρει από το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους. Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, κάποια άτομα αυτής της κατηγορίας μπορεί να αισθάνονται σαν να είναι σε λάθος φύλο χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι υπάρχει και η επιθυμία για χειρουργικό ή ορμονικό επαναπροσδιορισμό (βλ. Επέμβαση επιβεβαίωσης ή επαναπροσδιορισμού φύλου). Ο όρος περιλαμβάνει, δηλαδή, όλες τις εκφράσεις και ταυτότητες φύλου που διαφέρουν από το καταγεγραμμένο ανατομικό φύλο. Συμπεριλαμβάνει άτομα που βρίσκονται στο στάδιο της φυλομετάβασης (βλ. Φυλομετάβαση), άτομα που έχουν ολοκληρώσει την φυλομετάβασή τους και άτομα που είτε έχουν, είτε δεν έχουν κάνει επέμβαση επιβεβαίωση φύλου. Τα τρανς άτομα, εξ αιτίας της ταυτότητας του φύλου τους, η οποία από το υπόλοιπο περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως παράβαση, αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό, τις αρνητικές προκαταλήψεις και την υποτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ως «μη αυθεντικές». (Βλ. και Σις, Σιστζέντερ)

Τρανς γυναίκα (Trans woman): Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι αρσενικό, αλλά αυτοπροσδιορίζονται και ζουν ως γυναίκες. Ενδεχεται να τροποποιούν ή να επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους. Μερικά άτομα που πραγματοποίησαν μετάβαση από το ένα φύλο στο άλλο, προτιμούν να αναφέρονται ως άνδρες ή γυναίκες, παρά ως τρανς άνδρες ή τρανς γυναίκες

Τρανς άνδρας (Trans man): Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι θηλυκό, αλλά αυτοπροσδιορίζονται και ζουν ως άνδρες. Ενδέχεται να τροποποιούν ή να επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους. Μερικά άτομα που πραγματοποίησαν μετάβαση από το ένα φύλο στο άλλο, προτιμούν να αναφέρονται ως άνδρες ή γυναίκες, παρά ως τρανς άνδρες ή τρανς γυναίκες.

Τρανσέξουαλ (Transexual): Όρος που αναφέρεται στα τρανς άτομα που προβαίνουν σε διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου. Ωστόσο είναι όρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον λόγω αρνητικού στιγματισμού, και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος τρανς. Υπάρχουν τρανς άτομα, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, που χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Σημαντικό είναι πάντα να γίνεται σεβαστή η επιθυμία ενός ατόμου να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει.

Τρανσφοβία (Transphobia): Αναφέρεται σε αρνητικές πολιτισμικές και προσωπικές πεποιθήσεις, γνώμες, στάσεις και συμπεριφορές, που βασίζονται σε προκατάληψη, αποστροφή, φόβο ή/και μίσος για τους τρανς ανθρώπους ή για άτομα με παραλλαγές στην ταυτότητα και έκφραση φύλου. Σήμερα, η τρανσφοβία μπορεί να περιγραφεί ως ένας παράλογος φόβος της μη συμμόρφωσης με τα πρότυπα φύλου ή της υπέρβασης των φύλων, όπως ο φόβος ή η αποστροφή προς τις αρρενωπές γυναίκες, τους θηλυπρεπείς άνδρες, τους κροσντρέσερ, τα ίντερσεξ και τα τρανς άτομα και άλλα άτομα που δε συμμορφώνονται με τα υπάρχοντα στερεότυπα φύλου. Συχνά φτάνει ως το σημείο να εκδηλώνεται πολύ επικίνδυνα, όπως μέσω λεκτικής βίας, διάκρισης, αποκλεισμού, προσβολής, εκφοβισμού, κακοποίησης, ρητορικής μίσους και φλεγμονώδων άρθρων, αλλά και με τρανσφοβικά εγκλήματα μίσους όπως επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και φόνους. Τα τρανς άτομα υφίστανται διακρίσεις, συχνά σε μεγαλύτερη κλίμακα από τα ομοφυλόφιλα και τα αμφιφυλόφιλα, ιδίως στον τομέα της απασχόλησης.

