Τα ζώα, ακόμη και τα πρωτεύοντα θηλαστικά έρχονται σε επαφή με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η μόνη εξαίρεση είναι οι πυγμαίοι χιμπατζήδες του Κονγκό ή μπονόμπο με έχουν κατά 99% κοινά γενετικά χαρακτηριστικά με τον άνθρωπο. Οι αρσενικοί είναι το μοναδικό πρωτεύον θηλαστικό, μαζί με τον άνθρωπο, που δεν έχει χόνδρο του πέους να χρησιμεύει για στήριγμα. Και το μοναδικό ζεύγος ζώων που κάνει έρωτα αντικριστά. Αυτοί οι πίθηκοι συνηθίζουν να φιλούν στο στόμα με διείσδυση της γλώσσας και να τρίβουν τις γεννητικές ζώνες ο ένας του άλλου, ανά δύο ή περισσότεροι, με την κοιλιά ή με την πλάτη, με το χέρι ή με το στόμα, στο έδαφος, πάνω στα δέντρα, καθιστοί, ξαπλωμένοι ή όρθιοι. Η συνουσία κρατάει περίπου 15 δευτερόλεπτα. Το θηλυκό γίνεται γόνιμο γύρω στα 13 με 14. Το θηλυκό μπορεί να αρνηθεί να συνευρεθεί με ένα αρσενικό, μπορεί επίσης να παράσχει τις σεξουαλικές του υπηρεσίες ζητώντας ανταλλάγματα, για παράδειγμα τροφή. Η σεξουαλική δραστηριότητα ανάμεσα σε αδέλφια είναι πολύ σπάνια, όπως και ανάμεσα σε πατέρα και κόρη και ποτέ ανάμεσα σε μητέρα και γιο. Οι μπονόμπο ζουν σε κοινότητες πολλών αρσενικών και θηλυκών, τα αρσενικά μένουν όλη τους τη ζωή στην ομάδα που γεννήθηκαν, ενώ τα θηλυκά διασκορπίζονται κατά την εφηβεία, για να συναντήσουν άλλα αρσενικά που θα προφυλάξουν την περιοχή στην οποία θα ζήσουν μαζί με τα μικρά τους. Σχεδόν όλοι είναι αμφιφυλόφιλοι. Η σεξουαλικότητά τους καθώς και η κοινωνική οργάνωση των μπονόμπο, δεν έχει πολλές διαφορές με των πρώτων ανθρώπων, των οποίων η ιστορία αρχίζει 7.000.000 χρόνια πριν.

Φαίνεται λοιπόν, ότι τα ζώα είναι πιο ορθολογικά από τους ανθρώπους. Τα ζώα δεν κάνουν λάθη, δεν τρώνε δηλητηριασμένα μανιτάρια, δεν παραπατούν, ενώ εμείς δεν ξέρουμε τι είναι δηλητήριο και τι φαγητό και το μαθαίνουμε μόνο αφού μας το πούν. Όσον αφορά τη σεξουαλικότητα, τα ζώα χρησιμοποιούν, στις ερωτικές επιδείξεις, συμβολικά τεχνάσματα μέσω των οποίων τα αρσενικά συνήθως, επιδιώκουν να κάνουν γνωστό ότι είναι διαθέσιμα και τα θηλυκά ότι είναι γόνιμα. Δηλαδή τα ζώα ανταποκρίνονται ενστικτωδώς σε ερεθισμούς που έχουν ως αποτέλεσμα την εφαρμογή των φυσικών νόμων - στην προκειμένη περίπτωση, των νόμων αναπαραγωγής του είδους. Τα ένστικτα στα ζώα είναι κάτι σαν «σκληρός δίσκος», ένας εσωτερικός προγραμματισμός συμπεριφορών που εξασφαλίζει την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους.

Ο Lacan έλεγε ότι στο ανθρώπινο είδος «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση». Η διατύπωση «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση» δηλώνει ότι το ανθρώπινο ον είναι ένα ομιλούν σώμα και εξαιτίας αυτού είναι εκτοπισμένο από μια γνώση, που θα έπρεπε να έχει ως ζώο ώστε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της ζωής, δηλαδή να επιζήσει και να εξασφαλίσει τη διαιώνιση του είδους του. Η εν λόγω γνώση που εξασφαλίζει τη διαιώνιση του είδους του, θα είχε δοθεί στο ανθρώπινο ον μέσω της σεξουαλικής του ταυτότητας, θηλυκό ή αρσενικό. Όμως, επειδή ακριβώς μιλάει, το ανθρώπινο ον αποκόπτεται από αυτό το μέρος, να είναι δηλαδή «εκ φύσεως» έμφυλο ον.

