Το Ευρετήριο Όρων δεν είναι λεξικό, αλλά μια εντελώς υποκειμενική επιλογή όρων-εννοιών που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με τη σεξουαλικότητα. Αποσκοπεί στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος μιας κριτικής ανάγνωσης σχετικών κειμένων και αποτελεί προτροπή προς περαιτέρω εμβάθυνση και μελέτη. 

 – @: Η χρήση του συμβόλου ‘@’ γίνεται στις γλώσσες που έχουν έμφυλες εκφράσεις (Ελληνικά, Ισπανικά κ.ο.κ.). Προκειμένου να χρησιμοποιούμε γλώσσα χωρίς αποκλεισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα, πολλές φορές το σύμβολο ‘@’ αντικαθιστά το σημείο εκείνο της λέξης που δίνει την έμφυλη χροιά. Για παράδειγμα η πρόταση: Όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες είναι έξυπνοι / –ες και έχουν φακίδες θα γίνει: Όλ@ οι τραγουδιστ@ς είναι έξυπν@ και έχουν φακίδες.

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z

Α

Αιμομιξία/Απαγόρευση της αιμομιξίας: Όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η απαγόρευση, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο το λόγο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις. («Για τη μοναξιά», Φρ. Ντολτό)

Αλλοερωτισμός (allo-erotism) : Όρος που χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τον αυτοερωτισμό, δηλαδή σεξουαλική δραστηριότητα που επιτυγχάνει την ικανοποίησή της χάρη σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.

Ally (Σύμμαχος): (δες Σύμμαχος)

Αμνησία παιδική (infatile amnesia): Η αμνησία που συνήθως επικαλύπτει τα πρώτα χρόνια ζωής. Ο Φρόυντ θεωρεί ότι δεν οφείλεται σε κάποια λειτουργική ανικανότητα του μικρού παιδιού να απομνημονεύσει τις εντυπώσεις του, αλλά προκύπτει από την απώθηση της παιδικής σεξουαλικότητα και επεκτείνεται στο σύνολο των συμβάντων της παιδικής ηλικίας. Το χρονικό όριό της επεκτείνεται μέχρι το τέλος του οιδιπόδειου και την αρχή της λανθάνουσας περιόδου.

Αμφιφοβία (Biphobia): Όρος παράλληλος με αυτόν την Ομοφοβίας και της Τρανσφοβίας που αναφέρεται στην ψυχολογική και κοινωνική προκατάληψη και στις διακρίσεις κατά των αμφισεξουαλικών ατόμων. Πέρα από αρνητικούς χαρακτηρισμούς, δηλώσεις όπως «Τα bi άτομα είναι αναποφάσιστα» ή «δεν υπάρχουν bi άτομα» επίσης είναι αμφιφοβικές.

Αμφιφυλόφιλο άτομο (Αμφισεξουαλικό/Bi/Bisexual): Ένα άτομο που έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά προς δύο φύλα ή περισσότερα. Πολύ συχνά, χρησιμοποιείται ως όρος ομπρέλα για να περιγράψει διάφορες μορφές πολυσεξουαλικότητας.

Αμφιφυλία (Αμφισεξουαλικότητα/Bisexuality): H αμφιφυλοφιλία ή αμφισεξουαλικότητα αναφέρεται σε άτομα και των δύο φύλων τα οποία ελκύονται ερωτικά από άτομα των δύο φύλων ή των δύο από τα φύλα, αποτελεί δηλαδή σεξουαλικό προσανατολισμό (βλ τον σχετικό όρο). Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τα αμφιφυλόφιλα άτομα συχνά αποκαλούνται με τον αγγλικό προσδιορισμό του όρου, bisexual (αμφιφυλόφιλος). Τα αμφισεξουαλικά άτομα αποτελούν μέρος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Η αμφιφυλοφιλία εμφανίζεται από τα αρχαία χρόνια, π.χ. στην Αρχαία Ελλάδα σπάνια οι άνδρες παρουσιάζονται αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι. Παρόλα αυτά, η έννοια (όπως και οι έννοιες ομοφυλοφιλία και ετεροφυλοφιλία) εμφανίστηκαν μετά το 19ο αιώνα.

Αναπαραγωγικό σύστημα: 1 Αναπαραγωγικό σύστημα του ανθρώπου

Αναστολείς ορμονών: Στα τρανς παιδιά δεν χορηγούνται ορμόνες αλλά αναστολείς ορμονών, δηλαδή ένα φάρμακο που αναστέλλει την έναρξη της εφηβείας. Αυτό το φάρμακο χρησιμοποιείται και σε παιδιά που δεν είναι τρανς με σκοπό να αποτραπεί η πρόωρη εφηβεία. Ο λόγος που οι γιατροί αναστέλλουν την εφηβεία στα τρανς παιδιά είναι ότι κατά την εφηβεία οι αλλαγές στο σώμα είναι καθοριστικές καθώς κατά την διάρκεια της ολοκληρώνεται ο φυλετικός διμορφισμός και τελειοποιούνται τα δευτερογενή φυλετικά χαρακτηριστικά (τριχοφυΐα στα αγόρια, στήθος στα κορίτσια). Η λογική λοιπόν της αναστολής αυτών των αλλαγών είναι να περιοριστούν αυτές οι αλλαγές και να είναι πιο εύκολη η διαδικασία της μετάβασης όταν θα είναι η ώρα. Επίσης η έναρξη αυτών των αλλαγών στο σώμα των transgender παιδιών, έχει αποδεχτεί ότι αυξάνει το αίσθημα της δυσφορίας και επιβαρύνει την ψυχική τους υγεία. Αν τα διεμφυλικά παιδιά, περιμένουν να φτάσουν στην ενηλικίωση για να ξεκινήσουν τις οποιεσδήποτε διαδικασίες, τότε θα είναι ήδη αργά, καθώς η εφηβεία θα τους έχει «χαρίσει» ένα σώμα που θα είναι πολύ πιο δύσκολο να επαναπροσδιοριστεί. (δες και Φυλομετάβαση (transition))

Ανοχή: Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί ανοχής. Μερικοί άνθρωποι ερμηνεύουν την ανοχή ως "την αποδοχή ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό". Άλλοι το βλέπουν ως έναν αλαζονικό τρόπο αντιμετώπισης των μειονοτήτων κι άλλοι το βλέπουν ως έναν όμορφο στόχο για πλήρη δημοκρατία και κατανόηση. Επειδή όλοι αισθάνονται διαφορετικά για την ιδέα του, είναι σημαντικό να καταστήσετε σαφές τι εννοείτε αν το χρησιμοποιείτε σε μια συζήτηση. Συνιστάται ο πιο παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός του ΟΗΕ. «Η ανεκτικότητα είναι ο σεβασμός, η αποδοχή και η εκτίμηση της πλούσιας ποικιλομορφίας των πολιτισμών του κόσμου μας, των μορφών έκφρασης και τρόπων να είμαστε άνθρωποι». Ενθαρρύνεται από τη γνώση, την ανοιχτότητα, τη συμπερίληψη, την επικοινωνία και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και πεποιθήσεων. Η ανοχή είναι αρμονία στη διαφορά. Δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά και πολιτική και νομική απαίτηση. Η ανεκτικότητα, η αρετή που καθιστά δυνατή την ειρήνη, συμβάλλει στην αντικατάσταση της κουλτούρας του πολέμου από μια κουλτούρα ειρήνης.

Αντικείμενο: (Ψυχαναλυτικός όρος) Αυτό που υπάρχει εκεί στον έξω κόσμο και μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα θέλει να επιτύχει το σκοπό της.

Αρρενωπότητα – θηλυκότητα: «Στα ανθρώπινα όντα γνήσια αρρενωπότητα ή θηλυκότητα δεν ανευρίσκεται ούτε με την ψυχολογική, ούτε με τη βιολογική έννοια. Αντίθετα, κάθε άτομο παρουσιάζει μια μείξη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που ανήκουν στο δικό του και στο αντίθετο φύλο και παρουσιάζει ένα συνδυασμό ενεργητικότητας και παθητικότητας, είτε τα χαρακτηριστικά του αυτά γνωρίσματα αντιστοιχούν με τα βιολογικά, είτε όχι».

«Όλα τα ανθρώπινα άτομα, ως συνέπεια της αμφίφυλης σύστασης και της σταυρωτής κληρονομιάς, συνενώνουν εντός τους αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε ο καθαρός ανδρισμός και η καθαρή θηλυκότητα να παραμένουν θεωρητικές κατασκευές με περιεχόμενο που δεν είναι διασφαλισμένο».

S.Freud, “Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας”

Αρχή της Ηδονής (Pleasure principle, principe de plaisir): Η πρωτογενής ώθηση για εκπλήρωση της επιθυμίας στον άνθρωπο, η οποία συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη συνειδητή πλευρά του μυαλού μας που έχει ενσωματώσει τις απαγορεύσεις των γονέων και της κοινωνίας.

Ασέξουαλ (Asexual, ace): Άτομα, (άνδρες, γυναίκα, transgender κλπ) τα οποία δεν έλκονται σεξουαλικά από άλλα άτομα είτε αυτά αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, γυναίκες, transgender κ.λπ. είτε όχι. Άτομα δηλαδή, που δεν βιώνουν σεξουαλική έλξη (ή βιώνουν λίγη). Πολλά ασέξουαλ άτομα αυτοπροσδιορίζονται ως λεσβίες, gay, straight, bi ή πανσέξουαλ (που προσελκύονται από ανθρώπους οποιουδήποτε φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού). Η ασεξουαλικότητα δεν είναι το ίδιο με το να έχεις χαμηλή λίμπιντο, η οποία μπορεί να προκληθεί από σωματικά ή ψυχικά αίτια, ούτε είναι η ίδια με τη συνειδητή καταστολή των σεξουαλικών επιθυμιών.

Υπάρχει ένα site, το AVEN, με 50.000 μέλη και με σήμα ένα ανάποδο τρίγωνο και το βιβλίο "Understanding Asexuality", του καθηγητή Ψυχολογίας Άντονι Μπόγκαρτ, ο οποίος πιστεύει ότι δεν είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε την ασεξουαλικότητα ως παθολογικό φαινόμενο. "Όταν κάποιος είναι ασεξουαλικός και νιώθει εντάξει με αυτό ή δεν υποφέρει, δεν θα πρέπει να τον θεωρούμε προβληματικό". Η έρευνά του καταδεικνύει ότι το 1% του πληθυσμού είναι ασεξουαλικοί.

Ασυνείδητο (unconscious): Ως επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το σύνολο των περιεχομένων που δεν είναι παρόντα στο ενεστώς πεδίο της συνείδησης.

Με την «τοπική» έννοια, το ασυνείδητο συγκροτείται, κατά τον Φρόυντ, από απωθημένα περιεχόμενα για τα οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή η πρόσβαση στο συνειδητό, λόγω της δράσης της απώθησης. Οι επιθυμίες της παιδικής ηλικίας είναι κυρίως εκείνες που υφίστανται καθήλωση στο ασυνείδητο. Τα περιεχόμενά του ασυνειδήτου τείνουν προς μια επιστροφή στη συνείδηση και στην πράξη μέσω συμβιβαστικών σχηματισμών και αφού υποστούν προηγουμένως τις παραμορφώσεις της λογοκρισίας.

Η επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών μας δεν μας οδηγεί στην απώθηση, αλλά μας καθιστά ικανούς να συλλογιστούμε πάνω σ’ αυτές και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να πραγματοποιήσουμε ή όχι διάφορες επιθυμίες μας, προωθεί δηλαδή την αυτονομία του υποκειμένου που θέτει τους δικούς του νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που ζει σε μια κοινωνία που του επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης.

Αν το ασυνείδητο αποτελεί μια πτυχή του τρόπου που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τότε ο αποκλεισμός του επιτείνει το αίσθημα μοναξιάς, αφού το υποκείμενο χάνει ένα βασικό στήριγμα.

Ασυμφωνία φύλου (gender incongruence): Δυσάρεστα συναισθήματα που προκαλούνται από τις αρνητικές αντιδράσεις απέναντι στη διαφορά του φύλου που αποδόθηκε κατά τη γέννηση και της ταυτότητας φύλου.

Στο τελευταίο ICD ο σύγχρονος όρος που υιοθετούν οι ειδικοί πλέον είναι "ασυμφωνία φύλου" και δε συνιστά καν ψυχική διαταραχή. Το να είναι ένα άτομο τρανς δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή, είναι μια έμφυλη ταυτότητα, όπως και οι άλλες. Τα χαρακτηριστικά των ψυχικών διαταραχών στα διεμφυλικά άτομα τροφοδοτούνται κυρίως από το στιγματισμό που αντιμετωπίζουν και όχι από τη διεμφυλική τους ταυτότητα ως τέτοια. Η διάγνωση της  “Διαταραχής ταυτότητας φύλου”, η οποία περιλαμβανόταν στο ICD-10 αντικαταστάθηκε επίσημα (2018) από τη νέα διάγνωση της “Ασυμφωνίας φύλου” και όλες οι σχετικές με την τρανς κατάσταση διαγνώσεις περιλαμβάνονται πλέον σε μια νέα διαγνωστική κατηγορία, τις “Καταστάσεις που σχετίζονται με την σεξουαλική υγεία”. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το σκεπτικό για την συμπερίληψη των διαγνώσεων στη νέα αυτή κατηγορία είναι πως, παρότι πλέον είναι ξεκάθαρο πως η τρανς ταυτότητα δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή και πως η ταξινόμηση της ως τέτοιας μπορεί να στιγματοποιεί τα τρανς άτομα, υπάρχουν ακόμη σημαντικές ανάγκες υγείας, οι οποίες θα μπορούν να καλυφθούν καλύτερα αν η σχετική διάγνωση αποτελεί μέρος του ICD (πηγή: Colour Youth).