Τρανσφοβικός σχολικός εκφοβισμός (transphobic bullying): χαρακτηρίζεται ο εκφοβισμός που οφείλεται σε προκαταλήψεις ή αρνητικές στάσεις, πεποιθήσεις ή απόψεις σε βάρος των τρανς μαθητριών/-ών. Τα άτομα που βιώνουν τέτοιου είδους εκφοβισμό δεν είναι μόνο τρανς άτομα αλλά και τρανς μαθήτριες/-ές που δεν έχουν κατασταλάξει όσον αφορά την ταυτότητα του φύλου τους, καθώς και όσες/-οι δε συμμορφώνονται με τα έμφυλα στερεότυπα ή τις σχετικές νόρμες.

Φ

Φαντασίωση (fantasy ή phantasy): Φανταστικό σενάριο, στην πλοκή του οποίου το άτομο είναι παρόν. Απεικονίζει, με λίγο έως πολύ παραμορφωμένο από τις αμυντικές διεργασίες τρόπο, την εκπλήρωση επιθυμιών οι οποίες είναι, σε τελευταία ανάλυση, ασυνείδητες. Η φαντασίωση απαντάται σε ποικίλες μορφές: πρωταρχικές φαντασιώσεις, συνειδητές φαντασιώσεις ή ονειροπολήσεις, ασυνείδητες φαντασιώσεις που αποτελούν τη λανθάνουσα υποδομή έκδηλων περιεχομένων.

Φαντασίωση ερωτική (fantasy):

Φετιχισμός (Fetichism): Μορφή παραφιλίας (βλ. Παραφιλία). Στον φετιχισμό η χρήση άψυχων αντικειμένων (φετίχ) αποτελεί την επανειλημμένα προτιμούμενη ή αποκλειστική μέθοδο για την επίτευξη σεξουαλικής διέγερσης. Υπάρχουν δύο κύριες μορφές φετιχισμού: ο φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος, όπως τα μαλλιά, τα πόδια, κλπ, και ο φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως τα παπούτσια, τα γάντια, κλπ. Όταν το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος είναι δύσκολο να ανιχνευθεί, αφού το άτομο απλώς βρίσκει ελκυστικό ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος. Η πιο καθαρή μορφή φετιχισμού παρουσιάζεται όταν το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο. Τυπικά, το αντικείμενο του φετιχισμού είναι κάτι που είναι στενά συνδεδεμένο με το σώμα και συνήθως είναι αντικείμενο που χρησιμοποιείται από κάποιο άλλο άτομο, όπως τα εσώρουχα.

Φοβικότητα και χρήση των όρων με κατάληξη σε «-φοβία»: π.χ. Ομοφοβία=διακρίσεις βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού, Τρανσφοβία=διακρίσεις βάσει ταυτότητας φύλου, Χονδροφοβία=διακρίσεις βάσει βάρους κ.ο.κ. Όταν χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους, δεν εννοούμε πως κανείς φοβάται τους ομοφυλόφιλους τρανς/χοντρούς κ.ο.κ. Το καταληκτικό αυτό χρησιμοποιείται σ’ αυτές τις λέξεις για να υποδηλώσει συμπεριφορά μη-ανεκτικότητας ή/και διακρίσεων και επιθετικότητας προς τα άτομα της ομάδας που περιγράφει ο όρος.  (βλ. και Ομοφοβία, τρανσφοβία αμφιφοβία, ιντερφοβία)

Φυλομετάβαση (transition): Η φυλομετάβαση ενός τρανς ατόμου περιλαμβάνει μερικά ή όλα τα ακόλουθα προσωπικά, ιατρικά και νομικά βήματα: να μιλήσει το άτομο στην οικογένεια, τους/τις φίλους/ες και τους/τις συναδέλφους, χρησιμοποιώντας διαφορετικό όνομα και νέες αντωνυμίες, να αλλάξει τον τρόπο που ντύνεται, να αλλάξει το όνομα ή/και το φύλο σε νομικά έγγραφα, να κάνει ορμονοθεραπεία και ενδεχομένως (αν και όχι πάντα) να προβεί σε έναν ή περισσότερους τύπους χειρουργικών επεμβάσεων (που αναφέρονται ως επαναπροσδιορισμός φύλου ή χειρουργική επιβεβαίωση φύλου). Τα ακριβή βήματα που συνεπάγεται η φυλομετάβαση ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Ωστόσο, δεν επιθυμούν όλα τα τρανς άτομα να τροποποιήσουν το σώμα τους με τη βοήθεια ιατρικών παρεμβάσεων.