Ο Freud, στη θεωρία του για τη σεξουαλικότητα, υποστήριξε ότι το ανθρώπινο μωρό είναι ένα πανσεξουαλικό, τρελό ον που στην πορεία αποκτά τα χαρακτηριστικά με τα οποία εντάσσεται στην οικογένεια στην αρχή, και μετά στην κοινωνία. Η άποψη αυτή συνάντησε μεγάλη αντίδραση καθώς οι άνθρωποι δεν ήθελαν να αποχωριστούν αυτή την ευχάριστη, καθησυχαστική αυταπάτη της βρεφικής αθωότητας. Ωστόσο, η σεξουαλική ιστορία του ανθρώπου όπου τίποτα δεν παραμένει απαγορευμένο για πολύ, αποδεικνύει περίτρανα αυτό τον ισχυρισμό περί πανσεξουαλικότητας. Γιατί ο άνθρωπος ωθείται μεν, από τις ενορμήσεις, όπως και τα ζώα από τα ένστικτά τους, αλλά οι ικανοποιήσεις του διαμεσολαβούνται από την ψυχή. Έτσι η ώθηση που αντιστοιχεί στην ενόρμηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ψυχικό κόσμο παρά μόνο αν παράγει την ανάλογη και κατάλληλη εικόνα. Ενώ δηλαδή, στα ζώα ο παραστασιακός εκπρόσωπος του σεξουαλικού ενστίκτου είναι καθορισμένος και βιολογικά λειτουργικός – για παράδειγμα, στον αρσενικό σκύλο, ο παραστασιακός εκπρόσωπος του σεξουαλικού του ενστίκτου, που τον βάζει σε κίνηση, είναι η οσμή μιας σκύλας σε οίστρο και είναι μόνο αυτό και πάντα αυτό –στο ανθρώπινο είδος δεν έχουμε αυτή τη σταθερότητα. Δηλαδή, δεν υπάρχει μια για πάντα σύνδεση ανάμεσα στην πηγή της ενόρμησης και στην παράσταση η οποία μέσα στη ζωική ψυχή θα οδηγήσει το ζώο να ενεργήσει κατά τον τάδε τρόπο, να κυνηγήσει τη σκύλα ή να κυνηγήσει το λαγό για να φάει. Στην ανθρώπινη ψυχή έχουμε μια τεράστια και τερατώδη νεοπλασία που είναι η ριζική φαντασία (Κ. Καστοριάδης). Λόγω λοιπόν, της ριζικής φαντασίας, ο παραστασιακός εκπρόσωπος της ενόρμησης μπορεί να διαφέρει εξαιρετικά, και πράγματι διαφέρει ανάμεσα στους ανθρώπους και μερικές φορές στο ίδιο ον σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του. Όσον αφορά την σεξουαλικότητα, εξ αιτίας της ριζικής φαντασίας, έχουμε τα στρέιτ άτομα, έχουμε όμως και τα ομοφυλόφιλα, έχουμε τα αμφίφυλόφιλα, τα πανσέξουαλ ή τα ασέξουαλ. Όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις δεν έχουν καμία σχέση με τη βιολογική ικανοποίηση της σεξουαλικής ορμής, δηλαδή τη γονιμοποίηση του θηλυκού από το αρσενικό.

Συνεπώς, οι άνθρωποι είναι ζώα ανώμαλα, τρελά και επικίνδυνα για τον ίδιο τους τον εαυτό.[i] Η μητέρα, η ίδια ήδη κοινωνικοποιημένη, είναι αυτή που κάνει πρώτη τη διάρρηξη και υποχρεώνει το βρέφος να μπει σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή ανθρωποποίησης, με ένα δεύτερο και ισχυρότερο νόημα. Όπως φαίνεται, η κοινωνία είναι απαραίτητη σε αυτά τα τρελά όντα να επιζήσουν και να ανθρωποποιηθούν.

Ο Freud διαπιστώνοντας τον αντικοινωνικό ή α-κοινωνικό χαρακτήρα της ψυχής, γράφει ότι η κοινωνία προϋποθέτει πάντα την απώθηση ή την καταστολή ορισμένων τάσεων της ψυχής. Κυρίως των σεξουαλικών, που είναι και α-λειτουργικές και αχαλίνωτες και ακόρεστες καθώς η σεξουαλική ενόρμηση δεν αποζητά την αγάπη, αλλά μόνο τη σεξουαλική ικανοποίηση. Η ανάγκη αγάπης προϋποθέτει μια τεράστια μετουσίωση της σεξουαλικής ορμής. Η αυτό-αγάπη, μέσω της κοινωνικοποίησης, μεταβάλλεται σε ανάγκη θετικής εκτίμησης του άλλου.

 

[i] Όχι γιατί, όπως λέει ο Freud, θα επιδίδονταν σε αχαλίνωτη ικανοποίηση των σεξουαλικών και άλλων ορμών τους, αν αφήνονταν μόνοι τους, αλλά γιατί θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε αυτό που ήταν η πρώτη μορφή της ύπαρξής τους, δηλαδή σε μια αυτάρκη ψυχική μονάδα, η οποία αφήνεται στην απεριόριστη ηδονή που τις δίνουν οι παραισθήσεις. (Αυτή είναι η ψυχική κατάσταση που βρίσκονται τα νεογέννητα, και επαναβρίσκεται όταν οι ενήλικες αφήνονται σε ημερήσιες ονειροπολήσεις ή στα όνειρα).

 

Έλενα Σκαρπίδου

 

Πηγές

- “What we can and can’t learn about sex from animals”, Marlene Zuk

- Kείμενα του Κ. Καστοριάδη

- “Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση”, S. Freud