Ασφαλής χώρος (Safe space): Έτσι ονομάζεται οποιοσδήποτε χώρος (πραγματικός ή διαδικτυακός) όπου ως προτεραιότητα ορίζεται η σωματική, ψυχολογική και συναισθηματική ασφάλεια μιας ομάδας ανθρώπων κι έτσι δεν γίνονται δεκτά σχόλια ή συμπεριφορές που σκοπό έχουν να βλάψουν την ομάδα αυτή.

Αυτοερωτισμός (auto-erotism): Με την ευρεία έννοια, χαρακτηρίζει σεξουαλικές συμπεριφορές με τις οποίες το υποκείμενο εξασφαλίζει ικανοποίηση καταφεύγοντας στο ίδιο του το σώμα, χωρίς δηλαδή εξωτερικό αντικείμενο. Με την έννοια αυτή ο αυνανισμός θεωρείται αυτοερωτική συμπεριφορά.

Αυτονομία: σημαίνει θέτω τους δικούς μου νόμους συμπεριφοράς και σκέψης παρόλο που μεγάλωσα σε μια συγκεκριμένη  οικογένεια και παρόλο που ζω σε μια κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης.

Β

Βιολογικό φύλο (Sex): Σχετίζεται με την γενετήσια ταυτότητα του ατόμου (αν είναι αρσενικό, θηλυκό ή Ιntersex). Οι παράγοντες που καθορίζουν αν ένα άτομο είναι αρσενικό, θηλυκό ή intersex είναι γενετικοί, βιολογικοί και ορμονικοί (αναπαραγωγικά όργανα, ορμόνες και χρωμοσώματα). Το βιολογικό φύλο είναι φάσμα και όχι μια ενιαία κατηγορία.

Γ

Γονιμοποίηση:   1.4 Γονιμοποίηση

Γεννητικό ανδρικό σύστημα :   1.1 Γεννητικό σύστημα του άνδρα

Γεννητικό γυναικείο σύστημα :   1.2 Γεννητικό σύστημα της γυναίκας

Γενετήσια αγάπη (genital love): Όρος που χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση για να δηλώσει εκείνη τη μορφή αγάπης στην οποία καταλήγει να φτάσει το υποκείμενο μέσα από την ολοκλήρωση της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης, πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο την είσοδο στο γενετήσιο στάδιο, αλλά και στην υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Πρόκειται για μια σύγκληση του αισθησιασμού με τη στοργή. «Με την εφηβεία, δίνεται ένας νέος σεξουαλικός σκοπός για την πραγματοποίηση του οποίου συνεργάζονται όλες οι μερικές ενορμήσεις, ενώ οι ερωτογενείς ζώνες υποτάσσονται στην πρωτοκαθεδρία της γεννητικής ζώνης». (S.Freud, Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας)

Γυναικοκτονία: Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), «γυναικοκτονία είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών επειδή είναι γυναίκες. Η γυναικοκτονία συνήθως διαπράττεται από άντρες αλλά κάποιες φορές συνεργούν και γυναίκες, συνήθως μέλη της ίδιας οικογένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικοκτονία διαπράττεται από σύντροφο ή πρώην σύντροφο που συνήθως είχε και μακρόχρονη κακοποιητική συμπεριφορά, απειλούσε, κακοποιούσε ή/και εκφόβιζε τη γυναίκα, η οποία πολύ συχνά βρίσκεται σε θέση φυσικής ή/και οικονομικής αδυναμίας σε σχέση με αυτόν». Πολλές δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, μιας και διαπράττονται με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού  ελέγχου στα σώματα αλλά και τις επιλογές των γυναικών. Επιλογές που επειδή δεν γίνονται αρεστές τιμωρούνται  ακόμα και με την απώλεια της ίδιας της ζωής των γυναικών.

Δ

Διαθεματικότητα (Intersectionality): Η διαθεματικότητα έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε άτομο φέρει πολλαπλές ταυτότητες ταυτόχρονα, και μπορεί να καθίσταται θύμα πολλαπλών διακρίσεων για παράδειγμα, για το χρώμα και τη θρησκεία του, για το σεξουαλικό του προσανατολισμό ή για όλα αυτά μαζί. Η έννοια της διαθεματικότητας είναι χρήσιμη όσον αφορά την ανάληψη πρωτοβουλιών ενάντια στις διακρίσεις- οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι διακρίσεις είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και στο σύνολό τους.

Διάκριση: Τυπικά, «διάκριση» σημαίνει «άνιση συμπεριφορά». Οι διακρίσεις δεν είναι πά­ντοτε κακές, διότι συχνά χρειάζεται να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε διάφο­ρες κατηγορίες. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης σε νόμους περί διακρίσεων και ίσης μεταχείρισης χρησιμοποιεί συχνά τον όρο «μη δικαιολογημένη άνιση μετα­χείριση». Έτσι, διάκριση αποτελεί η μη δικαιολογημένη άνιση μεταχείριση κάποιων ατόμων λόγω εθνικότητας, φύλου, χρώματος του δέρματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, θρησκείας, αναπηρίας ή οικογενειακής κατάστασης. Αυτός είναι ο σωστός ορισμός της διάκρισης και είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζετε ότι αν κάνετε δίωξη σε κάποιο άτομο για διάκριση, πρέπει πρώτα να αποδείξετε ότι αντιμετωπιστήκατε άνισα και μετά θα πρέπει να αποδείξετε ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν αδικαιολόγητη. Πολλές αρνητικές συμπεριφορές, όπως το να βρίζεις ή/και να προσβάλεις, δεν θεωρούνται πάντα διακρίσεις. Αρνητικές συμπεριφορές, όπως ο εκφοβισμός, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν μία πιθανή μορφή «μη δικαιολογημένης άνισης μεταχείρισης». Όμως, σε γενικές γραμμές, «διάκριση» υφίσταται όταν είναι σαφές ότι τα θύματα αντιμετωπίζονται αρνητικά λόγω της συμμετοχής τους σε μία κοινωνική ομά­δα που αποτελεί αντικείμενο στιγματισμού. Για παράδειγμα, οι ομοφοβικοί υβριστικοί χαρακτηρισμοί συνήθως δεν απευθύ­νονται σε ένα συγκεκριμένο άτομο αλλά συνιστούν ένα γενικό σχόλιο του τύπου «Αυτό είναι τόσο αδερφίστικο!». Αυτή είναι η βασική διαφορά που υπάρχει σε σχέση με τον εκφοβισμό ή το πείραγμα. Οι διακρίσεις είναι μία μορφή αρνητικής συμπεριφοράς που εκδηλώνεται απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που στιγματίζονται συστηματικά. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το πείραγμα που εκδηλώνεται στους ανθρώπους που έχουν, παραδείγματος χάρη, κόκκινα μαλλιά με τις διακρίσεις που ασκούνται σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ, ΑΜΕΑ ή ατόμων με διαφορετικές πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί που αφορούν την αντικομφορμιστική συμπε­ριφορά μίας/ενός μαθήτριας/-ή ως προς τον ρόλο του φύλου της/του (π.χ. «αδερφή», «αντρογυναίκα») συχνά παραβλέπονται και δεν θεωρούνται καν ότι εισάγουν διακρίσεις ή ότι αποτελούν μία μορφή εκφοβισμού.

«Οι διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου,

περιλαμβάνουν κάθε διάκριση, αποκλεισμό, περιορισμό ή προτίμηση με βάση τον

σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την αναίρεση ή την εξασθένηση της ισότητας ενώπιον του νόμου ή την ίση προστασία από το νόμο, ή την αναγνώριση, την απόλαυση ή την άσκηση - σε ισότιμη βάση - όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Οι διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου μπορούν να επιδεινώνονται –και συνήθως έτσι γίνεται– από διακρίσεις για άλλους λόγους περιλαμβανομένων του κοινωνικού φύλου, της φυλής, της ηλικίας, του θρησκεύματος, της αναπηρίας, της κατάστασης υγείας και της οικονομικής κατάστασης» (Yogyakarta Principles on the Application of International Human Rights Law in relation to Sexual Orientation and Gender Identity). Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υφίστανται διακρίσεις σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση, η στέγαση, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι υπηρεσίες υγείας και ο εργασιακός στίβος. Μέσα από έρευνες και πολυάριθμες μελέτες γνωρίζουμε ότι οι διακρίσεις αυτές εκφράζονται μέσα από λεκτική βία, παρενόχληση ή και σωματική βία, και απαντώνται πολύ συχνά. Τα τελευταία χρόνια όλο και αυξάνεται το μέρος της κοινής γνώμης που αντιτίθεται στις διακρίσεις και στηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατούνται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.

Θετικές ‘διακρίσεις’: Ονομάζονται έτσι τα θεσμικά κυρίως μέτρα τα οποία αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μιας κοινωνικής ομάδας, την πρόληψη των ανισοτήτων ή την παροχή ευκαιριών για ευκολότερη πρόσβαση σε συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες. Το νόημα τους δεν είναι η δημιουργία νέων διακρίσεων αλλά η αποκατάσταση προηγούμενων αδικιών, τις οποίες ιστορικά έχουν υποστεί κάποιες κοινωνικές ομάδες λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, κ.α.

Οι διακρίσεις είναι δύο ειδών - άμεσες ή έμμεσες:

«Η άμεση διάκριση χαρακτηρίζεται από την πρόθεση να διακρίνεις κατά ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όπως ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας το οποίο απορρίπτει έναν Ρομά αιτούντα δουλειά ή μια εταιρεία κατοικιών που δεν νοικιάζει διαμερίσματα σε μετανάστες».

Όσον αφορά την έμμεση διάκριση, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης:

«συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία».

 

Διαστροφή (perversion): Βλ. Παραφιλία

Διαστροφικός παθολογικά: Παθολογικά διαστροφικός θα μπορούσε να θεωρηθεί το άτομο που επιβάλλει το δικό του σενάριο σε ένα άλλο άτομο, το οποίο δεν το συμμερίζεται (βιασμός, ηδονοβλεψία), ή το επιβάλλει σε κάποιο που δεν είναι σε θέση να δηλώσει την επιθυμία του (άτομα με νοητική στέρηση, ψυχικά ασθενείς παιδιά, ζώα). Το παθολογικά διαστροφικό άτομο δεν χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα παρά για να κάνει κακό, να δημιουργήσει αμφιθυμία σε κάποιο άλλο άτομο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση ανισορροπίας, να το εκθέσει, να το οδηγήσει στην απελπισία. Είναι το θέατρο της παρεξήγησης τραβηγμένο στα άκρα που διαλύει τον άλλον καταστρέφοντάς τον ως υποκείμενο. (Βλ. και  Παραφυλία)

Δίπολο των φύλων (Gender Binary): Η προσέγγιση των φύλων ως δίπολο, «ή-ή», περιορίζει το φύλο σε «άντρας» και «γυναίκα». (βλ. και Φάσμα των φύλων, Μη δυαδικά άτομα). Οι σύγχρονες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν το βιολογικό φύλο ως συνεχές, ένα φάσμα με δύο πόλους αλλά και άπειρες διαβαθμίσεις ανάμεσά τους Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων και άτομα που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα. Αυτό δε σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderqueer, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, third gender, two-spirit people κ.α.)

Ε

Έκφραση Φύλου (Gender Expression): Η έκφραση φύλου αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους ένα άτομο εκδηλώνει αρρενωπότητα, θηλυκότητα ή άλλες έμφυλες συμπεριφορές και χαρακτηριστικά στο κοινωνικό σύστημα, και συγκεκριμένα το πώς εκφράζει σε τρίτα πρόσωπα το τρόπο με τον οποίο βιώνει την ταυτότητα φύλου του. Περιλαμβάνει εκφράσεις, όπως τα ρούχα, το χτένισμα, το μακιγιάζ, ο τρόπος ομιλίας και κίνησης και η επιλογή ονόματος και αντωνυμίας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αν κάποιο άτομο ζητά να του απευθυνθούμε με συγκεκριμένο όνομα ή αντωνυμία, είναι απαραίτητο να το σεβαστούμε. Η κοινωνική επιταγή θέλει την έκφραση φύλου να “συνάδει” με την ταυτότητα φύλου, δηλαδή έναν άντρα να έχει αρρενωπή έκφραση φύλου και μια γυναίκα να έχει θηλυκή έκφραση φύλου. Χρειάζεται επίσης να έχουμε υπόψιν μας ότι η έκφραση φύλου δεν ταυτίζεται πάντα με την ταυτότητα φύλου. Για παράδειγμα, κάποιο άτομο που έχει εκχωρηθεί αρσενικό στη γέννηση μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως θηλυκό, αλλά να μην νοιώθει ότι υπάρχει ασφαλής χώρος για να εκφράσει την γυναικεία ταυτότητα φύλου του. Έτσι, μπορεί να ζει στον κοινωνικό ρόλο ως αρσενικό και να παρουσιάζεται ως άνδρας, παρά την αίσθηση ψυχολογικής δυσφορίας που αισθάνεται.