Χ

Χαρακτηριστικά φύλου (Sex characteristics): Αφορούν τα βιολογικά χαρακτηριστικά των φύλων. Χωρίζονται σε πρωτογενή (χρωμοσώματα, ορμονική δομή, εσωτερικά και εξωτερικά αναπαραγωγικά όργανα) και δευτερογενή (π.χ. τριχοφυΐα, φωνή, σκελετική δομή).


A

Agender: Ταυτότητα φύλου κατά την οποία το άτομο αισθάνεται ότι δεν έχει φύλο ή η απουσία ταυτότητας φύλου.

Ally (Σύμμαχος): Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον/α που παίρνει θέση εναντίον της καταπίεσης ή της διακριτικής μεταχείρισης ενώ δεν είναι μέλος της καταπιεσμένης ομάδας - για παράδειγμα, ένας/μία λευκός/ή που μιλάει κατά του ρατσισμού ή ένας/μία στρέιτ που μιλάει κατά της ομοφοβίας

B

Body positivity: η έκφραση/νοοτροπία πως όλα τα σώματα είναι ωραία.

Body positive movement: κίνημα για τη θετική αντιμετώπιση όλων των σωμάτων.

BDSM: Ο όρος BDSM είναι ένα σύνθετο αρκτικόλεξο που αντιπροσωπεύει τις έξι αγγλικές λέξεις "Bondage, Discipline, Dominance, Submission, Sadism, and Masochism", οι οποίες μεταφράζονται σε δυάδες ως "Δεσμά & Πειθαρχία" (B/D), "Κυριαρχία & Υποταγή" (D/S) , "Σαδισμός & Μαζοχισμός" (S/M). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα ερωτικών δραστηριοτήτων και συμπεριφορών συναινούντων ενηλίκων. Παράλληλα περιγράφει και διάφορες μορφές διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά παράλληλα και κάποιες ξεχωριστές υποκουλτούρες και τάσεις που εκφράζονται μέσα από αυτό. Η βασική αρχή για όλα τα παιχνίδια του BDSM είναι το SSC: Safe (ασφαλές), Sane (λογικό), Consensual (συναινετικό).

Boi (μπόι): ένα άτομο, με θηλυκό βιολογικό φύλο, που σκόπιμα ή μη σκόπιμα, εμφανίζεται με στερεοτυπικά ανδρικά, αγορίστικα χαρακτηριστικά. Επίσης, «boi» αποκαλείται κάθε άτομο που θέλει να εμφανίζεται ως νεαρό αγόρι και όχι ως άντρας. Λέγεται και μπουτς (butch).

Buggery: Σημαίνει ταυτόχρονα σοδομισμός, κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, παιδεραστία.

Butch (ή boi): Προφέρεται <Μπούτs> και αναφέρεται στις λεσβίες που υιοθετούν ένα πιο αρσενικό στυλ ντυσίματος και εμφάνισης. Συνήθως κοντά μαλλιά, εννοείται παντελόνια, ενίοτε πουκάμισα, χωρίς βάψιμο ή κοσμήματα. Αναφέρεται στη διάκριση ανάμεσα σε αρρενωπή/ενεργητική και femme, τη θηλυκή/παθητική γυναίκα στις λεσβιακές σχέσεις.

C

Cis, cisgender: (βλ. ΣΙς)

Coitus interruptus: Διακεκομμένη συνουσία

Coming out : Το «Coming out (...of the closet, είναι ολόκληρη η φράση) », είναι μια διεθνής έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πράξη της γνωστοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας/χαρακτηριστικών φύλου από ένα ΛΟΑΤΚΙ+ (LGBTQI+) άτομο προς την οικογένειά του, τους/τις φίλους/-ες του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρο εργασίας κτλ). Αρκετά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα διστάζουν, ορισμένα επιλέγουν να κρατήσουν τη ταυτότητα τους κρυφή, άλλα τη γνωστοποιούν σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενώ κάποια άλλα αποφασίζουν να τη γνωστοποιήσουν ευρύτερα δημόσια. Συνήθως δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, εξαιτίας του κινδύνου να αντιμετωπίσουν αρνητικές διακρίσεις και διαφόρων ειδών εγκλήματα μίσους. Η δυνατότητα να μπορούν οι άνθρωποι να μοιραστούν τη ζωή τους με την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον τους αυξάνει τις πιθανότητες κοινωνικής υποστήριξης η οποία είναι σημαντική για τη ψυχική υγεία και τη ψυχολογική ευημερία κάθε ατόμου. Σαν έννοια, το coming out, η «έξοδος από την ντουλάπα», είναι μια εύστοχη μεταφορά που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση των «κρυφών» ΛΟΑΤΚΙ+ (LGBTQI+) ατόμων ανά τον κόσμο, και κυρίως τον πόνο και την καταπίεση που συνεπάγεται η συνεχής διαβίωση μέσα στο σκοτάδι και την (αμυντική) υποκρισία. (βλ. και Outing)

Cyberbullying: διαδικτυακή παρενόχληση συμπεριλαμβανομένης της λήψης ανεπιθύμητων, προσβλητικών ή/και σεξουαλικού περιεχομένου μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μηνυμάτων SMS ή/και προσβλητικών και ακατάλληλης πλοήγησης σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης.  . Η αντιμετώπιση παρενόχλησης στον κυβερνοχώρο μπορεί να οδηγήσει τα άτομα που την υφίστανται σε συναισθηματικές διαταραχές. Μελέτες δείχνουν ότι τα υψηλότερα επίπεδα cyberbullying και θυματοποίησης σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικής επιρροής, με τα θύματα να αναφέρουν αισθήματα λύπης, απελπισίας και αδυναμίας (Nixon, 2014)

Cybersex: Σεξουαλικές εμπειρίες ή εικονικό σεξ που γίνεται μέσω του Διαδικτύου, για παράδειγμα, μια σεξουαλική συνομιλία με κάποιον/α. Περιλαμβάνει κλασσικές εμπειρίες ερωτικής συνεύρεσης όπως είναι ο αυνανισμός, η απόλαυση και ο οργασμός. 

Cyberstalking: Η online παρακολούθηση της παρουσίας και της επικοινωνίας με τρόπο που μοιάζει απειλητικός. (βλ. Stalking)

D

Doxxing: δημοσίευση προσωπικών πληροφοριών για κάποιο άτομο (συμπεριλαμβανομένων βίντεο και φωτογραφιών με σεξουαλικό περιεχόμενο- αυτό που μερικές φορές αποκαλείται «revenge porn». (βλ. revenge porn)

Drag: Είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσία) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Πολλοί Drag Kings (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που πολιτισμικά συνδέουμε με το ανδρικό φύλο) και Drag Queens (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο) κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους.

Drag Queen: Drag είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσίας) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Οι Drag queens, άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους. Drug queens συμμετείχαν, από την αρχή του κινήματος, στους αγώνες διεκδίκησης των τρανς δικαιωμάτων.

Dyke (ντάικ): όρος, συνώνυμος με τη λέξη λεσβία που χρησιμοποιείται όμως κυρίως μεταξύ των λεσβιών. Η φράση “dyke on a bike” αναφέρεται στις μηχανόβιες και ποδηλατόβιες λεσβίες που έχουν πιο ανδροπρεπές στυλ.

E

Enchangistes: Γαλλικός νεολογισμός για τα ζευγάρια που ανταλλάσουν τους συζύγους τους. Η ανταλλαγή συζύγων λέγεται swinging

G

Gay, homosexual man (γκέι, ομοφυλόφιλος άνδρας): (βλ. Γκέι)

Gay/lesbian bars: Τα μπαρ για gay και λεσβίες, όπως και οι αντίστοιχες σελίδες γνωριμιών, αποτελούν μέρη όπου οι gay, οι λεσβίες, τα αμφιφυλόφιλα ή τα πανσέξουαλ άτομα έχουν την ευκαιρία να φλερτάρουν, να κάνουν γνωριμίες και να εκφραστούν ελεύθερα. Άλλος ένας λόγος είναι ότι αυτά τα μέρη αποτελούν «safe space», όπου αποφεύγουν τον κίνδυνο να «εκτεθούν» ή να προσβάλλουν κάποιον «φανατικό» ετεροφυλόφιλο, ιδίως σε κοινωνίες με ομοφοβικές προκαταλήψεις και ταμπού.