 

Έμφυλη βία (Gender-based violence): Κάθε διάκριση ή βλαπτική συμπεριφορά που στρέφεται εναντίον κάποιου προσώπου ή ομάδας και συμβαίνει εξαιτίας του (πραγματικού ή θεωρούμενου) κοινωνικού του φύλου ή του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Η έμφυλη βία έχει τις ρίζες της στις ιστορικά διαμορφωμένες άνισες σχέσεις, στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων. Γι’ αυτό η πλειονότητα των θυμάτων έμφυλης βίας είναι γυναίκες, παρά άνδρες.

Η ΕΒ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανισότητα γυναικών και ανδρών και με τα διαδεδομένα κοινωνικά στερεότυπα, που υποτιμούν το ρόλο και τη συμβολή των γυναικών στην κοινωνία σε σχέση με τους άνδρες, καθιστώντας τις λιγότερο σημαντικές και πιο ευάλωτες στην κακοποίηση και την εκμετάλλευση.

Εκφράζεται τόσο στην ιδιωτική σφαίρα (π.χ. συζυγικοί βιασμοί, άσκηση σωματικής βίας από τον/την «σύντροφο», ψυχολογικός έλεγχος, οικονομική βία, εγκλήματα τιμής, κλειτοριδεκτομή κ.ά.) όσο και στη δημόσια (π.χ. σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, επιθέσεις–σωματικές ή λεκτικές– στο δρόμο, συλλογικοί βιασμοί, εξαναγκασμός σε πορνεία, σεξ τράφικιν). Οι γυναίκες και τα κορίτσια που χάνουν τη ζωή τους από την έμφυλη βία διεθνώς, είναι περισσότερες από τα θύματα των πολέμων.

Συχνά, οι δράστες περιστατικών έμφυλης βίας, αρνούνται τη βίαιη συμπεριφορά τους και προκειμένου να αποποιηθούν τις ευθύνες τους, κατηγορούν τους αποδέκτες της βίας («με προκάλεσε», «ξεκίνησε πρώτη» κ.α.) ή διάφορους εξωτερικούς παράγοντες (φίλους, οικογένεια) ως υπεύθυνους για τη συμπεριφορά τους και επικαλούνται αδυναμία ελέγχου των αντιδράσεών τους και απώλεια μνήμης κατά τη διάρκεια του βίαιου ξεσπάσματος («βγήκα από τα ρούχα μου», «θόλωσε το μυαλό μου» κ.α.). Και επίσης πολύ συχνά, το περιβάλλον με τη σχετικοποίηση της έμφυλης βίας και την ανοχή απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, ( «δεν έγινε κ τίποτα», «σε όλους συμβαίνει να χάσουμε τον έλεγχο») ουσιαστικά τη διαιωνίζει. (βλ. και Κουλτούρα του βιασμού)

Οι γκέι, οι μπαϊσέξουαλ και οι τρανς συχνά στοχοποιούνται εξ αιτίας της αποτυχίας τους να ανταπεξέλθουν στα έμφυλα στερεότυπα (Stemple, 2009).

Ανεξάρτητα του αν η βία αφήνει σημάδια πάνω στο σώμα ή την ψυχή, η έμφυλη βία έχει να κάνει με την άσκηση εξουσίας και ελέγχου πάνω σ’ έναν άνθρωπο και παραβιάζει τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

 

Έμφυλοι ρόλοι (Ρόλοι των φύλων, Στερεότυπα φύλου, Gender roles): Περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για το κάθε φύλο, π.χ. ότι οι γυναίκες έχουν μέσα τους την μητρότητα και την φροντίδα και ότι οι άνδρες πρέπει να είναι κυνηγοί στο ερωτικό παιχνίδι. Το τι «θεωρείται» ανδρική ή γυναικεία συμπεριφορά διαμορφώνεται και επιβάλλεται στο άτομο από την εκάστοτε κοινωνία και δεν πηγάζει «φυσικά», από το βιολογικό φύλο. Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στο κίνημα του φεμινισμού και τη χειραφέτηση της γυναίκας αλλά και την πίεση που ασκείται από το ομοφυλοφιλικό κίνημα για «ανυπακοή» και μη προσαρμογή στα έμφυλα καλούπια, οι ρόλοι αυτοί αμφισβητούνται ενώ υπάρχει επίσης έντονος διάλογος για το αν οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στα δύο φύλα οφείλονται σε έμφυτα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου ή εάν αποκτήθηκαν λόγω της άκριτης επιβολής τους από την κοινωνία.

(το πρόσθεσα αφού τα έστειλα στον Παναγιώτη) Στο πλαίσιο των έμφυλων σχέσεων, τα ετερόφυλα ζευγάρια φαίνεται να διατηρούν στρεβλωμένες αντιλήψεις και να υιοθετούν μύθους γύρω από τους «ορθούς» τρόπους έκφρασης της σεξουαλικότητάς τους που προωθούν την αντικειμενοποίηση ή και κακοποίηση των σωμάτων τους, την καλλιέργεια της ανασφάλειας και την απουσία του βιώματος της απόλαυσης στις ερωτικές επαφές (Nickolson & Burr, 2003). Τα έμφυλα στερεότυπα παράλληλα εξακολουθούν να αναπαράγουν πρακτικές ανισότητας και βίας στις σχέσεις ακόμη και νεαρών ζευγαριών που τις καθιστούν πεδίο διαμάχης και όχι αμοιβαίας υποστήριξης, ολοκλήρωσης και ασφάλειας (Freedman, & Comps, 2002). (Βλ. Στερεότυπα φύλου και Κοινωνικό φύλο)

Ενεργητικότητα – Παθητικότητα (activity - passivity): Ένα από τα θεμελιώδη ζεύγη αντιθέσεων της ψυχικής ζωής που προσδιορίζει ορισμένους τύπους ενορμητικών σκοπών. Από γενετική άποψη, η αντίθεση ενεργητικός – παθητικός θεωρείται η πρώτη σε σχέση με τις μεταγενέστερες αντιθέσεις στις οποίες ενσωματώνεται: φαλλικό – ευνουχισμένο και αρσενικό – θηλυκό.

Ενόρμηση (instinct ή drive): Δυναμική διαδικασία η οποία συνίσταται σε μια ώση (ενεργειακό φορτίο, παράγων κινητικότητας) που αναγκάζει τον οργανισμό να τείνει προς ένα σκοπό. Ο σκοπός της είναι να καταργήσει την ένταση που κυριαρχεί στην ενορμητική πηγή. Η ενόρμηση μπορεί να πετύχει το στόχο της μέσα στο αντικείμενο ή χάρη σ’ αυτό. (βλ. και Αντικείμενο)

Ενορμήσεις ζωής (life instincts/drives): Μεγάλη κατηγορία ενορμήσεων, η οποία αντιπαρατίθεται από τον Φρόυντ στις ενορμήσεις θανάτου. Οι ενορμήσεις ζωής προσπαθούν να συγκροτούν όλο και μεγαλύτερες ενότητες και να τις διατηρούν. Ορίζονται επίσης και με τον όρο Έρως και καλύπτουν όχι μόνο τις λεγόμενες σεξουαλικές ενορμήσεις, αλλά και τις ενορμήσεις αυτοσυντήρησης (λήψη τροφής κλπ). (Βλ. και Έρως)

Ενορμήσεις θανάτου (death instincts/drives): Μεγάλη κατηγορία ενορμήσεων, η οποία αντιπαρατίθεται από τον Φρόυντ στις ενορμήσεις ζωής. Τείνουν στην ολοκληρωτική μείωση των εντάσεων, δηλαδή στην επαναφορά του έμβιου όντος στην ανόργανη κατάσταση. Αρχικά είναι στραμμένες προς το εσωτερικό και τείνουν προς την αυτοκαταστροφή. Δευτερογενώς κατευθύνονται προς το εξωτερικό με τη μορφή της επιθετικής ενόρμησης ή της ενόρμησης καταστροφής.

Εξιδανίκευση (idealization): Ψυχική διεργασία με την οποία οι ιδιότητες και αρετές του αντικειμένου εξαίρονται στη σκέψη του ατόμου σε σημείο ώστε να αγγίζουν την τελειότητα. Η ταύτιση με το εξιδανικευμένο αντικείμενο – κατά κύριο λόγο με τους γονείς – συμβάλλει στο σχηματισμό των ιδεωδών ψυχικών συστημάτων. Στην ερωτική ζωή (σεξουαλική υπερεκτίμηση) το αντικείμενο εξυψώνεται καθώς μια σημαντική ποσότητα ναρκισσιστικής libido “ξεχειλίζει” πάνω στο αντικείμενο.

Επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου: Κάποια τρανς άτομα τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους μέσω ορμονών, χειρουργικών επεμβάσεων και άλλων ιατρικών παρεμβάσεων, ώστε να το κάνουν να ταιριάζει όσο περισσότερο γίνεται με την ταυτότητα φύλου τους. Αυτή η διαδικασία μετάβασης μέσω ιατρικής παρέμβασης, είναι ορθό να αποκαλείται επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου και όχι εγχείρηση αλλαγής φύλου

 

Επιτελεστικότητα ή Παραστασιακή Επιτέλεση (Performativity): Τον όρο εισήγαγε από τη γλωσσολογία και τη φιλοσοφία στις Σπουδές Φύλου η Τζούντιθ Μπάτλερ. Αναθεωρώντας τη σχέση βιολογικού και κοινωνικού φύλου (sex & gender), η Μπάτλερ υποστηρίζει ότι το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο δεν είναι παρά επιτελέσεις (performances), οι οποίες αποκτούν ισχύ και εξουσία μέσω των επαναλαμβανόμενων πράξεων των υποκειμένων. Πρόκειται για μια στυλιζαρισμένη επανάληψη κινήσεων και πράξεων και οι οποίες με τον καιρό παγιώνονται για να προξενήσουν την εμφάνιση της ουσίας, μιας «φυσικής», κατά κάποιο τρόπο ύπαρξης. Κατά συνέπεια, φύλο δεν είναι αυτό που είμαστε αλλά αυτό που επιτελούμε.

Το φύλο δεν εγγράφεται παθητικά πάνω στο σώμα αλλά επιτελείται καθημερινά σε μια διαδικασία ρουτίνας, πίεσης και αντίστασης όπου τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού φύλου επιτυγχάνονται μέσω μιας επίμονης κοινωνικοποίησης.

Κάθε άτομο ακολουθεί τα πρότυπα της εξιδανικευμένης έμφυλης κανονικότητας, μιμούμενο τα άτομα με τα οποία ζει, τον τρόπο που φέρονται, που ντύνονται, που μιλούν, τις ασχολίες τους κ.λπ.. Αυτή η διαμόρφωση των ορίων του σώματος πραγματοποιείται επίσης, μέσω απαγορεύσεων, εκτοπισμών και απωλειών. Η επιτελεστικότητα είναι κανονιστική, καθότι ορίζει και παράγει μια σειρά από εγκλεισμούς και αποκλεισμούς, συνιστά ένα σύστημα δυνατοτήτων γνώσης και δράσης. Κάθε κοινωνία ασκεί pίesh για endeίxeiV summόrfwshV sto rόlo tou fύlou σε όσα άτομα δημόσια υπερβαίνουν τα έμφυλα στερεότυπα.

Έρως (Eros): Εκτός από τη θεότητα της αγάπης στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος χρησιμοποιείται για το σύνολο των ενορμήσεων ζωής, σε αντίθεση με τις ενορμήσεις θανάτου. Ο Φρόυντ μοιάζει να εξομοιώνει τον όρο με τη libido: «…υποθέτουμε ότι η libido των σεξουαλικών μας ενορμήσεων συμπίπτει με τον Έρωτα των ποιητών και των φιλοσόφων, που συντηρεί τη συνοχή όλων των ζωντανών όντων».

Ερωτογενής ζώνη (erotogenic zone): Οποιαδήποτε περιοχή του δέρματος ή του βλεννογόνου ικανή να αποτελέσει έδρα μιας διέγερσης σεξουαλικού τύπου. Ειδικότερα, ορισμένες περιοχές αποτελούν την έδρα μιας τέτοιας διέγερσης: στοματική, πρωκτική, ουρογεννητική ζώνη, θηλή.

«Όλα τα όργανα του σώματος, επιπλέον των φυσιολογικών τους λειτουργιών, φέρεται να διαδραματίζουν επίσης ένα σεξουαλικό ερωτογενή ρόλο…» (Σ. Φρόυντ). «Για να ακριβολογούμε, ολόκληρο το σώμα είναι μια ερωτογενής ζώνη» (Σ. Φρόυντ), αλλά φαίνεται ότι ορισμένες ζώνες είναι προορισμένες γι’ αυτή τη λειτουργία.

Οι ερωτογενείς ζώνες αποτελούν, στις απαρχές της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, τα επιλεκτικά σημεία των ανταλλαγών με το περιβάλλον, ενώ απαιτούν περισσότερο την προσοχή, τη φροντίδα ή ακόμα και τη διέγερση εκ μέρους της μητέρας. 