Gender: (Βλ. και Κοινωνικό φύλο)

Genderfluid: Άτομα με ρευστό φύλο/σεξουαλικότητα. (βλ. Ρευστό φύλο)

Genderqueer (Φυλο-παράξενος): Τον όρο χρησιμοποιούν άτομα που δεν θέλουν να προσδιοριστούν με καμία ταμπέλα ψυχολογικού, βιολογικού και κοινωνικού φύλου. (βλ. και Queer)

Glass ceiling (γυάλινη οροφή): Ο όρος περιγράφει ένα αόρατο εμπόδιο το οποίο δεν επιτρέπει την άνοδο των γυναικών σε επαγγελματικά θέσεις και υψηλόβαθμα αξιώματα συνδεδεμένα με τη λήψη αποφάσεων, όπως αρχηγοί κρατών ή διευθύντριες μεγάλων εταιριών. Το glass ceiling  υποστηρίζεται από ισχυρά κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία πολλές γυναίκες αποδέχονται και εσωτερικεύουν. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

Grooming: ή όπως αποδίδεται στα ελληνικά η “διαδικτυακή σεξουαλική παρενόχληση ή αποπλάνηση ανηλίκου” είναι μία πολύ σοβαρή διαδικτυακή απειλή. Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε σε δράσεις που στο πλαίσιο της διαδικτυακής επικοινωνίας σκόπιμα στοχεύουν στο αναπτυχθεί μια συναισθηματική σύνδεση με έναν ανήλικο προκειμένου να μειωθούν οι αναστολές του ώστε να προετοιμαστεί για σεξουαλική δραστηριότητα ή εκμετάλλευση. Αν ο παιδόφιλος έρθει σε ερωτική επαφή με έναν ανήλικο, τότε μιλάμε για παιδεραστία. Χρειάζεται να τονίσουμε ότι το grooming αποτελεί τραυματικό γεγονός στη ζωή των εφήβων λόγω της αποπλάνησης και εκμετάλλευσης στα οποία υποβάλλεται.

F

Femme (φαμ): Όταν λέμε femme εννοούμε τις λεσβίες που υιοθετούν αυτό που θεωρείται «θηλυκό» στυλ ντυσίματος (λέγονται και lipstick lesbians). Υπάρχουν και διάφορες υποκατηγορίες, όπως για παράδειγμα οι blue jeans lesbian για τις femme που αποφεύγουν τα φορέματα και προτιμούν τα τζην. (βλ. και Butch, Boi)

Foreplay: Προκαταρκτικά παιχνίδια στο sex             

L

Libido (λίμπιντο): Βλ.

LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersex+): Στα ελληνικά ΛΟΑΤΚΙ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά, Τρανσεξουαλικά, Κουήρ, Ίντερσεξ άτομα), όρος που κωδικοποιήθηκε από το κίνημα που διεκδικεί τα δικαιώματα όσων διαφοροποιούνται από το ετεροφυλοφιλικό πρότυπο. (βλ και ΛΟΑΤΚΙ+)

M

Mansplaining: Η διαδικασία μέσω της οποίας ένας άντρας διακόπτει μία γυναίκα και της ‘εξηγεί’ με τρόπο περιφρονητικό ή χειραγωγικό ένα θέμα που εκείνος θεωρεί ότι γνωρίζει καλύτερα, ενώ στην πραγματικότητα η γνώση του δεν είναι περισσότερη από εκείνη της γυναίκας. Συνδυασμός των λέξεων man (άνδρας) και explaining (εξήγηση) και ορίζεται ως "η πράξη του να εξηγείς κάτι σε κάποιον, συνήθως ένας άνδρας σε μια γυναίκα, με τρόπο περιφρονητικό ή κηδεμονευτικό. Η Lily Rothman του περιοδικού The Atlantic ορίζει το mansplaining ως "το να εξηγείς χωρίς επίγνωση του γεγονότος ότι ο δέκτης της εξήγησης γνωρίζει περισσότερα από το άτομο που εξηγεί, ο οποίος συχνά συμβαίνει να είναι άνδρας απευθυνόμενος σε γυναίκα". Η συγγραφέας και δοκιμιογράφος Rebecca Solnit αποδίδει το φαινόμενο σε ένα συνδυασμό "υπέρμετρης αυτοπεποίθησης και αμάθειας".Πολλές φορές γνώμες που εκφράζονται από γυναίκες, συχνά αμφισβητούνται από τους άνδρες συνομιλητές τους. Αυτό κατά κύριο λόγο συμβαίνει επειδή υπάρχει ακόμα έντονα η πεποίθηση στην κοινωνία ότι η ανδρική γνώμη μετράει περισσότερο από την γυναικεία. Η Δ. Κογγίδου, καθηγήτρια  στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Α.Π.Θ., προτείνει ως μετάφραση τον όρο "ανδρεξήγηση".

Ménage ά trois: Το ερωτικό τρίγωνο

Metrosexual (Μετροσέξουαλ): όρος που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 21ου και αφορά τους ετεροφυλόφιλους άντρες στις μεγάλες πόλεις που προσέχουν πολύ το ντύσιμό τους, τα μαλλιά τους κ.λπ. Παλαιότερα, αυτό ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό και στερεότυπο των ομοφυλόφιλων ανδρών. Το μετροσέξουαλ, αν και θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία όσον αφορά την αποδόμηση του φύλου, σχετίζεται περισσότερο με τον καταναλωτισμό. Για τις σχετικές βιομηχανίες, ένας άνδρας μετροσέξουαλ αποτελεί πολύ καλό πελάτη.

Misgendering (μιστζέντεριν): εσκεμμένη λανθασμένη χρήση αντωνυμιών, άρθρων και άλλων λέξεων που απευθύνονται σε διαφορετικό φύλο από το φύλο στο οποίο επιθυμεί ένα άτομο να του απευθύνονται 

O

Outing: Η αγγλική έκφραση «outing» αναφέρεται στην κοινοποίηση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου εντός ατόμου όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδίου. (Outing σου κάνουν άλλοι, coming out κάνεις εσύ ο/η ίδιος/α)(Βλ και Coming out). Το outing είναι επί της ουσίας μια πράξη βίας απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και γίνεται παρά τη θέλησή τους. Συνήθως γίνεται με κακόβουλο τρόπο εν είδει «ξεμπροστιάσματος», έχει χαρακτηριστικά κακοποίησης, ενώ παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα του ανθρώπου. Ιδιαίτερα στο σχολικό περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά πολλές φορές εκβίασης και εκφοβισμού.

P

PEP, Θεραπεία μετά την έκθεση (Post Exposure Prophylaxis): θεραπεία ενός μήνα με αντιρετροϊκά φάρμακα που μπορεί να εμποδίσει τη μόλυνση από τον HIV. Θα πρέπει όμως, να ληφθεί το συντομότερο δυνατό από τη στιγμή της πιθανής έκθεσης στον ιό και σίγουρα μέσα σε διάστημα το πολύ τριών ημερών.

PrEP, Προφύλαξη πριν την έκθεση: φαρμακευτική αγωγή που παίρνεις καθημερινά και σε προστατεύει από τον ιό HIV. Είναι ήδη διαθέσιμη σε αρκετές χώρες σε όλο τον κόσμο, όχι όμως στην Ελλάδα.

Pride (Φεστιβάλ Υπερηφάνειας): Στα Φεστιβάλ Υπερηφάνειας που διοργανώνονται από τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στις περισσότερεςδυτικές χώρες και αλλού, πλήθος κόσμου διαδηλώνει για να γιορτάσει, αλλά και να διεκδικήσει αναγνώριση και μεγαλύτερο σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα ανθρώπων που δεν βρίσκονται στις νόρμες των κυρίαρχων προτύπων για τη σεξουαλικότητα και το φύλο.  Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έχουν ανάγκη να τονώσουν την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά τους που δοκιμάζεται κάθε μέρα εξ αιτίας των διακρίσεων, των αποκλεισμών και της έμφυλης βίας που υφίστανται. Στα πράιντ συμμετέχουν και μη ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα για να δείξουν την αλληλεγγύη τους.

Q

Queer: Η λέξη ‘queer’ ξεκίνησε ως βρισιά (άμεση μετάφραση “αλλόκοτος”, “περίεργος”, “ανώμαλος”) αλλά το νόημά της άλλαξε όταν διεκδικήθηκε η χρήση της από την ευρύτερη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Η λέξη πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους σε όλο το φάσμα της σεξουαλικότητας, έκφρασης, ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου, πλην των ετεροκανονικών ανθρώπων. Ο όρος συμπεριλαμβάνει και μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων με χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν από την ηγεμονική κανονικότητα της κοινωνίας και της κουλτούρας στην οποία ζουν. Η θεωρία queer αμφισβητεί τα ετεροκανονικά κοινωνικά πρότυπα που σχετίζονται με το φύλο και τη σεξουαλικότητα και ισχυρίζεται ότι οι έμφυλοι ρόλοι είναι αποτέλεσμα κοινωνικά κατασκευασμένων ιδεών. Αναφέρεται επίσης σε μια ριζοσπαστική, εναλλακτική θεώρηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας ή έκφρασης φύλου ως σημαντικών πεδίων αυτοπροσδιορισμού, ψυχικών και αισθητικών. Με αυτή την έννοια, το ποιος-α/-ο είναι queer ορίζεται σε σχέση μάλλον με έναν τρόπο αντίληψης παρά με συγκεκριμένες πρακτικές. Χρησιμοποιείται συχνά από άτομα που δεν αποδέχονται τις παραδοσιακές έννοιες του φύλου και της σεξουαλικότητας και δεν ταυτίζονται/καλύπτονται με κάποιο από τους υπόλοιπους όρους του ακρωνυμίου ΛΟΑΤΙ+, αλλά και ως όρος-ομπρέλα για όλα τα ΛΟΑΤΙ+ άτομα.