 

Ετεροκανονικότητα (Ηeteronormativity): Η ετεροκανονικότητα, που είναι γνωστή και ως ετεροσεξισμός, στηρίζεται στην αντίληψη ότι οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις και οι παραδοσιακοί ρόλοι του φύλου είναι ο «κανόνας» και ότι κάθε άλλο είδος ποικιλομορφίας φύλου ή σεξουαλικής ποικιλομορφίας που παρεκκλίνει ή βρίσκεται εκτός του «κανόνα» είναι «μη φυσιολογικό», εσφαλμένο και ανήθικο (Chase and Ressler, 2009). Η ετεροκανονικότητα προϋποθέτει επίσης ότι υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά και κοινωνικά φύλα, άποψη που οδηγεί στην περιθωριοποίηση και την καταπίεση όλες τις αποκλίσεις από τον δυισμό του φύλου και τον ετεροφυλοφιλικό προσδιορισμό. Περιλαμβάνει, επίσης, κοινωνικές προσδοκίες που βασίζονται στην πεποίθηση ότι όλες/-λοι είναι ή θα έπρεπε να είναι ετεροφυλόφιλες/-λοι (Meyer, 2010).

Η αντίληψη ότι η ετεροκανονικότητα είναι ο «κανόνας» και ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ετεροφυλόφιλοι, εκτός αν δηλώσουν το αντίθετο, ενισχύεται συνεχώς μέσα από τις κοινωνικές νόρμες και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Το δυαδικό φύλο, η αναγνώριση ότι υπάρχουν άντρες και γυναίκες (αγόρια και κορίτσια) και τίποτε άλλο ενδιάμεσο, είναι ζωτικής σημασίας σε ένα σύστημα ετεροκανονικότητας.

Για παράδειγμα, η αντίληψη ότι οι άνδρες αγαπούν τα αθλήματα και οι γυναίκες λατρεύουν να φτιάχνουν τα μαλλιά τους (όπως επίσης και ότι στις γυναίκες δεν αρέσουν τα αθλήματα, ενώ στους άνδρες δεν αρέσει να φτιάχνουν τα μαλλιά τους) είναι μία έμφυλη προσδοκία που βασίζεται στο δυαδικό φύλο. Η αντίληψη ότι στα αγόρια αρέσουν οι υπερήρωες και στα κορίτσια οι πριγκίπισσες (καθώς και ότι στα αγόρια δεν αρέσουν οι πριγκίπισσες, ενώ στα κορίτσια δεν αρέσουν οι υπερήρωες) είναι μία ακόμη έμφυλη προσδοκία. Αυτού του είδους οι προσδοκίες είναι αυτές που χρησιμοποιούν οι βιομηχανίες παιχνιδιών για να πουλήσουν περισσότερα παιχνίδια. Η ετεροκανονικότητα είναι αυτή που υπαγορεύει ποιος θα πρέπει να πληρώσει για το δείπνο, όταν βγαίνετε έξω, και ποιος θα πρέπει να μαγειρέψει, όταν είστε σπίτι.

Το σύστημα της ετεροκανονικότητας μας ενημερώνει τι αναμένουμε από τους άνδρες και τι από τις γυναίκες – και διαιωνίζουμε αυτό το σύστημα όταν «αστυνομεύουμε» αυτές τις συμπεριφορές. Αυτή είναι η ουσία της ετεροκανονικότητας, το ότι, δηλαδή, όσες/-σοι δεν ακολουθούν αυτές τις κανονικοποιημένες προσδοκίες, αποκτούν την ταμπέλα της/του «μη φυσιολογικής/-κού» και της/του «αφύσικης/-κου». Το πρόβλημα είναι ότι λίγοι μόνο άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να αμφισβητήσουν αυτά τα πρότυπα, οπότε αυτά εκλαμβάνονται ως «φυσιολογικά» ή «φυσικά» και φαινομενικά παγιώνονται στην κοινωνική μας συνείδηση ως «αντικειμενική αλήθεια» (Εσωτερικευμένη ετεροκανονικότητα). Έχει μεγάλη σημασία να αντιλαμβανόμαστε πότε η ετεροκανονικότητα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη ζωή μας και στις ζωές των γύρω μας. Συνεπώς, είναι χρήσιμο να αναλύουμε τους τρόπους με τους οποίους η συμπεριφορά και οι αλληλεπιδράσεις μας κατευθύνονται από το αόρατο χέρι της ετεροκανονικότητας. Από τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε, μπορούμε να αρχίσουμε να αντιστεκόμαστε.

Ι

Ίντερσεξ (Διαφυλικό άτομο, Intersex): Ο όρος ίντερσεξ αντιπροσωπεύει το φάσμα της ποικιλομορφίας των χαρακτηριστικών φύλου που φυσιολογικά εμφανίζεται μέσα στο ανθρώπινο είδος.  Είναι όρος «ομπρέλα» που περιλαμβάνει όλες τις ίντερσεξ καταστάσεις. Αυτές, μπορεί να περιλαμβάνουν διαφοροποιήσεις των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων, των χρωμοσωμάτων φύλου ή των ορμονών που σχετίζονται με το φύλο. Επίσης, ο όρος ίντερσεξ δηλώνει την παραδοχή του φυσικού γεγονότος ότι το βιολογικό φύλο είναι ένα φάσμα και οι άνθρωποι με ποικιλομορφία χαρακτηριστικών φύλου, πέραν του αρσενικού και του θηλυκού, όντως υπάρχουν.

Ένα ίντερσεξ άτομο γεννιέται ίντερσεξ. Μερικές κοινές παραλλαγές ίντερσεξ ατόμων διαγιγνώσκονται προγεννητικά μέσω προγεννητικού γενετικού ελέγχου. Οι

ίντερσεξ διαφορές μπορούν να είναι άμεσα ορατές κατά τη γέννηση. Κάποια από τα ίντερσεξ χαρακτηριστικά γίνονται εμφανή κατά την εφηβεία ή όταν γίνεται προσπάθεια σύλληψης ή μέσω τυχαίας πιθανότητας. Άλλες περιπτώσεις μπορούν να ανακαλυφθούν μόνο κατά τη διάρκεια αυτοψίας.

Μέχρι τώρα είναι γνωστές και περιγράφονται περίπου εξήντα διαφορετικές ίντερσεξ καταστάσεις.

Μερικά παραδείγματα περιλαμβάνουν:

- Εξωτερικά γεννητικά όργανα που δεν εμπίπτουν στην τυπική ιατρική αντίληψη περί αμιγώς αρσενικού ή αμιγώς θηλυκού και άρα ταξινομούνται βάση αυθαίρετης προσέγγισης.

- Μη τυπική ανάπτυξη των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων

- Πιθανή αναντιστοιχία μεταξύ των εξωτερικών γεννητικών οργάνων και των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων

- Διαφοροποιήσεις στο χρωμόσωμα του φύλου

- Μη τυπική ανάπτυξη των όρχεων ή των ωοθηκών

- Μη τυπική (υπερβολική ή μειωμένη) παραγωγή ορμονών που σχετίζονται με το φύλο

- Μη τυπική ανταπόκριση του σώματος στις ορμόνες που σχετίζονται με το φύλο

Τα ίντερσεξ άτομα μπορεί να έχουν οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό,

ταυτότητα φύλου και έκφραση φύλου. Ο όρος μεσοφυλικός/η/ο χρησιμοποιείται πολλές φορές λανθασμένα ως συνώνυμο της λέξης ίντερσεξ, παρότι αποτελεί υποκατηγορία του ίντερσεξ φάσματος. Αναφέρεται στα ίντερσεξ άτομα που παλαιότερα αποκαλούνταν «ερμαφρόδιτα», αλλά ο όρος πλέον θεωρείται κακοποιητικός και δεν περιγράφει επιστημονικά την πραγματικότητα για τους ίντερσεξ ανθρώπους.

Πολύ συχνά, ίντερσεξ βρέφη και παιδιά, χειρουργούνται ή υφίστανται ορμονικές παρεμβάσεις για να αποκτήσουν πιο «αποδεκτά» έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία. Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές παραβιάζουν το δικαίωμα στη φυσική ακεραιότητα και αυτονομία και σε πολλές περιπτώσεις υπονομεύουν την σεξουαλική απόλαυση. Οι επεμβάσεις αυτές θεωρούνται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων είδος βασανιστηρίου, ενώ οι ιατρικές έρευνες κατατείνουν στο γεγονός ότι είναι επιβλαβείς και σίγουρα μη-αναγκαίες. Όλο και περισσότερο αυτά τα θέματα αναγνωρίζονται ως παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, με δηλώσεις από διεθνή και εθνικά ιδρύματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, βιοηθικής και δεοντολογίας.

Ιντερφοβία: Η ιντερφοβία περιγράφει το φόβο, το μίσος ή τη μισαλλοδοξία προς τους ανθρώπους που είναι ίντερσεξ ή πιστεύεται ότι είναι ίντερσεξ. Το πιο ακραίο και δυστυχώς ευρέως διαδεδομένο παράδειγμα ιντερφοβίας είναι η πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων σε ίντερσεξ μωρά (IGM). Αυτή η πρακτική χρησιμοποιείται ευρέως για να "διορθώσει" τα ίντερσεξ σώματα ώστε να αποκτήσουν πιο «αποδεκτά» έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία.

Κ

Κλειτοριδεκτομή: Ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων των γυναικών που αφορά κάθε επέμβαση που αφορά τη μερική ή ολική αφαίρεση των εξωτερικών γυναικείων γεννητικών οργάνων ή άλλο τραυματισμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων για μη ιατρικούς λόγους. Οι γυναίκες που έχουν υποστεί κλειτοριδεκτομή και δεν έχουν πεθάνει από αιμορραγία ή μόλυνση υποφέρουν, εκτός από οδυνηρά ψυχολογικά προβλήματα, από πόνους κατά την ούρηση, την έμμηνο ρύση και τη σεξουαλική επαφή

Κοινωνικός αποκλεισμός: Η άρνηση των ετεροφυλόφιλων μαθητριών/-ών να συναναστρέφονται με gay και trans άτομα συχνά παραβλέπεται, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κοινωνική απομόνωση ενός ατόμου δεν είναι τόσο επώδυνη, αφού δεν βιώνει άμεση βία. Ωστόσο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ίδιων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ο κοινωνικός αποκλεισμός ήταν η πιο μαζική, επαναλαμβανόμενη και επώδυνη μορφή διάκρισης

Κοινωνικό φύλο (Gender): Θεωρείται εκείνο, μέσω του οποίου κατασκευάζεται κοινωνικά η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα καθώς και οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους άνδρες και τις γυναίκες από την κοινωνία.

Στο κοινωνικό φύλο περιλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά (στάση σώματος, τρόπος ομιλίας, τρόπος σκέψης, περπατήματος, χρήση γλώσσας, ντύσιμο, κομμώσεις) που θεωρούνται αποκλειστικά ή κυρίαρχα για το κάθε φύλο. Όλες οι κοινωνίες ορίζουν συγκεκριμένα και διαφορετικά ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, εργασίες και ασχολίες ως κατάλληλα για το καθένα από τα δύο φύλα. Η διαδικασία επιβολής μας οδηγεί να υιοθετούμε τις συμπεριφορές που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτές για το φύλο μας και να αποκλείουμε αυτές που τις αποδίδει στο άλλο φύλο. Μας οδηγεί σε συγκεκριμένους τρόπους που αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας, που διαμορφώνουμε τις συνθήκες ζωής μας, τον τρόπο που εργαζόμαστε, που ερωτευόμαστε, κάνουμε σχέσεις και επικοινωνούμε.

Διαφορετικές κουλτούρες έχουν διαφορετική θεώρηση σχετικά µε το ποιες συμπεριφορές αρµόζουν στο ανδρικό και ποιες στο γυναικείο φύλο (Μead, 1935). Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι συνήθως πολύ περιορισμένα και πολύ αυστηρά, αν και αυτό ποικίλει ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το πόσο προοδευτική είναι η κάθε κοινωνία.

Στις δυτικές κοινωνίες, η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα προκρίνονται με όρους διχοτόμησης, με τους άνδρες και τις γυναίκες να είναι διακριτά διαφορετικοί και αντίθετοι μεταξύ τους, ενώ σε άλλους πολιτισμούς επικρατούν λιγότερο διακριτές απόψεις (π.χ. οι Berdaches, στον πολιτισμό των Ινδιάνων Navajo).

Μέχρι σήμερα, με εξαίρεση λίγες περιπτώσεις, η διαφορά των φύλων έχει λάβει παντού και πάντα το νόημα μιας ιεραρχίας με το αρσενικό να θεωρείται ανώτερο από το θηλυκό, κάτι το οποίο έχει επιφέρει διαφόρων ειδών ασυμμετρίες.

Η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα δεν είναι έννοιες αναλλοίωτες στο πέρασμα της Ιστορίας, αλλά αλλάζουν και διαφέρουν πολύ από εποχή σε εποχή, αν και αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν ακόμη ότι αυτές οι συμπεριφορές και τα χαρακτηριστικά πηγάζουν «φυσικά» από το βιολογικό φύλο (sex, χρωμοσώματα). Οι διαφορές του κοινωνικού φύλου δημιουργούνται από πολιτισμικούς παράγοντες και όχι από τη φύση και, ως εκ τούτου, μπορούν να αλλάξουν.

Οι άντρες και οι γυναίκες γίνονται, δεν γεννιούνται. Οι έμφυλες νόρμες δεν είναι βιολογικά δεδομένες: τα κορίτσια και τα αγόρια δεν γεννιούνται γνωρίζοντας πώς πρέπει να δείχνουν, να ντύνονται, να μιλάνε, να φέρονται ή να αντιδρούν. (βλ. Επιτελεστικότητα, Ετεροκανονικότητα). Τόσο οι άνδρες, όσο και οι γυναίκες έχουμε ως ένα βαθμό, ενσωματώσει στην αυτοαντίληψή μας και τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο στερεότυπο του φύλου μας. (Βλ. Στερεότυπα φύλου και Έμφυλοι ρόλοι)

 

Κουλτούρα του βιασμού (Rape Culture): Χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή για να περιγράψουμε μια κουλτούρα μέσα στην οποία η σεξουαλική βία είναι όχι μόνο συχνή και αποδεκτή, αλλά υποστηρίζεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Μέσα στην κουλτούρα του βιασμού, η ανδρική έκφραση βίας θεωρείται κάτι φυσιολογικό, σωστό, βιολογικά λογικό, ακόμη και επιθυμητό. Ταυτόχρονα η γυναικεία υποταγή αντιμετωπίζεται ως χάρισμα και απαιτούμενο χαρακτηριστικό της θηλυκότητας. Σε μια κοινωνία με κουλτούρα βιασμού, τα media και η επικρατούσα άποψη δικαιολογούν, απενοχοποιούν ή/και υποστηρίζουν την ύπαρξη του βιασμού και κάθε είδους σεξουαλικής βίας.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα θύματα σεξουαλικής βίας μειώνονται, κατηγορούνται και αμφισβητούνται διαρκώς. Συνήθως, οι πληροφορίες που δεχόμαστε σε σχέση με τον βιασμό και τη σεξουαλική βία ρίχνουν μεγάλο βάρος της ευθύνης στο τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αποφύγουν να τους συμβεί κάτι τέτοιο, αντί να επιδιώκεται το να αποτρέπονται, να συλλαμβάνονται και να δικάζονται επιτυχώς οι δράστες. (βλ. και Έμφυλη βία)

Λ

Λεκτική παρενόχληση: Μία πολύ συνηθισμένη πρακτική άσκησης ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού. Εκδηλώνεται με τη μορφή προσβλητικών εκφράσεων και ύβρεων που σχετίζονται με τον ερωτικό/σεξουαλικό προσανατολισμό και/ή την ταυτότητα φύλου ενός ατόμου, αλλά και με τη μορφή εσκεμμένης λανθασμένης χρήσης αντωνυμιών, άρθρων και άλλων λέξεων που απευθύνονται σε διαφορετικό φύλο από το φύλο στο οποίο επιθυμεί ένα άτομο να του απευθύνονται (intentional misgendering).

Λεσβία (Lesbian, Ομοφυλόφιλη): Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα (βλέπε ταυτότητα φύλου) και έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από γυναίκες. Μερικές γυναίκες προτιμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι ή γκέι γυναίκες

 

 

ΛΟΑΤΚΙ+: Ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται για την κοινότητα των Λεσβιών (Lesbian), των Ομοφυλόφιλων (Gay), των Αμφιφυλόφιλων (Bisexual), των Tρανς (Trans), των Koυίρ (Queer) και των Ίντερσεξ (Ιntersex) ατόμων, όρος που κωδικοποιήθηκε από το κίνημα που διεκδικεί τα δικαιώματα όσων διαφοροποιούνται από το ετεροφυλοφιλικό πρότυπο. Στην αγγλική γλώσσα,  LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersexual +). Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πολιτικό κίνημα των ομάδων αυτών, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ετεροκανονικότητα και οι οποίες συνεργάζονται σε κάποιους τομείς για να διεκδικήσουν κάποια αυτονόητα δικαιώματα. Τα κύρια αιτήματά τους είναι η προώθηση της ισονομίας, της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και η κατάργηση των διακρίσεων με βάση την ταυτότητα φύλου.

Μ

Μαζοχισμός (Masochism): Παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που υφίσταται το υποκείμενο.

Μη δυαδικά άτομα (non binary): Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων και άτομα που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα. Αυτό δεν σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κοινωνικά φύλα είναι όσα και οι άνθρωποι. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderqueer, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, third gender, two-spirit people κ.α.

 

Μισογυνισμός: Μισογυνισμός είναι ο συσχετισμός της γυναικείας φύσης με κάτι κατώτερο ή αρνητικό. Είναι η στρεβλή αντίληψη που βλέπει με εχθρικό μάτι κάθε γυναικεία υπόσταση, συμπεριφορά και εκδήλωση, θεωρώντας ότι οι γυναίκες είναι στο σύνολό τους μιαρές, κακόβουλες και υποχθόνιες, από τις οποίες προέρχονται όλα τα κακά του κόσμου. Από τις έμφυλες βρισιές μέχρι τα στερεότυπα για τις γυναίκες, μπορεί να είναι πολύ εμφανής ή διακριτικός.

Μισογυνισμός είναι και η επιβολή προτύπων εμφάνισης και συμπεριφοράς και η μείωση, η απόρριψη, η κατηγορία ή η τιμωρία των γυναικών που δεν τα ακολουθούν.

Νέοι  όροι που εξηγούν με σαφήνεια τις εμπειρίες διαφορετικών τύπων γυναικών με τον μισογυνισμό. Οι ταυτότητες των γυναικών αυτών ξεφεύγουν από την κανονικότητα προσθέτοντας άλλη μια στρώση φοβικότητας απέναντί τους εκτός από το ότι είναι γυναίκες:

Τρανσμισογυνισμός (Transmisogyny): Το μίσος, η βία, η καταπίεση και η περιθωριοποίηση των τρανς γυναικών.

Misogynoir: Ο μισογυνισμός σε συνδυασμό με τον ρατσισμό που υφίστανται οι μαύρες γυναίκες.

Ν

Νευροσεξισμός (Neurosexism): Μια σειρά από πρόσφατες επιστημονικές μελέτες και εκλαϊκευτικά βιβλία, που έχουν γίνει bestseller, έρχονται να αναδείξουν ένα νέο μοντέλο: την ύπαρξη ενός «ανδρικού» και ενός «γυναικείου» εγκεφάλου, ο καθένας με τα δικά του ξεχωριστά νευρωνικά κυκλώματα, τις δικές του έμφυτες συμπεριφορές και αντιδράσεις, τις δικές του προτιμήσεις. Όπως γράφει η Κορντέλια Φάιν, αυστραλή επιστήμονας, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι στην ουσία ψευδο-επιστημονικοί και ανακριβείς και ότι στην πραγματικότητα «ντύνουν τον παλιομοδίτικο σεξισμό με την αξιοσέβαστη και έγκυρη γλώσσα της νευροεπιστήμης».

Νομική Αναγνώριση Φύλου (Legal gender recognition): Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: «Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη διαδικασία της μεταβολής ονόματος, επωνύμου και φύλου που δηλώνεται στα επίσημα (κρατικά) έγγραφα και μητρώα, προκειμένου να αναγνωριστεί η ταυτότητα του φύλου ενός ανθρώπου και απορρέει, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ), από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Τα Κράτη μπορούν να καθορίσουν το πλαίσιο προϋποθέσεων εντός του οποίου επιτρέπεται σε ένα διεμφυλικό άτομο να προχωρήσει στις εν λόγω αλλαγές. Ωστόσο, τα προβλεπόμενα προαπαιτούμενα δεν πρέπει να παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου».

Ο

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα (Oedipus complex): Οργανωμένο σύνολο φιλητικών και εχθρικών επιθυμιών που αισθάνεται το παιδί για τους γονείς του. Υπό τη θετική λεγόμενη μορφή του, το σύμπλεγμα εμφανίζεται όπως στην ιστορία του Οιδίποδα Τυράννου: επιθυμία θανάτου για τον αντίπαλο που συνιστά το πρόσωπο του ίδιου φύλου και σεξουαλική επιθυμία για το πρόσωπο του αντίθετου φύλου. Υπό την αρνητική μορφή του εμφανίζεται ανεστραμμένο: αγάπη για τον γονέα του ίδιου φύλου και ζηλότυπο μίσος για τον γονέα του αντίθετου φύλου. Στην πραγματικότητα οι δύο αυτές μορφές συνυπάρχουν σε διάφορους βαθμούς στα πλαίσια της λεγόμενης πλήρους μορφής του οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Η ακμή του οιδιπόδειου συμπλέγματος βιώνεται κατά την περίοδο μεταξύ τριών και πέντε ετών, κατά τη φαλλική φάση και η παρακμή του σημαδεύει την είσοδο στη λανθάνουσα περίοδο. Αναζωπυρώνεται με την είσοδο του παιδιού στην εφηβεία και ξεπερνιέται με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία χάρη σε μια ιδιαίτερου τύπου αντικειμενότροπο επιλογή.

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη δόμηση της προσωπικότητας και στον προσανατολισμό της ανθρώπινης επιθυμίας. Αποτελεί κομβικό σημείο της ψυχικής εξέλιξης καθώς το ομιλούν ον κινδυνεύει να παγιδευτεί εκεί νεκρό-ζωντανό ή να καταφέρει να αντλεί απ’ αυτό αστείρευτη έμπνευση.

Ομογονεϊκότητα: Υπάρχουν πολλά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια και να μεγαλώσουν παιδιά. Στις χώρες όπου η νομοθεσία επιτρέπει το γάμο ή την αστική ένωση ή/και την παιδοθεσία, όλο και περισσότεροι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι επιλέγουν να παντρευτούν ή να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης ή/και να αποκτήσουν παιδιά.

Οι ομογονεϊκές οικογενειακές δομές έχουν αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών ερευνών και σύμφωνα με αυτές τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς του ίδιου φύλου είναι το ίδιο ευτυχισμένα με εκείνα που μεγαλώνουν σε παραδοσιακές οικογενειακές δομές. Η εξίσωση της ομοφυλοφιλίας με τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είναι άλλη μια κατηγορία που αποδίδεται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα χωρίς όμως να αποδεικνύεται.

 

Ομοφοβία: Η ομοφοβία (ή ομοφυλοφοβία ή ομοερωτοφοβία) είναι ο φόβος (έως του σημείου της παθολογικής φοβίας), η αποστροφή ή οι διακρίσεις για ομοφυλόφιλα άτομα ή τον τρόπο ζωής τους ή τον πολιτισμό, γενικά των ατόμων με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό.  Η ομοφοβία μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη μίσος, εχθρότητα ή αποδοκιμασία των ομοφυλόφιλων ανθρώπων και της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς, που συχνά οδηγεί στην εκδήλωση μισαλλοδοξίας. Συχνά φτάνει ως το σημείο να εκδηλώνεται πολύ επικίνδυνα, όπως μέσω λεκτικής βίας, διάκρισης, αποκλεισμού, προσβολής, εκφοβισμού, κακοποίησης, ρητορικής μίσους και φλεγμονώδη άρθρα, αλλά και με ομοφοβικά εγκλήματα μίσους όπως επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και φόνους.

Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1969 από τον George Weinberg και έγινε γνωστός με το βιβλίο του Society and the Healthy Homosexual (1971).

Τα άτομα που ενεργούν με τέτοιους τρόπους περιγράφονται ως ομοφοβικά. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ομοφοβία μπορεί να προέρχεται από θρησκευτική προκατάληψη —μάλιστα, οι απόψεις που έχουν θρησκευτική βάση είναι οι πιο δύσκολες για να αλλάξουν—, αισθήματα κοινωνικής ανασφάλειας ή ως αυτοεπιβεβαίωση του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Σε πολλά μέρη του κόσμου, άτομα που έχουν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό (διαφορετικό από την πλειονότητα) υποβάλλονται σε διακρίσεις που κυμαίνονται από προσβολές έως δολοφονίες. Σε πολλές χώρες, η πρακτική της ομοφυλοφιλίας εξακολουθεί να είναι ένα έγκλημα και σε ορισμένες από αυτές τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Εντός της Ευρώπης, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος, στην αλλαγή της νομοθεσίας, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια, μια ψυχολογική διαταραχή ή αφύσικη συμπεριφορά. Η 17η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως διεθνής ημέρα κατά της ομοφοβίας. (βλ. και Φοβικότητα)

Εσωτερικευμένη Ομοφοβία: όταν οι λεσβίες, οι γκέι άνδρες και οι αμφιφυλόφιλοι άνθρωποι εξετάζουν και αποδέχονται την ετεροφυλοφιλία ως τον σωστό τρόπο ύπαρξης και διαβίωσης.

Θεσμοποιημένη Ομοφοβία: όταν κυβερνήσεις και αρχές ενεργούν κατά της ισότητας για τους ΛΟΑ ανθρώπους. Αυτό μπορεί να είναι ρητορική μίσους από δημόσια εκλεγμένα πρόσωπα, απαγόρευση εκδηλώσεων υπερηφάνειας και άλλες μορφές διακρίσεων ΛΟΑ ανθρώπων.

Μοντέρνα ομοφοβία (modern homophobia): Οι επιστήμονες αναφέρονται στη "μοντέρνα ομοφοβία" όταν ένα άτομο ισχυρίζεται ότι είναι ανεκτικό προς τα LGBTQI+ άτομα, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά σε επιφανειακό επίπεδο. Οι άνθρωποι που είναι "μοντέρνοι ομοφοβικοί" λένε ότι αποδέχονται την ομοφυλοφιλία, αλλά δεν δέχονται συμπεριφορές διαφορετικές από αυτές των ετεροφυλόφιλων και τείνουν να κρατούν τα ομοφυλόφιλα άτομα σε απόσταση (π.χ. διαφωνούν με τα Pride, με το γάμο των ομοφυλοφίλων, την τεκνοθεσία κ.α.)

Ομοφοβικός, σχολικός εκφοβισμός (bullying): Ομοφοβικός εκφοβισμός χαρακτηρίζεται ο εκφοβισμός που οφείλεται σε προκαταλήψεις ή αρνητικές στάσεις, πεποιθήσεις ή απόψεις σε βάρος των λεσβιών, των ομοφυλόφιλων και των αμφιφυλόφιλων ατόμων. Τα άτομα που βιώνουν αυτό το είδος εκφοβισμού ενδέχεται να είναι μαθητές/τριες που είτε είναι είτε θεωρείται ότι είναι λεσβίες, ομοφυλόφιλοι ή αμφιφυλόφιλοι. Εκτός από αυτό, η κουλτούρα της ομοφοβίας υποδηλώνει ότι οι λεσβίες, οι ομοφυλόφιλοι ή οι αμφιφυλόφιλοι είναι άτομα κατώτεροι σε σχέση με τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Επιπλέον, ομοφοβικό εκφοβισμό δέχονται συχνά μαθητές/τριες που έχουν συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας με λεσβίες, ομοφυλόφιλα ή αμφιφυλόφιλα άτομα καθώς και μαθητές/τριες που δεν συμμορφώνονται με τα έμφυλα στερεότυπα ή που φαίνεται ότι είναι «διαφορετικοί/ες» κατά κάποιον τρόπο.

Ομοφυλόφιλος, γκέι (homosexual, gay): Ένα άτομο το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας (βλέπε ταυτότητα φύλου) και έλκεται συναισθηματικά ή/και σεξουαλικά από άνδρες. Ωστόσο, όρος «γκέι» (gay), μερικές φορές, χρησιμοποιείται ως όρος “ομπρέλα” που καλύπτει όλους τους γκέι άνδρες και τις ομοφυλόφιλες γυναίκες.                   Παλαιότερα, ο όρος χρησιμοποιείτο υποτιμητικά. Το gay κίνημα όμως, υιοθέτησε τον όρο και τον επανοικειοποιήθηκε. Έτσι αυτό που συνήθιζαν να τους επισυνάπτουν σαν αρνητικό, προβάλλεται σαν κάτι θετικό, π.χ. μέσω των Gay Pride, φεστιβάλ, κ.α. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη λέξη queer. (βλ. και Queer)

Outing: Η αγγλική έκφραση «outing» αναφέρεται στην κοινοποίηση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου εντός προσώπου όταν γίνεται από τρίτους χωρίς τη συναίνεση του ιδίου του προσώπου. (Outing σου κάνουν άλλοι, coming out κάνεις εσύ ο/η ίδιος/α). Το outing είναι επί της ουσίας μια πράξη βίας απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και γίνεται παρά τη θέλησή τους. (Βλ και Coming out) Συνήθως γίνεται με κακόβουλο τρόπο εν είδει «ξεμπροστιάσματος», έχει χαρακτηριστικά κακοποίησης, ενώ παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα του ανθρώπου. Ιδιαίτερα στο σχολικό περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά πολλές φορές εκβίασης και εκφοβισμού είτε του ιδίου του προσώπου, είτε των άλλων παιδιών.

Π

Παραφιλία: Οι σεξουαλικές διαστροφές ή παραφιλίες είναι καταστάσεις στις οποίες η σεξουαλική διέγερση ή ο οργασμός σχετίζεται με δραστηριότητες ή φαντασιώσεις οι οποίες θεωρούνται ασυνήθιστες για την επικρατούσα κουλτούρα και χαρακτηρίζονται από διαταραχή του σεξουαλικού σκοπού ή στόχου. Οι παραφιλίες επικεντρώνονται γύρω από ένα σεξουαλικό αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη πράξη. Οι παραφιλίες εκφράζονται συνήθως με σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση, είτε, (β) όταν ο οργασμός επιτυγχάνεται σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να φέρουν σεξουαλική ευχαρίστηση (φετιχισμός, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμός), είτε, (γ) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός. (Βλ. Διαστροφικός παθολογικά)

Παρενδυτικός/Τραβεστί /(Crossdresser/Transvestite): Ένα παρενδυτικό άτομο (crossdresser) δεν έχει καμιά αμφιβολία για το φύλο του, αλλά απολαμβάνει να παρουσιάζεται με τα εξαρτήματα και τα χαρακτηριστικά του άλλου φύλου, αυτού που δεν έχει αλλά προσποιείται ότι έχει. Η παρενδυσία δεν σημαίνει απαραίτητα συνολικότερη υιοθέτηση στοιχείων του άλλου φύλου ή ομοφυλόφιλη σεξουαλική προτίμηση. Το άτομο που φοράει ρούχα που συνήθως σχετίζονται με το «αντίθετο» (με βάση το μοντέλο δυαδικότητας του φύλου) κοινωνικό φύλο του ατόμου, στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Είναι άτομα που φοράνε τακτικά ή περιστασιακά τα ρούχα που έχουν κοινωνικά εκχωρηθεί σε ένα φύλο που δεν είναι το δικό τους, αλλά νοιώθουν συνήθως άνετα με την ανατομία τους και δεν επιθυμούν να την αλλάξουν (δηλαδή δεν είναι τρανστζέντερ). Η λέξη τραβεστί είναι καλύτερα να αποφεύγεται γιατί έχει χρησιμοποιηθεί υποτιμητικά και λανθασμένα για να χαρακτηρίσει τρανς άτομα. Το ίδιο και ο όρος παρενδυτικός λόγω κοινωνικού και ιατρικού στίγματος, καθώς περιέχεται ως διαγνωστική κατηγορία (παρενδυσία- transvestism) στα εγχειρίδια ψυχικών διαταραχών. Ο όρος cross-dresser είναι προτιμότερος για τους άνδρες που απολαμβάνουν ή προτιμούν τα γυναικεία ρούχα. Σε αντίθεση με τη γενική πεποίθηση, η συντριπτική πλειονότητα των αρσενικών cross dressers αυτοπροσδιορίζονται ως στρέιτ  και συχνά είναι παντρεμένοι. Πολύ λίγες γυναίκες αυτοπροσδιορίζονται ως cross-dresser. Ο όρος δεν εμπίπτει στην ομπρέλα της ταυτότητας φύλου.

Πατριαρχία: Η κυριαρχία βάσει του φύλου, η οποία παίρνει πολλές μορφές. Η πατριαρχία μπορεί να οριστεί ως ένα σύστημα που καθοδηγείται από άνδρες, και του οποίου η εξουσία εφαρμόζεται μέσω των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών θεσμών. Τη βρίσκουμε στη στάση που τηρεί η κοινωνία σε θέματα όπως ο βιασμός, η βία κατά των γυναικών και η βία στην οικογένεια, η σεξουαλική παρενόχληση, η τακτική που ακολουθείται στην εργοδοσία, οι ξεχωριστές προσδοκίες που άνδρες και γυναίκες έχουν από την εκπαίδευση, οι διαφημίσεις, η διασκέδαση, η κατανομή ευθυνών στην οικογένεια, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα (Smith 307).Η φεμινιστική σκέψη χαρακτηρίζει την πατριαρχία ως ένα εκ φύσεως ιεραρχικό και επιθετικό σύστημα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τις κοινωνικές αλλαγές.  Άλλοι/ες κριτικοί πιστεύουν ότι η πατριαρχία συνυπάρχει με τον καπιταλισμό που ως σύστημα επιτρέπει στους άνδρες να εκμεταλλεύονται την οικιακή εργασία των γυναικών (Gamble 293).  Η πατριαρχία διεισδύει σε όλα τα στρώματα και τομείς του πολιτισμού: όπως λέει η Catherine McKinnon, είναι η πιο τέλεια ιδεολογία που εφευρέθηκε ποτέ.  Έχει καθορίσει τα πάντα βάση της δικής της άποψης της πραγματικότητας. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μην το φτάνει (Smith 306-07). Η Patricia Smith ορίζει την πατριαρχία ως τη συστηματική υποτέλεια των γυναικών στους άνδρες.

Αν και τα κύρια θύματα της πατριαρχίας είναι αδιαμφισβήτητα οι γυναίκες, η πατριαρχία καταλήγει στην καταπίεση και άλλων ομάδων, όπως για παράδειγμα των ομοφυλοφίλων και των τρανς. Ακόμα και οι ετεροφυλόφιλοι, σις άνδρες μπορεί να αισθανθούν καταπιεσμένοι από πατριαρχικές απόψεις περί ανδρισμού και τα ιδεώδη της ηγεμονικής αρρενωπότητας.

Πολυερωτισμός (πολυσυντροφικότητα, polyamory): Ο πολυερωτισμός είναι ανοιχτή σχέση πάνω από δύο ατόμων, χωρίς ζήλιες και ανασφάλειες ενώ πανσεξουαλικά είναι τα άτομα που είναι διατεθειμένα να εμπλακούν σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα, με άτομα σε όλο το φάσμα των φύλων. Πρόκειται για μια ανοιχτή σχέση (ανοιχτή ονομάζεται κάθε σχέση που είναι συναινετικά μη μονογαμική) που όπου ένα άτομο μπορεί να έχει παραπάνω από μία ρομαντικές σχέσεις με συναίνεση, δέσμευση και ειλικρίνεια από όλα τα άτομα που εμπλέκονται σε αυτήν την σχέση. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για σεξ αλλά για σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται. Οι πιο συνηθισμένες πολυσυντροφικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από σεβασμό, επικοινωνία και ειλικρίνεια. Στην πολυσυντροφικότητα (ή πολυερωτισμό) δεν σημαίνει ότι τα εμπλεκόμενα άτομα κάνουν ό,τι τους προκύψει. Συνήθως η ερωτική/σεξουαλική τους συμπεριφορά ακολουθεί κάποιους κανόνες τους οποίους έχουν θέσει από κοινού και με τους/τις συντρόφους τους. Όσες/οι εμπλέκονται θέτουν τους δικούς τους κανόνες, γνωρίζουν ακριβώς τι συμβαίνει και έχουν απολύτως ισότιμους ρόλους. Η αθέτηση αυτών των κανόνων επιφέρει παρόμοιες συνέπειες, όπως και στις μονογαμικές σχέσεις.

Ο πολυερωτισμός ή η πολυσυντροφικότητα (polyamory) είναι ένα μοντέλο σχέσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τον ερωτικό/σεξουαλικό προσανατολισμό

Ρ

Ρευστότητα φύλου (gender fluid): Η ευελιξία των έμφυλων ταυτοτήτων των εκφράσεων φύλου που μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου ή ακόμα και από μέρα σε μέρα αποκαλείται ρευστότητα φύλου. Ένα άτομο με ρευστό φύλο μπορεί να αισθάνεται άνδρας μερικές μέρες, γυναίκα άλλες, άνδρας και γυναίκα ταυτόχρονα, ούτε τίποτα από αυτά. Ένα πρόσωπο ρευστού φύλου μπορεί επίσης να αυτοπροσδιορίζεται ως genderqueer.

Ρατσισμός: το σύστημα εξουσιών που δομεί κοινωνικές ανισότητες σε βάρος μη-λευκών ανθρώπων. Ο όρος αφορά μόνο στις συστημικές ανισότητες βάσει της φυλής και δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται για άλλες περιπτώσεις (π.χ. είναι λάθος να λέμε, «ρατσισμός απέναντι στις γυναίκες» και σωστό, «σεξισμός» ή  «μισογυνισμός»).

Ρατσιστική βία: «περιστατικά ρατσιστικής βίας θεωρούνται εγκληματικές πράξεις ή βίαιες ενέργειες ή συμπεριφορές εις βάρος ατόμων, τα οποία στοχοποιούνται λόγω εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης, χρώματος, θρησκευτικής προέλευσης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου ή αναπηρίας. Καταγράφονται επίσης εγκληματικές πράξεις ή βίαιες ενέργειες ή συμπεριφορές σε βάρος των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή όσων ατόμων προωθούν και προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στοχοποιούνται λόγω αυτής τους της ιδιότητας». (Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας (6 Μαΐου 2015). «Ετήσια Έκθεση 2014», σελ. 3. Διαθέσιμη στην διεύθυνση http://rvrn.org/wp-content/uploads/2015/05/Report_2014gr.pdf, τελευταία είσοδος 08 Δεκεμβρίου 2015).

Σ

Σαδισμός (Sadism): Σεξουαλική παραφιλία κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που επιβάλλεται στον άλλο. Η ψυχανάλυση έχει επεκτείνει την έννοια του σαδισμού σε πιο συγκαλυμμένες εκδηλώσεις, παιδικές ιδιαίτερα, και θεωρώντας την ως μία από τις θεμελιακές συνιστώσες της ενορμητικής ζωής. (Βλ Παθολογικά διεστραμμένος και Παραφυλία)

Σεξισμός (sexism): Οι προκαταλήψεις που αφορούν το φύλο, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ατόμων που ανήκουν σ’ αυτό, ονομάζονται σεξισμός.  Είναι το σύνολο των αντιλήψεων, στάσεων και πρακτικών, με βάση τις οποίες θεσμοθετείται η κοινωνική ανισότητα εις βάρος του ενός φύλου, καθώς και η μεροληπτική αντιμετώπισή του. Στις δυτικές κοινωνίες, όπου η θεσμική κυριαρχία ανήκει στην κατηγορία των ανδρών, τα βασικά θύματα του σεξισμού είναι οι γυναίκες, οι οποίες -ως κοινωνική ομάδα - θεωρούνται υποδεέστερες των ανδρών, με συνέπεια να καταπιέζονται και να αποτελούν αντικείμενα συστηματικής εκμετάλλευσης από αυτούς.

Η γλώσσα είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο που διαμορφώνει και συγκροτεί τα κοινωνικά στερεότυπα και το Σεξισμό.

Η διαφορά των φύλων αναδεικνύεται διαρκώς μέσα από τη γλώσσα. Ο ανδρισμός είναι ανώτερος κι αυτό πρέπει να επιβεβαιώνεται ανά πάσα στιγμή. Η θηλυκότητα είναι το απαραίτητο συμπλήρωμά του και μια υποχρέωση για τις γυναίκες που αν δεν εκπληρωθεί τις κάνει να ντρέπονται.

Έχουμε απειράριθμες μορφές συμβολικής επιβεβαίωσης και αναπαραγωγής της ανδρικής κυριαρχίας μέσα από μειωτικές παρατηρήσεις, προσβολές, ανέκδοτα για ξανθιές, διαπιστώσεις για την ανικανότητα της γυναίκας στην οδήγηση, στα μαθηματικά, στην πολιτική ή στη χρήση της τεχνολογίας, επισήμανση ότι οι άντρες δεν κλαίνε και οι γυναίκες δεν κάνουν για το στρατό και άλλες παρόμοιες καθημερινές "αποδείξεις κατωτερότητας". Όταν χρησιμοποιούμε μειωτικούς χαρακτηρισμούς μέσω μεταφορών και παρομοιώσεων για να πούμε σωστά πράγματα συμβάλλουμε στην παγίωση του σεξισμού.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γυναίκες και οι άνδρες δεν αποτελούν ομοιογενείς κοινωνικές ομάδες, με συνέπεια, να μην κυριαρχούν όλοι οι άνδρες πάνω σε όλες τις γυναίκες. Ο σεξισμός αποτελεί ιδεολογικό εργαλείο υπεράσπισης και διατήρησης της έμφυλης ασυμμετρίας, ερμηνεύοντας και δικαιολογώντας ως «φυσικές» πολλές κοινωνικές πρακτικές.

ΣΜΝ (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα):  Νοσήματα που έχουν σχέση με το γεννητικό σύστημα. Στην αγγλική γλώσσα, STD sexually transmitted diseases.

Σεξουαλική παρενόχληση: Η σεξουαλική παρενόχληση έχει πολλές μορφές (σωματικές, λεκτικές, μη λεκτικές, σεξουαλική παρενόχληση στον κυβερνοχώρο). Οι σωματικές μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης (ανεπιθύμητη σωματική επαφή με χάδια, αγγίγματα, αγκαλιές, φιλιά κ.ά.) μερικές φορές γίνονται ανεκτές από τα κορίτσια επειδή δεν έχουν διδαχτεί ότι αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων τους, ενώ υπάρχει και μια περιρρέουσα κουλτούρα που «επιτρέπει» ή «ανταμείβει» τη σεξουαλική παρενόχληση. Δεν έχει καμία σχέση με φλερτ εκ μέρους του δράστη, αλλά αφορά κυρίως τον έλεγχο, την κυριαρχία και/ή την τιμωρία του θύματος και μπορεί να είναι εφιαλτική. Παραδείγματα σεξουαλικής παρενόχλησης είναι οι άμεσες ή έμμεσες απειλές ή δωροδοκίες με αντάλλαγμα σεξουαλική δραστηριότητα, σεξουαλικά υπονοούμενα και σχόλια, αστεία με σεξουαλικό περιεχόμενο, ανεπιθύμητα αγγίγματα ή άλλη σωματική επαφή ανεπιθύμητη επίδειξη υλικού με σεξουαλικό περιεχόμενο και απόπειρα ή πραγματοποίηση σεξουαλικής επίθεσης. Υπάρχει μεγάλη άγνοια στην κοινή γνώμη για το τι συνιστά σεξουαλική παρενόχληση, ωστόσο, η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και της υλοποίησής της και κατά συνέπεια αποτελεί  διάκριση λόγω  φύλου και είναι μια μορφή έμφυλης βίας.

Σεξουαλική ποικιλομορφία (sexual diversity): Η σεξουαλική ποικιλομορφία αφορά την ποικιλία του φύλου (βιολογικού και κοινωνικού) και της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Συνήθως οι άνθρωποι κάνουν το λάθος να θεωρούν ότι η σεξουαλική ποικιλομορφία αναφέρεται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ενώ και οι ετεροφυλόφιλοι άνθρωποι αποτελούν μέρος αυτής της ποικιλομορφίας.

Σεξουαλικότητα [sexuality] φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος, όπως τα μαλλιά, τα πόδια, κλπ, και ο φετιχισμός κατά τον οποίο το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως τα παπούτσια, τα γάντια, κλπ. Όταν το φετίχ αποτελεί μέρος του σώματος είναι δύσκολο να ανιχνευθεί, αφού το άτομο απλώς βρίσκει ελκυστικό ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος. Η πιο καθαρή μορφή φετιχισμού παρουσιάζεται όταν το φετίχ είναι ένα άψυχο αντικείμενο. Τυπικά, το αντικείμενο του φετιχισμού είναι κάτι που είναι στενά συνδεδεμένο με το σώμα και συνήθως είναι αντικείμενο που χρησιμοποιείται από κάποιο άλλο άτομο, όπως τα εσώρουχα.

Φ

Φοβικότητα και χρήση των όρων με κατάληξη σε «-φοβία»: Όταν χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους, δεν εννοούμε πως κανείς φοβάται τους ομοφυλόφιλους / τρανς / χοντρούς κ.ο.κ. Το καταληκτικό αυτό χρησιμοποιείται σ’ αυτές τις λέξεις για να υποδηλώσει συμπεριφορά μη-ανεκτικότητας ή/και διακρίσεων και επιθετικότητας προς τα άτομα της ομάδας που περιγράφει ο όρος. (Π.χ. Ομοφοβία=διακρίσεις βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού, Τρανσφοβία=διακρίσεις βάσει ταυτότητας φύλου, Χοντροφοβία=διακρίσεις βάσει βάρους κ.ο.κ.)  (βλ. και Ομοφοβία, τρανσφοβία)

Φυλομετάβαση (transition): Η φυλομετάβαση ενός τρανς ατόμου περιλαμβάνει μερικά ή όλα τα ακόλουθα προσωπικά, ιατρικά και νομικά βήματα: να μιλήσει το άτομο στην οικογένεια, τους/τις φίλους/ες και τους/τις συναδέλφους, χρησιμοποιώντας διαφορετικό όνομα και νέες αντωνυμίες, να αλλάξει τον τρόπο που ντύνεται, να αλλάξει το όνομα ή/και το φύλο σε νομικά έγγραφα, να κάνει ορμονοθεραπεία και ενδεχομένως (αν και όχι πάντα) να προβεί σε έναν ή περισσότερους τύπους χειρουργικών επεμβάσεων (που αναφέρονται ως επαναπροσδιορισμός φύλου ή χειρουργική επιβεβαίωση φύλου). Τα ακριβή βήματα που συνεπάγεται η φυλομετάβαση ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Δεν επιθυμούν όλα τα τρανς άτομα να τροποποιήσουν το σώμα τους με τη βοήθεια ιατρικών παρεμβάσεων.

Χ

Χαρακτηριστικά φύλου (Sex characteristics)

Αφορούν τα βιολογικά χαρακτηριστικά των φύλων. Χωρίζονται σε πρωτογενή (χρωμοσώματα, ορμονική δομή, εσωτερικά και εξωτερικά αναπαραγωγικά όργανα) και δευτερογενή (π.χ. τριχοφυΐα, φωνή, σκελετική δομή).


A

Ally (Σύμμαχος): (δες Σύμμαχος)

B

Body positivity: η έκφραση/νοοτροπία πως όλα τα σώματα είναι ωραία.

Body positive movement: κίνημα για τη θετική αντιμετώπιση όλων των σωμάτων.

BDSM: Ο όρος BDSM είναι ένα σύνθετο αρκτικόλεξο που αντιπροσωπεύει τις έξι αγγλικές λέξεις "Bondage, Discipline, Dominance, Submission, Sadism, and Masochism", οι οποίες μεταφράζονται σε δυάδες ως "Δεσμά & Πειθαρχία" (B/D), "Κυριαρχία & Υποταγή" (D/S) , "Σαδισμός & Μαζοχισμός" (S/M). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα ερωτικών δραστηριοτήτων και συμπεριφορών συναινούντων ενηλίκων. Παράλληλα περιγράφει και διάφορες μορφές διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά παράλληλα και κάποιες ξεχωριστές υποκουλτούρες και τάσεις που εκφράζονται μέσα από αυτό.

Η βασική αρχή για όλα τα παιχνίδια του BDSM είναι το SSC: Safe (ασφαλές), Sane (λογικό), Consensual (συναινετικό).

Boi (μπόι): ένα άτομο, με θηλυκό βιολογικό φύλο, που σκόπιμα ή μη σκόπιμα, εμφανίζεται με στερεοτυπικά ανδρικά, αγορίστικα χαρακτηριστικά. Επίσης, «boi» αποκαλείται κάθε άτομο που θέλει να εμφανίζεται ως νεαρό αγόρι και όχι ως άντρας.

Buggery: Σημαίνει ταυτόχρονα σοδομισμός, κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, παιδεραστία.

Butch (ή boi): Προφέρεται <Μπούτs> και αναφέρεται στις λεσβίες που υιοθετούν ένα πιο αρσενικό στυλ ντυσίματος και εμφάνισης. Συνήθως κοντά μαλλιά, εννοείται παντελόνια, ενίοτε πουκάμισα, χωρίς βάψιμο ή κοσμήματα. Αναφέρεται στη διάκριση ανάμεσα σε αρρενωπή/ενεργητική και femme, τη θηλυκή/παθητική γυναίκα στις λεσβιακές σχέσεις.

C

Coitus interruptus: Διακεκομμένη συνουσία

Coming out : Το «Coming out (...of the closet, είναι ολόκληρη η φράση) », είναι μια διεθνής έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πράξη της γνωστοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου από ένα ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI+) άτομο προς την οικογένειά του, τους φίλους του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρος εργασίας κτλ). Αρκετά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα διστάζουν, ορισμένα επιλέγουν να κρατήσουν τη ταυτότητα τους κρυφή, άλλα την γνωστοποιούν σε συγκεκριμένες περιστάσεις ενώ κάποια άλλα αποφασίζουν να τη γνωστοποιήσουν ευρύτερα δημόσια. Συνήθως δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, εξαιτίας του κινδύνου να αντιμετωπίσουν τυχόν αρνητική διάκριση και προκατάληψη. Η δυνατότητα να μπορούν οι άνθρωποι να μοιραστούν τη ζωή τους με την οικογένεια, τους φίλους και γνωστούς τους αυξάνει τις πιθανότητες κοινωνικής υποστήριξης η οποία είναι σημαντική για τη ψυχική υγεία και τη ψυχολογική ευημερία του ατόμου. Σαν έννοια, το coming out, η «έξοδος από την ντουλάπα», είναι μια εύστοχη μεταφορά που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση των «κρυφών» ΛΟΑΤΚΙ+ (LGBTQI+) ατόμων ανά τον κόσμο, και κυρίως τον πόνο και την καταπίεση που συνεπάγεται η συνεχής διαβίωση μέσα στο σκοτάδι και την (αμυντική) υποκρισία. (βλ. και Outing)

Cybersex: Σεξουαλικές εμπειρίες ή εικονικό σεξ που γίνεται μέσω του Διαδικτύου, για παράδειγμα, μια σεξουαλική συνομιλία με κάποιον/α.

D

Drag: Είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσία) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Πολλοί Drag Kings (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που πολιτισμικά συνδέουμε με το ανδρικό φύλο) και Drag Queens (άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο) κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους.

Drag Queen: Drag είναι ένας είδος cross-dressing (παρενδυσίας) το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με το θέαμα. Οι Drag queens, άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα τα οποία πολιτισμικά συνδέουμε με το γυναικείο φύλο και οι Drag kings, άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που πολιτισμικά συνδέουμε με το ανδρικό φύλο, κάνουν drag shows για ψυχαγωγικούς ή πολιτικούς λόγους. Drug queens συμμετείχαν, από την αρχή του κινήματος, στους αγώνες διεκδίκησης των τρανς δικαιωμάτων. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι μεγαλύτερη σημασία έχει πώς αυτοπροσδιορίζεται το κάθε άτομο.

Dyke: Προφέρεται «ντάικ» και είναι διαδεδομένοs όρος, συνώνυμος με τη λέξη λεσβία που χρησιμοποιείται όμως κυρίως μεταξύ των λεσβιών. Η φράση “dyke on a bike” αναφέρεται στις μηχανόβιες και ποδηλατόβιες λεσβίες που έχουν πιο ανδροπρεπές στυλ.

E

Enchangistes: Γαλλικός νεολογισμός για τα ζευγάρια που ανταλλάσουν τους συζύγους τους. (βλ. και swinging)

G

Gay/lesbian bars: Τα μπαρ για gay και λεσβίες, όπως και οι αντίστοιχες σελίδες γνωριμιών, αποτελούν μέρη όπου οι gay, οι λεσβίες, τα αμφιφυλόφιλα ή τα πανσέξουαλ άτομα έχουν την ευκαιρία να φλερτάρουν, να κάνουν γνωριμίες και να εκφραστούν ελεύθερα. Άλλος ένας λόγος είναι ότι αυτά τα μέρη αποτελούν «safe space», όπου αποφεύγουν τον κίνδυνο να «εκτεθούν» ή να προσβάλλουν κάποιον «φανατικό» ετεροφυλόφιλο, ιδίως σε κοινωνίες με ομοφοβικές προκαταλήψεις και ταμπού.

Gender: Βλέπε Κοινωνικό φύλο

Genderfluid: Άτομα με ρευστό φύλο/σεξουαλικότητα.

Genderqueer (Φυλο-παράξενος): Τον όρο χρησιμοποιούν άτομα που δεν θέλουν να προσδιοριστούν με καμία ταμπέλα ψυχολογικού, βιολογικού και κοινωνικού φύλου. (βλ. και Queer)

Glass ceiling («Γυάλινη οροφή»): Ο όρος περιγράφει ένα αόρατο εμπόδιο το οποίο δεν επιτρέπει την άνοδο των γυναικών σε επαγγελματικά θέσεις και υψηλόβαθμα αξιώματα συνδεδεμένα με τη λήψη αποφάσεων, όπως αρχηγοί κρατών ή διευθύντριες μεγάλων εταιριών. Το glass ceiling  υποστηρίζεται από ισχυρά κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία πολλές γυναίκες αποδέχονται και εσωτερικεύουν. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

F

Femme: Προφέρεται «φαμ» ή lipstick lesbians. Όταν λέμε femme εννοούμε τις λεσβίες που υιοθετούν αυτό που θεωρείται «θηλυκό» στυλ ντυσίματος. Υπάρχουν και διάφορες υποκατηγορίες όπως blue jeans lesbian για τις femme που αποφεύγουν τα φορέματα και προτιμούν τα τζην. (βλ. και Butch/Boi)

Foreplay: Προκαταρκτικά παιχνίδια στο sex             

L

Libido: Η ενέργεια της ερωτικής ενόρμησης. Η λέξη είναι λατινική  και σημαίνει πάθος, σφοδρή επιθυμία. Καθένας από μας γεννιέται με μια βασική ενόρμηση, μια εσωτερική πηγή ερεθισμού που ωθεί, πιέζει να πετύχει την αίσθηση της ηδονής, μέσω ενός αντικειμένου, που μπορεί να είναι πρόσωπο ή πράγμα. Αυτή η εσωτερική ενέργεια ονομάζεται λίμπιντο. Το ανθρώπινο μωρό γεννιέται με αυτή  τη σεξουαλική ενέργεια, που σημαίνει ότι η διέγερση που νιώθει σε ολόκληρο ρο σώμα του, μπορεί να του επιφέρει σεξουαλική ηδονή. Για να αποκτήσει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο, χρειάζεται να περάσει από μια διαδικασία εκμάθησης που εύκολα μπορεί να πάει στραβά.

Ο Freud πίστευε ότι η κοινωνία καταπιέζει τη libido περιορίζοντάς την ή διοχετεύοντάς της στο παραγωγικό οικονομικό πεδίο. Επομένως η κοινωνία απωθεί τη σεξουαλικότητα στο ασυνείδητο.

Στην καθομιλουμένη χρησιμοποιείται με την έννοια της ερωτικής επιθυμίας.

 

LGBTQI+ (Lesbian, Gay, Transsexual, Bisexual, Queer, Intersex+): Στα ελληνικά ΛΟΑΤΚΙ+ (Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά, Τρανσεξουαλικά, Κουήρ, Ίντερσεξ άτομα), όρος που κωδικοποιήθηκε από το κίνημα που διεκδικεί τα δικαιώματα όσων διαφοροποιούνται από το ετεροφυλοφιλικό πρότυπο.

M

Μ2F/ F2Μ: Male to Female, Female to Male: Αναφέρεται κυρίως σε transgender άτομα που έχουν πραγματοποιήσει φυλομετάβαση από αρσενικό σε θηλυκό ή από θηλυκό σε αρσενικό αντίστοιχα.

Ménage ά trois: Το ερωτικό τρίγωνο

Metrosexual (Μετροσέξουαλ): όρος που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 21ου και αφορά τους ετεροφυλόφιλους άντρες στις μεγάλες πόλεις που προσέχουν πολύ το ντύσιμό τους, τα μαλλιά τους κ.λπ. Παλαιότερα, αυτό ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό και στερεότυπο των ομοφυλόφιλων ανδρών. Το μετροσέξουαλ, αν και θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία όσον αφορά την αποδόμηση του φύλου, σχετίζεται περισσότερο με τον καταναλωτισμό. Για τις σχετικές βιομηχανίες, ένας άνδρας μετροσέξουαλ αποτελεί πολύ καλό πελάτη.

P

Pride (Φεστιβάλ Υπερηφάνειας): Στα Φεστιβάλ Υπερηφάνειας που διοργανώνονται από τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και αλλού, πλήθος κόσμου διαδηλώνει για να γιορτάσει, αλλά και να διεκδικήσει αναγνώριση και μεγαλύτερο σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα ανθρώπων που δεν βρίσκονται στις νόρμες των κυρίαρχων προτύπων για τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, και να δείξουν την αλληλεγγύη τους. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έχουν ανάγκη να τονώσουν την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά τους που δοκιμάζεται κάθε μέρα εξ αιτίας των διακρίσεων, των αποκλεισμών και της έμφυλης βίας που υφίστανται.

R

Rape Culture (βλ. Κουλτούρα του βιασμού)

Q

Queer: Η λέξη ‘queer’ ξεκίνησε ως βρισιά (άμεση μετάφραση “αλλόκοτος”, “περίεργος”, “ανώμαλος”) αλλά το νόημά της άλλαξε όταν διεκδικήθηκε η χρήση της από την ευρύτερη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Η λέξη πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους σε όλο το φάσμα της σεξουαλικότητας και έμφυλης έκφρασης, πλην των ετεροκανονικών ανθρώπων. Ο όρος συμπεριλαμβάνει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων με χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν από την ηγεμονική κανονικότητα της κοινωνίας  και της κουλτούρας στην οποία ζουν. Η θεωρία queer αμφισβητεί τα ετεροκανονικά κοινωνικά πρότυπα που σχετίζονται με το φύλο και τη σεξουαλικότητα και ισχυρίζεται ότι οι έμφυλοι ρόλοι είναι αποτέλεσμα κοινωνικά κατασκευασμένων ιδεών. Αναφέρεται επίσης σε μια ριζοσπαστική, εναλλακτική θεώρηση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας ή έκφρασης φύλου ως σημαντικών πεδίων αυτοπροσδιορισμού, ψυχικών και αισθητικών. Με αυτή την έννοια, το ποιος είναι queer ορίζεται σε σχέση μάλλον με έναν τρόπο αντίληψης παρά με συγκεκριμένες πρακτικές. Χρησιμοποιείται συχνά από άτομα που δεν αποδέχονται τις παραδοσιακές έννοιες φύλων και σεξουαλικότητας και δεν ταυτίζονται/καλύπτονται με κάποιο από τους υπόλοιπους όρους του ακρωνυμίου ΛΟΑΤΙ+, αλλά και ως όρος-ομπρέλα για όλα τα LGBTQI+ άτομα.

Questioning: Αναφέρεται σε ανθρώπους που βρίσκονται στη διαδικασία της κατανόησης και εξερεύνησης του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου. Συνήθως αναζητούν πληροφορίες και υποστήριξη κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου της ανάπτυξης της ταυτότητας τους και δεν θέλουν να βάλουν ταμπέλα ή να αυτοπροσδιοριστούν ως κάτι. Είναι πιο συχνό οι έφηβες/-οι να βρίσκονται σε κατάσταση διερώτησης

S

Sex-positive feminism: Μια έκφραση του φεμινισμού όπου η σεξουαλική ελευθερία των γυναικών αντιμετωπίζεται ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα του κινήματος. Αυτό το είδος φεμινισμού αντιτίθεται ιδιαίτερα στη θέαση της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα από πατριαρχική σκοπιά μιας και ιστορικά, ο ορισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας δίνεται από άνδρες, ελέγχεται και περιορίζεται ώστε να ικανοποιεί πατριαρχικές, ανδροκεντρικές ανάγκες.

Sexting: Ο διαμοιρασμός εικόνων και κειμένου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων.                                                                                                                  

Slut: Προσβλητικός όρος για μια γυναίκα που έχει "πάρα πολλούς" σεξουαλικούς συντρόφους- αν και διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές ιδέες για το τι θεωρείται πάρα πολύ. Μερικοί άνθρωποι έχουν αποκαταστήσει τον όρο "slut" και το χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τον εαυτό τους ως ανθρώπους που είναι περήφανοι για τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Slut shaming: Η ταπείνωση μιας γυναίκας της οποίας η σεξουαλικότητα δεν ακολουθεί το στενό πατριαρχικό μοντέλο. Όταν μια γυναίκα δεν ακολουθεί το πατριαρχικό μοντέλο που θέλει τη γυναικεία σεξουαλικότητα σεμνή και παθητική, πολλές φορές δέχεται υποτιμητικά σχόλια, βρισιές, απομόνωση, διαπόμπευση και το χειρότερο, σεξουαλικές επιθέσεις καθώς θεωρείται εύκολη και κτήμα κάθε άνδρα. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαπόμπευσης είναι ότι στα μάτια κάποιων ανθρώπων, η σεξουαλικότητα μιας γυναίκας ή/και τα ρούχα που φοράει, μπορεί να αντιμετωπιστούν ως αιτίες επίθεσης. Αρκετός κόσμος πιστεύει ακόμη πως στην περίπτωση π.χ. ενός βιασμού παίζει ρόλο τι έκανε ή τι φορούσε το θύμα ενώ το μόνο πράγμα που παίζει ρόλο είναι οι πράξεις του βιαστή.

Stereotype threat: Η έννοια αυτή αναφέρεται στο άγχος ή την ανησυχία που βιώνει ένα άτομο σε μια κατάσταση, στην οποία δυνητικά μπορεί να επιβεβαιώσει ένα αρνητικό στερεότυπο εναντίον του. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο μειωμένης αυτοπεποίθησης, σε εσωτερική απόδοση της αποτυχίας μέχρι και σε εγκατάλειψη της σχετικής στρεσογόνου δραστηριότητας. Αυτή η «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» όταν διαιωνίζεται για πολύ καιρό, παγιώνεται με τη μορφή κοινωνικής ανισότητας.

Sextortion: Ο σεξουαλικός διαδικτυακός εξαναγκασμός και εκβιασμός παιδιών και εφήβων, γνωστός και ως «sextortion», αφορά στη μεθοδολογία διαδικτυακών δραστών να προσεγγίζουν τα θύματά τους με δόλιο τρόπο, παριστάνοντας ότι είναι συνομήλικοι. Αφού αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των παιδιών, τους ζητούν υλικό ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (φωτογραφίες ή βίντεο), για προσωπική δήθεν χρήση ή για επαγγελματική προώθηση, μέσω «ειδικών» (μόντελινγκ κλπ.). Ενδεικτικά, οι δράστες επιδιώκουν την παραγωγή πρωτοτύπου υλικού πορνογραφίας ανηλίκων ή επιθυμούν να συναντηθούν με τα θύματά τους ή εκβιάζουν αυτά για χρήματα, με την απειλή ότι θα δημοσιεύσουν το υλικό στο διαδίκτυο ή θα το αποστείλουν στο οικείο περιβάλλον τους. Πολλά από τα περιστατικά δεν καταγγέλλονται στις αρμόδιες Αρχές είτε γιατί το θύμα αισθάνεται ντροπή για το υλικό που κλήθηκε να παράγει, είτε γιατί δε γνωρίζει (λόγω της ανηλικότητας) ότι έχει διαπραχθεί έγκλημα σε βάρος του.

Spectrum: Βλ. Φάσμα φύλου/ και ταυτότητας

οποιουδήποτε τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή του." (παρ. 1 του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα)

Cyberstalking: Η online παρακολούθηση της παρουσίας και της επικοινωνίας με τρόπο που μοιάζει απειλητικός.

Stalking: Πρόκειται ουσιαστικά για την φραστική ή με άλλα μέσα παρενόχληση –κυρίως γυναικών (αποστολή e-mail, παρακολούθηση δια ζώσης, μηνύματα, τηλεφωνήματα κ.λπ.). Πλέον εντάσσεται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ως αδίκημα και μπορείτε να το καταγγείλετε στην Αστυνομία.  "Με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία, με τη χρήση