Questioning: Αναφέρεται σε ανθρώπους που βρίσκονται στη διαδικασία της κατανόησης και εξερεύνησης του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας και έκφρασης φύλου. Συνήθως αναζητούν πληροφορίες και υποστήριξη κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου της ανάπτυξης της ταυτότητας τους και δεν θέλουν να βάλουν ταμπέλα ή να αυτοπροσδιοριστούν ως κάτι. Είναι πιο συχνό οι έφηβες/-οι να βρίσκονται σε κατάσταση διερώτησης.

R

Rape Culture (βλ. Κουλτούρα του βιασμού)

Revenge porn

S

Sex-positive feminism: Μια έκφραση του φεμινισμού όπου η σεξουαλική ελευθερία των γυναικών αντιμετωπίζεται ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα του κινήματος. Αυτό το είδος φεμινισμού αντιτίθεται ιδιαίτερα στη θέαση της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα από πατριαρχική σκοπιά μιας και ιστορικά, ο ορισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας δίνεται από άνδρες, ελέγχεται και περιορίζεται ώστε να ικανοποιεί πατριαρχικές, ανδροκεντρικές ανάγκες.

Sexting: αποστολή, λήψη και διατήρηση μηνυμάτων σεξουαλικού περιεχομένου με φωτογραφικό ή οπτικοακουστικό υλικό είτε μέσω κινητού τηλεφώνου είτε μέσω άλλου μέσου ψηφιακής τεχνολογίας. Η ιδιωτική ανταλλαγή αυτοπαραγόμενων σεξουαλικών εικόνων μέσω κινητού τηλεφώνου ή του Διαδικτύου έχει συζητηθεί ευρέως σε δημόσιες και ακαδημαϊκές συζητήσεις ως μια νέα συμπεριφορά υψηλού κινδύνου μεταξύ εφήβων και νεαρών ατόμων.

Sextortion: Ο σεξουαλικός διαδικτυακός εξαναγκασμός και εκβιασμός παιδιών και εφήβων αφορά στη μεθοδολογία διαδικτυακών δραστών να προσεγγίζουν τα θύματά τους με δόλιο τρόπο, παριστάνοντας ότι είναι συνομήλικοι. Αφού αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των παιδιών, τους ζητούν υλικό ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (φωτογραφίες ή βίντεο), για προσωπική δήθεν χρήση ή για επαγγελματική προώθηση, μέσω «ειδικών» (π.χ. για μόντελινγκ). Ενδεικτικά, οι δράστες επιδιώκουν την παραγωγή πρωτοτύπου υλικού πορνογραφίας ανηλίκων ή επιθυμούν να συναντηθούν με τα θύματά τους ή εκβιάζουν αυτά για χρήματα, με την απειλή ότι θα δημοσιεύσουν το υλικό στο διαδίκτυο ή θα το αποστείλουν στο οικείο περιβάλλον τους. Πολλά από τα περιστατικά δεν καταγγέλλονται στις αρμόδιες αρχές είτε γιατί το θύμα αισθάνεται ντροπή για το υλικό που κλήθηκε να παράγει, είτε γιατί δε γνωρίζει (λόγω της ανηλικότητας) ότι έχει διαπραχθεί έγκλημα σε βάρος του.

Site γνωριμιών: Οι γνωριμίες μέσω Ιντερνετ είναι περίπου τόσο παλιές όσο και το ίδιο το Ίντερνετ, ωστόσο, με την επέλαση των κοινωνικών δικτύων, η τάση φούντωσε και υπήρξε καταλυτική στο να μειωθεί το στίγμα που είχαν μέχρι και πριν μια δεκαετία. Πάνω στα κοινωνικά δίκτυα πάτησαν και οι εφαρμογές για online dating. Η λογική των εξειδικευμένων ιστοσελίδων για γνωριμίες στο διαδίκτυο είναι απλή. Άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονται για μία νέα σχέση κάνουν τη δωρεάν εγγραφή τους σε μια από αυτές τις σελίδες και δημιουργούν ένα προσωπικό προφίλ. Από εκεί και πέρα, μπορούν να αναζητήσουν άλλους/-ες χρήστες/-ριες με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά – ταυτότητα φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, ηλικία, ενδιαφέροντα, τόπο κατοικίας, κλπ. Ταυτόχρονα, το δικό τους προφίλ είναι διαθέσιμο στις αναζητήσεις των άλλων χρηστών/-ριών. Η βασική διαφορά με τα κοινωνικά δίκτυα είναι πως τα μέλη μιας ειδικής ιστοσελίδας είναι δεδομένο πως ενδιαφέρονται να βρουν ένα/μία εραστή/σύντροφο. Τέλος, οι βασικότερες ενστάσεις γύρω από τις διαδικτυακές γνωριμίες έχουν να κάνουν με το ότι οι πληροφορίες είναι εξ' ορισμού περιορισμένες - όσο αναλυτικό κι αν είναι το προφίλ κάποιου/-ας σε ένα site γνωριμιών, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το πώς θα είναι σαν άνθρωπος στην πραγματικότητα, η υπερπροσφορά δυσκολεύει την απόφαση και τέλος ότι η ανωνυμία επιτρέπει την υπέρμετρη αγένεια. Υπάρχουν ωστόσο, στοιχεία ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν έντονες και θετικές σχέσεις στο διαδίκτυο και ότι μερικές από αυτές τις σχέσεις γίνονται σχέσεις και στην πραγματική ζωή (McKenna & Bargh, 2000).

Slut (σλάτ): Προσβλητικός όρος για μια γυναίκα που έχει "πάρα πολλούς" σεξουαλικούς συντρόφους- αν και διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές ιδέες για το τι θεωρείται πάρα πολύ. Μερικοί άνθρωποι έχουν αποκαταστήσει τον όρο "slut" και το χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τον εαυτό τους ως ανθρώπους που είναι περήφανοι για τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Slut shaming: Η ταπείνωση μιας γυναίκας της οποίας η σεξουαλικότητα δεν ακολουθεί το στενό πατριαρχικό μοντέλο. Όταν μια γυναίκα δεν ακολουθεί το πατριαρχικό μοντέλο που θέλει τη γυναικεία σεξουαλικότητα σεμνή και παθητική, πολλές φορές δέχεται υποτιμητικά σχόλια, βρισιές, απομόνωση, διαπόμπευση και το χειρότερο, σεξουαλικές επιθέσεις καθώς θεωρείται εύκολη και κτήμα κάθε άνδρα. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαπόμπευσης είναι ότι στα μάτια κάποιων ανθρώπων, η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας ή/και τα ρούχα που φοράει, μπορεί να αντιμετωπιστούν ως αιτίες σεξουαλικής επίθεσης. Αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν ακόμη πως στην περίπτωση ενός βιασμού παίζει ρόλο τι έκανε ή τι φορούσε το θύμα ενώ το μόνο πράγμα που παίζει ρόλο είναι οι πράξεις του βιαστή.

Stereotype threat: Η έννοια αυτή αναφέρεται στο άγχος ή την ανησυχία που βιώνει ένα άτομο σε μια κατάσταση, στην οποία δυνητικά μπορεί να επιβεβαιώσει ένα αρνητικό στερεότυπο εναντίον του. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο μειωμένης αυτοπεποίθησης, σε εσωτερική απόδοση της αποτυχίας μέχρι και σε εγκατάλειψη της σχετικής στρεσογόνου δραστηριότητας. Αυτή η «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» όταν διαιωνίζεται για πολύ καιρό, παγιώνεται με τη μορφή κοινωνικής ανισότητας.

Stalking: Ο όρος Stalking καλύπτει την ανεπιθύμητη επικοινωνία και παρενόχληση μέσω οποιουδήποτε τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου (cyber – stalking) ή με εισβολή (με φυσική παρουσία). Περιλαμβάνει παρακολούθηση στο δρόμο, επιτήρηση, άμεση προσέγγιση, διάρρηξη οικίας, παρακολούθηση στο χώρο εργασίας, προσέγγιση συγγενών και φίλων, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούληση του ατόμου στο οποίο απευθύνεται. Πλέον εντάσσεται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ως αδίκημα και μπορείτε να το καταγγείλετε στην Αστυνομία.

T

 Trafficking: